Μερικές διευκρινίσεις για τις σημειώσεις επί του άρθρου για την ψυχολογία στην Ελλάδα

Όταν χρησιμοποιήθηκαν οι υπαινικτικές φράσεις «το ποιόν κάποιων», «ο
νοών νοείτο», δεν γινόταν φυσικά στους τρεις συγγραφείς του
άρθρου (Δαφέρμο, Μαρβάκη, Τριλίβα), αλλά στο τελευταίο απόσπασμα απο τον Πιπερόπουλο. Έναν «ψυχολόγο»/κοινωνιολόγο που, πέρα από τη γνωστή σε εμάς τους
παροικούντες εν θεσσαλονίκη πολιτική του ένταξη (δεξιότερα της
ΝΔ->ΛΑΟΣ), είναι από τους κατεξοχήν υπευθύνους καταρχάς της
επαγγελματικής καθιέρωσης του psychobubble ώς ίδιον του ψυχολογικού
λόγου στην ελλάδας, και της διάδοσης στα ΜΜΕ μιας εικόνας του
ψυχολόγου ως «παπαρολογούντα» και «υπερσυναισθηματικού» ειδικού/μη ειδικού, αλλά
και από την άλλη, σαφώς «ψυχο-εμπορου» (πωλήσεις βιβλίων με
psychobubble, διαλέξεις, συνέδρια, έρευνα της πλάκας, πχ οι 10
μεγαλύτεροι φόβοι των νέων και πώλησή της στα μήντια).
Μια εικόνα που έχει πλέον καθιερωθεί για τους ψυχολόγους στα ΜΜΕ.

Έναν από τους κατεξοχήν «ψυχολόγους» που αυτό το ιστολόγιο θέλει να κριτικάρει…

Η τωρινή διαγωγή του εν λόγω κυρίου (μέσα από τα δικά μας «γυαλιά») μας υποψιάζει ότι και τότε (το 1985) από μεμψιμοιρία και
μνησικακία για τη διαφορετική νομή της εξουσίας (κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ) έγραφε…
Βέβαια δεν είχε/έχει και άδικο.
Ο ΣΕΨ δεν είναι άμοιρος ευθυνών.

Αλλά ωστόσο για μια κριτική, δεν μπορούμε να ξεχάσουμε και την ιστορία συγκρότησης του υποκειμένου.
λυπόμαστε για την παρανόηση (που επισημάνθηκε).

Kινητοποιήσεις για το Κέντρο Υγείας Ζαγκλιβερίου νομού Θεσ/κης

Την ερχόμενη τετάρτη 27.12.06 (στις 10:00) θα έχει μαζική διαμαρτυρία κατοίκων του Ζαγκλιβερίου και συμπαραστατών/αλληλέγγυων, παρέμβαση στο διοικητή του Ιπποκρατείου νοσοκομείου Θεσ/κης (όπου υπάγεται το Κέντρο Υγείας) και επίδοση ψηφίσματος των κατοίκων μετά από συλλογή υπογραφών.
Επίσης έχει καλεστεί συγκέντρωση αλληλεγγύης στην Αθήνα έξω από το Υπουργείο Υγείας την ίδια ημέρα (Τετάρτη 27 – 12 – 2006) στις 08:00πμ.

Η ΕΝΙΘ έβγαλε καταγγελία των διώξεων (την οποία μάλλον υιοθέτησε και η ΟΕΝΓΕ) και καλεί σε κινητοποίηση συμπαράστασης έξω από τα δικαστήρια Λαγκαδά την 6η Φεβρουαρίου 2007 (η πρώτη ημέρα που έχει οριστεί για την απολογία στην Ανακρίτρια). Στην πρώτη Γενική Συνέλευση της ΕΝΙΘ που θα γίνει θα κατατεθεί και το αίτημα για απεργία την ίδια ημέρα.

Τί έχει γίνει στο Ζαγκλιβέρι;

Δύο γενικοί γιατροί, που εργάζονταν ως επιμελητές Β’ εκεί,πρωτοστάτησαν στη δημιουργία της «Σύσκεψης Εργαζομένων στο Κέντρο Υγείας Ζαγκλιβερίου και στα περιφερειακά ιατρεία».
Επίσης συνέβαλαν στη δημιουργία πρωτοβάθμιων επιτροπών των κατοίκων των γύρω χωριών, καθώς και γενικών συνελεύσεων, με σκοπό την αυτοοργάνωσή τους για θέματα υγείας και περίθαλψης.

Συνέπεια αυτής της κοινωνικής και συνδικαλιστικής δράσης τους ήταν να τους ασκηθεί πειθαρχική δίωξη, από κοινού με άλλους 5 εργαζομένους εκεί, να τους αρνηθεί η ανανέωση της θητείας τους, μετά τη λήξη της πενταετίας. Ενώ οι θέσεις τους επαναπροκηρύχθηκαν και οι παραπάνω γιατροί ήταν οι μοναδικοί υποψήφιοι, το Συμβούλιο έκρινε ότι αυτές οι δύο θέσεις είναι άγονες με εντελώς αυθαίρετο και παράνομο τρόπο, δηλαδή ότι δεν υπάρχει ενδιαφέρον γι’ αυτές από κανέναν. Ετσι οι δύο γιατροί απολύθηκαν και οι δύο θέσεις καταργήθηκαν αφού κρίθηκαν άγονες, παρόλο που υπάρχουν μεγάλες ανάγκες στην περιοχή.

ΟΙ μορφές αγώνα των κατοίκων της περιοχής έχουν πάρει πολυάριθμες μορφές, με την οργάνωση από τις επιτροπές και τις γενικές συνελέυσεις τους, όπως κλείσιμο δρόμων, συλλογή υπογραφών, ενώ την τετάρτη υπάρχει απόφαση για μαζικό κατέβασμα με τη ναύλωση λεωφορείων…

Πέρα από τους κατοίκους έχουν διοργανωθεί επιτροπές και εκδηλώσεις αλληλεγγύης στα 2 μεγάλα αστικά κέντρα, ενώ έχουν κινητοποιηθεί και σωματεία.

Αλλαγή στην ανακοίνωση του συνεδρίου για το Μπαχτίν

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΡΗΤΗΣ

ΣΧΟΛΗ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΑΓΩΓΗΣ
ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΠΡΟΣΧΟΛΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ
ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ

ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΗ ΜΟΝΑΔΑ ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΗΣ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΒΙΩΜΑΤΙΚΗΣ, ΕΥΡΕΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΚΗΣ ΨΥΧΟΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗΣ

ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΔΙΑΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑΣ ΣΤΟΝ MIKHAIL BAKHTIN
ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ ΣΤΗΝ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ, ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ, ΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ

Διεθνές Διεπιστημονικό Συνέδριο
Πανεπιστημιούπολη – Ρέθυμνο
25 – 27 Μαΐου 2007

ΣΚΕΠΤΙΚΟ ΤΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ

Είναι γνωστό ότι στη Δύση από τη δεκαετία του 1980 και μετά το έργο του Mikhail Bakhtin άρχισε να αποκτά ευρεία και αυξανόμενη απήχηση, ιδιαίτερα στην Αγγλία και στις ΗΠΑ. Οι ιδέες του Bakhtin προσφέρονται για αξιοποίηση και οικειοποίηση από διάφορες φιλοσοφικές/θεωρητικές προσεγγίσεις και σε διάφορα πεδία της τέχνης και της επιστήμης λόγω του πλούτου, της πολυμέρειας και γενικότερα του πολυεπίπεδου και ανοιχτού χαρακτήρα τους. Ο υπερ-διαλεκτικός και συγκεραστικός χαρακτήρας του έργου του, μ’ άλλα λόγια, φαίνεται να ταιριάζει στα γούστα διαφόρων θεωρητικών με διαφορετικούς προσανατολισμούς, καθώς τους επιτρέπει και σε κάποιο βαθμό τους νομιμοποιεί να οικειοποιηθούν τις ιδέες του. Κατά τα τελευταία χρόνια μάλιστα, κυρίως μετά την μετάφραση των πρώιμων φιλοσοφικών του έργων στα αγγλικά, o Bakhtin αναγνωρίζεται όλο και περισσότερο, εκτός από θεωρητικός της γλώσσας και της λογοτεχνίας, ως κοινωνικός στοχαστής, φιλόσοφος και θεωρητικός του πολιτισμού, καθώς υποστηρίζεται ότι οι ιδέες του μπορεί να αξιοποιηθούν στο πλαίσιο της τέχνης, της σημειωτικής, της ιστορίας, της ψυχολογίας, της κοινωνιολογίας, της ανθρωπολογίας, της φιλοσοφίας – και ιδιαίτερα της ηθικής – των φεμινιστικών, μεταποικιακών και πολιτισμικών σπουδών, αλλά και των πολιτικών επιστημών και των επιστημών της αγωγής. Στο επίκεντρο της σκέψης του υπάρχει μια πρωτότυπη και δυναμική αντίληψη της γλώσσας σε αντιπαράθεση προς τον αφαιρετικό αντικειμενισμό των δομιστών και τον υποκειμενικό ατομικισμό των ουμανιστών. Βασική έννοια στο έργο του είναι η διαλογικότητα, η οποία περιγράφεται σε πολλαπλά επίπεδα τόσο οριζοντίως όσο και καθέτως (π.χ. η διαλογικότητα ανάμεσα στα λογοτεχνικά είδη, η διαλογικότητα συγγραφέα και ήρωα, η διαλογικότητα ανάμεσα σε διαφορετικές φωνές, η διαλογικότητα ως διακειμενικότητα, όπου το ένα κείμενο ζει μέσω της διαλογικής του σχέσης με άλλα κείμενα, η διαλογικότητα ανάμεσα στο κείμενο και τους αναγνώστες μέσω της ανταποκρισιμότητάς τους κ.ά.).

Σκοπός του διεπιστημονικού αυτού συνεδρίου είναι η παρουσίαση της σύγχρονης προβληματικής (θέσεις, κριτικές, διαμάχες, διλήμματα, παρανοήσεις, καταχρήσεις) και των πρόσφατων ερευνητικών πορισμάτων σχετικά: (α) με τη φύση της διαλογικότητας, (β) τις επιστημολογικές, μεθοδολογικές, λογοτεχνικές, ψυχολογικές, εκπαιδευτικές, κοινωνικο-ιστορικές, πολιτισμικές και οικολογικές διαστάσεις της διαλογικότητας, και (3) το ρόλο που η διαλογικότητα παίζει στις γνωστικές (γνωσιακές), μαθησιακές, αναπτυξιακές, επικοινωνιακές, διαπροσωπικές και κοινωνικο-ηθικές διαδικασίες.

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΗ ΘΕΜΑΤΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ

* Πρωτεργάτες της διαλογικότητας
* Bakhtin και θεωρία της λογοτεχνίας
* Φιλοσοφία και διαλογικότητα
* Διαλογικότητα και κοινωνικές επιστήμες
* Διαλογικότητα: Οντολογία, επιστημολογία ή μεθοδολογία;
* Κοινωνικο-ιστορικές, πολιτισμικές και οικολογικές διαστάσεις της διαλογικότητας
* Η ψυχολογία υπό το πρίσμα της διαλογικότητας
* Διαλογικότητα και διαδικασίες συγκρότησης του εαυτού και της ταυτότητας
* Ψυχανάλυση και διαλογικότητα
* Το σώμα (διαδικασίες σωματοποίησης) και η διαλογική προοπτική
* Διαλογικότητα και καρναβάλι
* Διαλογικές προσεγγίσεις στην εκπαίδευση
* Διαλογικότητα και γνωστικές διαδικασίες
* Διαλογικότητα και κοινωνικο-ηθικές διαδικασίες
* Μετανεωτερικότητα και διαλογικότητα
* Διαλογικές διαστάσεις των διαδικασιών μάθησης και ανάπτυξης
* Φύλο και διαλογικότητα
* Επικοινωνία και μη λεκτικές διαστάσεις της διαλογικότητας
* Διαλογικότητα, δημιουργικότητα και τέχνη (λογοτεχνία, χορός, μουσική, τραγούδι, ζωγραφική, θέατρο κ.ά.)
* Θρησκεία και διαλογικότητα
* Νέες τεχνολογίες, πολυτροπικότητα και διαλογικότητα
* Διαλογικές βάσεις του πολιτισμού
* Ετερότητα και διαλογικές διαδικασίες
* Διαλογικότητα και ποιοτικές μέθοδοι έρευνας
* Λόγος, αφήγηση και διαλογικότητα
* Χωρο-χρονικές διαδικασίες και διαλογικότητα
* Η διαλογικότητα στην κριτική κοινωνική και πολιτισμική θεωρία
* Διαλογικότητα και εναλλακτικές ψυχοπαιδαγωγικές προσεγγίσεις
* Μονολογικές και διαλογικές πρακτικές
* Ετερογλωσσία και κοινωνία
* Διαλογικότητα και γλώσσα
* Ιστορικότητα και διαλογικότητα
* Διαλογικότητα στη δράση και στις διαδικασίες δημιουργίας του νοήματος
* Διαλογικότητα και ρεαλισμός
* Διαμάχες και διλήμματα στο θέμα της διαλογικότητας
* Πέρα από τη διαλογικότητα: Λάθη, παρανοήσεις, καταχρήσεις

ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Στο συνέδριο θα πραγματοποιήσουν εισηγήσεις προσκεκλημένοι επιστήμονες από την Ελλάδα και το εξωτερικό. Εκτός των προσκεκλημένων ομιλητών παρέχεται η δυνατότητα σε ειδικούς επιστήμονες-ερευνητές που έχουν ασχοληθεί με τα ζητήματα του συνεδρίου να συμμετάσχουν ως εισηγητές. Οι εισηγήσεις μπορούν να κινούνται σε μια από τις παραπάνω θεματικές του συνεδρίου. Είναι όμως ευπρόσδεκτες και προτάσεις για επιπλέον θεματικές ενότητες αρκεί να σχετίζονται με την προβληματική του Μ. Bakhtin και τα ζητήματα της διαλογικότητας.

Όσοι επιθυμούν να συμμετάσχουν με εισήγηση στο συνέδριο καλούνται να υποβάλουν μια περίληψη της εισήγησής τους με έκταση όχι μεγαλύτερη των δύο σελίδων, δηλώνοντας συγχρόνως το θεματικό άξονα που αυτή εντάσσεται.

Η περίληψη της εργασίας πρέπει να περιλαμβάνει τίτλο, όνομα συγγραφέα και Ίδρυμα, όπου αυτός ανήκει. Η περίληψη θα πρέπει να εμπεριέχει Σκοπό, Μέθοδο, Αποτελέσματα και Συμπεράσματα. Επίσης, θα πρέπει να δίνονται όλα τα απαραίτητα στοιχεία επικοινωνίας. Η διάρκεια της εισήγησης θα είναι 20 περίπου λεπτά και οι ενδιαφερόμενοι θα ενημερωθούν σχετικά με το αν η εργασία τους έχει γίνει δεκτή το αργότερο μέχρι τέλη Μαρτίου 2007. Τα κείμενα των εργασιών, που θα παρουσιαστούν, θα περιληφθούν σε βιβλίο που πρόκειται να δημοσιευτεί.

Ως καταληκτική ημερομηνία υποβολής των περιλήψεων των εισηγήσεων ορίζεται η 01 Μαρτίου 2007.

Οι περιλήψεις μπορούν να σταλούν:

Είτε ηλεκτρονικά στη διεύθυνση: bakhtinconf@edc.uoc.gr με την ένδειξη: Bakhtinconference.

Είτε να ταχυδρομηθούν στην ακόλουθη διεύθυνση (η επιστολή θα πρέπει να περιλαμβάνει την περίληψη σε έντυπη μορφή και CD-ROM με το σχετικό αρχείο):

Μάριος Πουρκός
Για το Διεθνές Διεπιστημονικό Συνέδριο για τη Διαλογικότητα
Παιδαγωγικό Τμήμα Προσχολικής Εκπαίδευσης
Σχολή Επιστημών Αγωγής
Πανεπιστήμιο Κρήτης
Πανεπιστημιούπολη Γάλλου
74100 Ρέθυμνο, Κρήτη

Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την υποβολή των περιλήψεων ή τη θεματολογία του συνεδρίου, μπορείτε να απευθυνθείτε στην ηλεκτρονική διεύθυνση bakhtinconf@edc.uoc.gr, ή στα τηλέφωνα: 28310-53961, 28310-77666.

Η εγγραφή στο συνέδριο θα λάβει χώρα στη Γραμματεία του Συνεδρίου κατά τις ημέρες της διεξαγωγής του. Το δικαίωμα συμμετοχής είναι 15 ευρώ για τους Φοιτητές και 30 ευρώ για τους λοιπούς συμμετέχοντες. Τα έξοδα συμμετοχής περιλαμβάνουν: παρακολούθηση του συνεδρίου, τόμο των περιλήψεων, φάκελο με υλικό, καφέ στα διαλείμματα, βεβαίωση συμμετοχής.

Οι μη προσκεκλημένοι εισηγητές καθώς και οι λοιποί σύνεδροι καλύπτουν οι ίδιοι τα έξοδά τους.

Επίσημες γλώσσες του συνεδρίου: Ελληνικά και Αγγλικά

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΜΟΝΗ: (α) Ξενοδοχείο JO-AN PALACE, Δημητρακάκη 8, 74100 Ρέθυμνο, Κρήτη, Τηλ.: 28310-24241-3, Fax: 28310-24244, http://www.joan-hotels.gr palace@joan-hotels.gr

(β) Ξενοδοχείο BRASCOS, Μοάτσου & Δασκαλάκη 1, 74100 Ρέθυμνο, Κρήτη, Τηλ.: 28310-23721-4, Fax: 28310-23725, E-mail: brascos@acn.gr Website:www.brascos.com

ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Μάριος Πουρκός, Αναπληρωτής Καθηγητής
ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΙ: (α) Αντρέας Φουντουλάκης, Επίκουρος Καθηγητής
(β) Μανόλης Δαφέρμος, Επίκουρος Καθηγητής

ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ: Μαρία Καραΐσκου, Λέκτορας

ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΚΗ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗ: Μαρία Σαββαντίδου, Κατερίνα Γεωργοπούλου, Τηλ.: 28310 – 77648, Μεταπτυχιακοί φοιτητές: Ανδριανή Λημνίου, Ιουλία Σγουρομάλλη, Ιφιγένεια Κρεμμυδά, Ιωάννα Λεκάκη, Νίκος Μπαλασίδης και Σοφία Λινάρδου.

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ιωάννης Τζαβάρας, Καθηγητής
Σταμάτης Φιλιππίδης, Καθηγητής
Μάριος Πουρκός, Αναπληρωτής Καθηγητής
Αντρέας Φουντουλάκης, Επίκουρος Καθηγητής
Μανόλης Δαφέρμος, Επίκουρος Καθηγητής
Χρυσή Καρατσινίδου, Επίκουρη Καθηγήτρια
Μαρία Καραΐσκου, Λέκτορας
Βασίλης Αλεξίου, Λέκτορας
Ηλίας Καρασαββίδης, Λέκτορας
Φιλία Ίσαρη, Λέκτορας
Αγγελική Πολύζου, Διδάσκουσα

Xωρίς ντροπή Διαφήμιση

Τα καλύτερα δώρα για τις γιορτές!

Δύο (σχετικά) παλιά βιβλία, από ανθρώπους που είναι στα κοινωνικά κινήματα που μας αρέσουν,
ανθρώπους διαβασμένους και «ψαγμένους», Τον Πέτρο Θεοδωρίδη και τον Άκη Γαβριηλίδη.
Χωρίς να σημαίνει ότι αυτοί οι 2 θα σημφωνούσαν μεταξύ τους!!!

Το βιβλίο του Π.Θεοδωρίδη τιτλοφορείται:Οι μεταμορφώσεις της ταυτότητας: Έθνος Νεωτερικότητα και Εθνικιστικός λόγος, εκδόσεις Αντιγόνη, και αντιγράφουμε την εισαγωγή από την ιστοσελίδα του:

«Tι είναι έθνος; Αποτελεί μια μεταφυσική οντότητα, αναλλοίωτη, θαμμένη στη σπηλιά του χρόνου πού αφυπνίζεται πότε πότε; Η αντίθετα το έθνος συντίθεται μέσα από ένα –σύμφωνα με τον E Renan «καθημερινό δημοψήφισμα» παράγωγο της εθνικιστικής ιδεολογίας αλλά και των υλικών, οικονομικών, πολιτισμικών συνεπειών της εξόδου από την παραδοσιακή κοινωνία O E Durkheim ιδρυτής της Γαλλικής σχολής της Κοινωνιολογίας έγραφε πως’’ χωρίς αμφιβολία η ιδέα του έθνους είναι μια ιδέα μυστική, σκοτεινή» και ο ιστορικός ερευνητής του έθνους Hugh Seton –Watson οδηγήθηκε στο συμπέρασμα ότι «κανένας επιστημονικός ορισμός του έθνους δεν μπορεί να προταθεί αλλά παρόλα αυτά, το φαινόμενο υπήρξε και θα υπάρχει και υιοθετεί συνέχεια έναν ορισμό σύμφωνα με τον οποίο «ένα έθνος υπάρχει όταν ένας σημαντικός αριθμός από πρόσωπα μέσα σε μια κοινότητα θεωρεί τον εαυτό της ότι συνιστά ένα έθνος ή συμπεριφέρεται σαν να αποτελεί ένα έθνος».
Για περισσότερα δείτε εδώ

Το βιβλίο του Άκη Γαβριηλίδη τιτλοφορείται «Η αθεράπευτη Νεκροφιλία του Αριστερού Πατριωτισμού», εκδ. Futura, και είναι μια αιρετική, ψυχαναλυτική, προσέγγιση για το λόγο (discourse) της κυρίαρχης αριστεράς και των εκπροσώπων της.
Κλεβουμε από το οπισθόφυλλο:

«Σε επιστολή του στην «Ελευθεροτυπία» στις 9/4/2006, ο μουσικοσυνθέτης Μίκης Θεοδωράκης, απαντώντας σε μια δυσμενή κριτική, αναρωτήθηκε μεταξύ άλλων τα εξής:
«Τι θα γίνει, φέρ’ ειπείν, αν σ’ αυτή τη χωματερή που καταντήσαμε την πατρίδα μας [ο κριτικός] σκάψει λίγο πιο κάτω και συναντήσει το άλιωτο σώμα του εκτελεσμένου; Που ίσως να ήταν απ’ την ίδια πόλη, τη δική του. Ίσως κι απ’ την ίδια γειτονιά. Μόνο που αυτός παρασύρθηκε από το γιγαντισμό μιας ιδεολογικής κατασκευής, ας πούμε τον κομμουνισμό, ας πούμε τον εθνικισμό, ας πούμε τον πατριωτισμό (γιατί τέτοιες κατασκευές είχαμε τότε στην Ελλάδα μας) κι άφησε γυναίκα και παιδιά και ξάπλωσε φαρδύς-πλατύς στη χωματερή και παραμένει άλιωτος».
Το βιβλίο που έχετε στα χέρια σας ολοκληρώθηκε πριν γραφεί η επιστολή, ουσιαστικά όμως έχει αυτήν ως θέμα του. Ξεκινά από το ερώτημα: τι είναι αυτό που οδηγεί κάποιους να ανακηρύσσουν τον εαυτό τους άγιο και ταυτόχρονα θύμα, να ζούνε για μισό αιώνα ταυτισμένοι με έναν άλιωτο νεκρό και να περηφανεύονται γι’ αυτό; Τι σημαίνει αυτή η συγκρότηση της υποκειμενικότητας γύρω από ένα κενοτάφιο, το «κενοτάφιο του πατριωτισμού» (Μπένεντικτ ’ντερσον); Και πώς μπορούμε να γλιτώσουμε από τη λατρεία του θανάτου, από αυτό τον εθνικισμό που εμφανίζεται ως κομμουνισμός, ή τον κομμουνισμό που εμφανίζεται ως εθνικισμός, ή ενδεχομένως που είναι όντως εθνικισμός; Δηλαδή αυτό τον εθνοκομμουνισμό, την υπεράσπιση του «εθνικού κοινωνικού κράτους» (Μπαλιμπάρ), που «είχαμε τότε» και που εν πολλοίς έχουμε ακόμα- στην «Ελλάδα μας (τους)».
Το βιβλίο εξετάζει πώς, μετά την ενδοεθνική σύγκρουση της δεκαετίας του 40, η ελληνική αριστερά, και η ελληνική κοινωνία στο σύνολό της, οδηγήθηκε σε μία συγκρότηση της υποκειμενικότητας με βάση τη θυματοποίηση -την εξύμνηση των απωλειών, της θυσίας, της οδύνης. Αντλώντας από την πρόσφατη εμπειρία του «κινήματος των κινημάτων», ανιχνεύει τρόπους για να ξεφύγουμε από αυτή την κυριαρχία των αρνητικών ή θλιβερών παθών (Σπινόζα) και να ανοιχτούμε σε μια πρακτική αντάξια της τάσης του κομμουνισμού (Μαρξ). Δηλαδή σε μια πρακτική ανάλογη με την ενέργεια του υλιστή, ο οποίος «πηδάει στο τραίνο χωρίς να ξέρει από πού έρχεται και πού πηγαίνει» (Αλτουσέρ), μια πρακτική αντάξια της «αντίστασης που έρχεται πρώτα» (Φουκώ/Ντελέζ) και της «ακατανίκητης ελαφρότητας και χαράς τού να είσαι κομμουνιστής» (Χαρτ/Νέγκρι), ενάντια στο βάρος, στο μαζοχισμό και τη σοβαροφάνεια του να περιφέρεις ένα άταφο πτώμα αξιώνοντας να σε χειροκροτήσουν γι’ αυτό.

Για μια συζήτηση επί του βιβλίου στο Indy δείτε εδώ.
enjoy!

(Απο)δομώντας την Ψυχολογία στην Ελλάδα

Παραθέτω το πρόσφατο άρθρο των Δαφέρμου, Μαρβάκη και Τριλίβα για την κατάσταση της Ψυχολογίας στην Ελλάδα. Είναι από το τελευταίο τεύχος του Annual Review of Critical Psychology (περιοδικό ελεύθερης πρόσβασης πια).
Μερικές σημειώσεις:

1.η επιμέλεια της μετάφρασης είναι από τη στήλη, με τη βοήθεια του Altavista Babelfish. Για τα τυχόν λάθη και παραλείψεις, δευ ευθύνονται οι συγγραφείς. Λόγω αμέλειας παραλήφθησαν οι σημειώσεις τους.
2.Έγινε προσπάθεια, όπου είναι δυνατόν, η γλώσσα να είναι gender-free. Κάτι πολύ δύσκολο στα ελληνικά. Δεν ξέρω κατά πόσον τα κατάφερα.
3.Ως ιστολόγιο δεν συμφωνούμε απόλυτα με τους ισχυρισμούς εντός του άρθρου, ιδίως όταν ξέρουμε το ποιόν μερικών εκ των παρατιθέμενων συγγραφέων. Ο νοών νοείτο. Αλλά θεωρούμε ότι είναι μια καλή κριτική αποτύπωση για την Ελλάδα. Και βάση διαλόγου…
4. Μπορείτε να βρείτε το πρωτότυπο άρθρο (στα αγγλικά) κλικάροντας στο σύνδεσμο του τίτλου.

Μανώλης Δαφέρμος, Θανάσης Μαρβάκης, Σοφία Τριλίβα
(Απο)Δομώντας την Ψυχολογία στην Ελλάδα

Dafermos, D. & Marvakis, A. & Triliva, S. (2006) ‘(De)constructing Psychology in Greece’, Annual Review of Critical Psychology, 5, http://www.discourseunit.com/arcp/5

1.Η αναδυόμενη επιστήμη/ τομέας

Τα προηγούμενα 20 έτη έχουν φέρει πολλή αλλαγή στην παραγωγή της ψυχολογίας ως περιεχόμενο και ως επιστήμη στην Ελλάδα. Για μια μεγάλη περίοδο πριν από αυτές τις εξελίξεις, οι ψυχολόγοι (ακαδημαϊκοί, επαγγελματίες, ερευνητές) ολοκλήρωναν την εκπαίδευσή τους στην ψυχολογία και λαμβαναν τους βαθμούς τους από διάφορα πανεπιστήμια στο εξωτερικό (Μεγάλη Βρετανία, Γερμανία, Ηνωμένες Πολιτείες, και Γαλλία κυρίως) και επιδίωκαν προφανώς να πραγματοποιήσουν την κοινωνική αναπαραγωγή τους με την άσκηση αυτού του “εισαγόμενου” και “εξωτικού” επαγγέλματος. Προκειμένου να γίνει κατανοητό ως προς το πώς και γιατί επήλθαν οι εξελίξεις των τελευταίων 20 ετών είναι σημαντικό να αναφερθούμε στην ιστορία της επιστήμης και του επαγγέλματος της ψυχολογίας στην Ελλάδα.
Η Ελλάδα έχει μια μακροχρόνια ιστορία ως πολιτιστικό πλαίσιο αλλά μια πολύ πιό σύντομη ιστορία ως σύγχρονο έθνος κράτος. Το ίδιο πράγμα μπορεί να ειπωθεί για την ψυχολογία στην Ελλάδα. Yπάρχει μια μακροχρόνια και αρχαία ιστορία της ψυχολογίας ως σύνολο εννοιών και όρων για την ανθρώπινη κατάσταση (οι εργασίες, οι λέξεις και τα αφηγήματα Ομήρου, του Σωκράτη, του Πλάτωνα, και του Αριστοτέλη), μια ιστορία 70-ετών ως ακαδημαϊκό θέμα που προσφέρεται μέσα στα τμήματα φιλοσοφίας, μια είκοσι ετών ιστορία ως θεματική περιοχή μελέτης σε πανεπιστημιακό επίπεδο, και μια μόνη “επίσημη” ιστορία 12-ετών της ψυχολογίας ως εφαρμοσμένη επαγγελματική πρακτική. Η αρχαία ιστορία της ψυχολογίας στο ελληνικό πολιτιστικό πλαίσιο είναι αρκετά πέρα από το πεδίο αυτής της παρουσίασης. Μπορεί να είναι αρκετό να ειπωθεί ότι δεν υπήρξε καμία συνέχεια εκείνων των παραδόσεων, όρων, ή επιστημολογιών μέχρι πολύ πρόσφατα όταν οι επιστημολογικοί λόγοι (discourses) όπως η αφηγηματική ψυχολογία, η θετική ψυχολογία, η συναισθηματική νοημοσύνη, και η φιλοσοφική ψυχολογία έγιναν δημοφιλέστερες και κέρδισαν την αποδοχή στις Ηνωμένες Πολιτείες και αλλού και εισήχθησαν έπειτα πίσω στη χώρα και τον πολιτισμό όπου οι ρίζες τους βρέθηκαν κοιμισμένες για αιώνες. Τα μοτίβα του ξεριζώματος (uprooting), της εγκόλπωσης (engulfing), της ενσωμάτωσης (incorporating), και της αναπαραγωγής (reproducing) παίζουν σημαντικό ρόλο στην ιστορία της ψυχολογίας στην Ελλάδα.
Η ψυχολογία είναι μια σχετικά νέα επιστήμη και επάγγελμα στην Ελλάδα. Η συμβολή της στο εθνικό πλαίσιο σε ευρύτερα είναι διφορούμενη εάν κάποιος θεωρήσει την έλλειψη εμπλαισίωσης (contextualization) της παραγωγής θεωρίας, της έρευνας και των εφαρμοσμένων πρακτικών. Στη μεγάλη βιασύνη για να καθιερωθεί ως επιστήμη και επάγγελμα ο τομέας δεν σκιαγράφησε ή προσδιόρισε το ρόλο του μέσα στο ελληνικό κοινωνικό πλαίσιο αλλά υιοθέτησε και πήρε τους ρόλους, τις πρακτικές, και τις μεθόδους ψυχολογίας από άλλα έθνη, συνήθως τις βορειοαμερικανικές χώρες (δηλ., πρώτιστα τις Ηνωμένες Πολιτείες) και τη βόρεια Ευρώπη (πρώτιστα, τη Μεγάλη Βρετανία και τη Γερμανία). Αυτό ήταν ίσως αναπόφευκτο δεδομένου ότι η πλειοψηφία των ανθρώπων στις ακαδημαϊκές θέσεις και πλαίσια εκπαιδεύτηκαν στο εξωτερικό και έφεραν μαζί τους τα πρότυπα και τα παραδείγματα που έμαθαν στα αντίστοιχα εκπαιδευτικά πεδία τους. Αλλά, όπως όλοι/ες γνωρίζουμε ως δάσκαλοι και δασκάλες, η γνώση χρειάζεται συνεχώς εκλέπτυνση, τα εργαλεία πρέπει να επανασχεδιάζονται και οι επιστημολογίες να ξαναδουλεύονται στα διαφορετικά ιστορικά, κοινωνικά, οικονομικά, και πολιτικά πλαίσια. Προκειμένου να ριζώσουν και για να μεγαλώσουν, οι υποθέσεις και οι πρακτικές της ελληνικής ψυχολογίας πρέπει να βυθιστούν και να επηρεαστούν από τις ελληνικές πολιτιστικές, ιστορικές, και κοινωνικές δυνάμεις (της Ελλάδας). Μόνο όταν ριζώσουν πλήρως, στερεωθούν, και βυθιστούν σε εκείνες τις κοινωνικές δυνάμεις θα μπορούσε η γνώση της [ελληνικής ψυχολογίας] να γίνει κατάλληλη και αρμόζουσα για εκείνους και εκείνες που τη χρησιμοποιούν. Η γνώση και η τεχνογνωσία πρέπει να αφομοιωθεί (να γίνει αντικείμενο στοχασμού, επανάληψης, παγίωσης, εφαρμογής και κατανόησης στα έργα της μέσα σε ένα πλαίσιο), όχι κατάπωσης και συνολικής αναπαραγωγής. Διαφορετικά στέλνεται στη σφαίρα της ιδεολογίας, που γίνεται α-ιστορική, α-κοινωνική, απο-πλαισιωμένη, και α-πολιτική. Και με αυτούς τους τρόπους, χάνει τις πραγματικότητες των θεμάτων της.

Ριζώνοντας

Η ψυχολογία ως ακαδημαϊκή επιστήμη στην Ελλάδα άρχισε να εμφανίζεται, αλλά όχι τόσο να ριζώνει, στο πρώτο τέταρτο του 20ού αιώνα και πιό συγκεκριμένα το 1926 όταν o Θεόφιλος Βορέας (1873-1954, που είχε ολοκληρώσει το διδακτορικό του το 1897 με τον Wundt ως επιβλέποντα καθηγητή) άρχισε να διδάσκει μια σειρά μαθημάτων στο τμήμα φιλοσοφίας στο πανεπιστήμιο της Αθήνας. Περίπου στον ίδιο χρόνο ο Βορέας καθιέρωσε το πρώτο εργαστήριο στην ψυχολογία στο πανεπιστήμιο της Αθήνας, ο Δρ Σακελλαρίου έκανε το ίδιο στο πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης όπου εκλέχτηκε στην έδρα της ψυχολογίας και καθιέρωσε ένα ανεξάρτητο εργαστήριο (το 1937). Το 1939 αυτή η πρόσφατα-ιδρυμένη έδρα ψυχολογίας στη Θεσσαλονίκη καταργήθηκε και οι σειρές μαθημάτων και το εργαστήριο ενσωματώθηκαν στο τμήμα φιλοσοφίας. Παρά τις προσπάθειες μερικών ανθρώπων, η ελληνική ακαδημαϊκή κοινότητα δεν ήταν έτοιμη ή δεν ήθελε την ψυχολογία για να είναι χωριστή και ευδιάκριτη από τη φιλοσοφία ως ακαδημαϊκός κλάδος. Η ψυχολογία θεωρείτο περίπου μια συγχώνευση της φιλοσοφίας ή ίσως της ψυχιατρική για αυτήν την μεγάλη περίοδο στην Ελλάδα, και το έδαφος δεν ήταν εύφορο για ένα τέτοιο υβρίδιο.
Ήταν όχι πριν από το 1964 όταν υπήρξαν μερικές κινήσεις στο κοιμισμένο έδαφος όταν μια έδρα Γενικής Ψυχολογίας καθιερώθηκε μέσα στη σχολή φιλοσοφίας της Θεσσαλονίκης. Περίπου στον ίδιο χρόνο μια έδρα στην Ψυχολογία Παίδων καθιερώθηκε. Αυτές οι κινήσεις, στο μέχρι τώρα κοιμισμένο έδαφος, οδήγησαν στην έναρξη παρόμοιων εδρών σε διάφορες σχολές της φιλοσοφίας γύρω στη χώρα. Όχι πριν από το 1987 (πρώτο έτος εγγραφής σπουδαστών) ήταν εντούτοις όταν ένα ανεξάρτητο τμήμα ψυχολογίας καθιερώθηκε στην Ελλάδα, που πραγματοποιήθηκε στη σχολή των κοινωνικών επιστημών στο πανεπιστήμιο της Κρήτης. Ήταν το πρώτο ακαδημαϊκό τμήμα του οποίου οι πτυχιούχοι έλαβαν πτυχίο στην ψυχολογία. Στη δεκαετία του ’90 τα ανεξάρτητα τμήματα ή προγράμματα ιδρύθηκαν στο Πάντειο πανεπιστήμιο στην Αθήνα (1992), στο πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (1993) και το πανεπιστήμιο της Αθήνας (1993). Πολύ ενδιαφέρον σε αυτό το σημείο είναι το γεγονός ότι αρχικά από το επόμενο ακαδημαϊκό έτος (2005-2006) και στη βάση των διεπιστημονικών μελετών, οι σπουδαστές/στρατιωτικοί της Ανωτέρας Στρατιωτικής Σχολής Θεσσαλονίκης έχουν την ευκαιρία να κερδίσουν ένα πτυχίο στην ψυχολογία με την παρουσία των κατάλληλων σειρών μαθημάτων που συνδιοργανώνονται από το τμήμα ψυχολογίας στο πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Η καθιέρωση αυτών των τμημάτων αναμφίβολα χαρακτηρίζει μια νέα εποχή στην (ανα)παραγωγή της ψυχολογίας στην Ελλάδα, κυρίως επειδή η ψυχολογία τώρα επίσημα αναγνωρίζεται ως ακαδημαϊκός κλάδος, μια επιστήμη για κοινωνική επένδυση. Με αυτό τον τρόπο, οι όροι για την κατασκευή της ψυχολογικής επιστημονικής και επαγγελματικής κοινότητας έχουν τώρα τεθεί. Έχοντας αναφέρει αυτές τις λίγες λέξεις για την ιστορία του ριζώματος της ψυχολογίας στην Ελλάδα, ας ρίξουμε μια ματιά στους διαφορετικούς λόγους (discourses) που περιβάλλουν την κατασκευή αυτής της “σύγχρονης” και “νέας” επιστήμης και για το τι ρίζωνε πραγματικά.

Ψυχιατρικοί λόγοι (discourses) και υβρίδια

Τα ζητήματα που περιβάλλουν την κατασκευή της ψυχολογίας στην Ελλάδα έλαβαν κάποια προσοχή και στα διεθνή και εσωτερικά μέτωπα μεταξύ των ετών 1966 και 1992. Μερικοί πολύ επιδραστικοί ψυχίατροι ήταν οι πρώτοι για να στρέψουν την προσοχή τους σε αυτό που συνέβαινε στον τομέα της διανοητικής υγείας στην Ελλάδα. Στα δημοσιευμένα άρθρα, υπάρχει ένα θόλωμα των ορίων του τί αποτελεί η ψυχιατρική και η ψυχολογία αφ’ ενός και η ψυχιατρική και η νευρολογία αφ’ ετέρου. Επιπλέον, εάν η ψυχιατρική επρόκειτο να αποδεσμευτεί από τα πλοκάμια της νευρολογίας και να χρησιμοποιήσει το πλεόνασμα της δύναμης που της έμεινε από να μην στραγγαλιστεί άλλο, για να εκθέσει τελικά τι θα αποτελούσε τις «υπηρεσίες ψυχικής υγείας» στη χώρα, είναι κατανοητό ότι με αυτό το πλεόνασμα της δύναμης, η κυριαρχία και ο έλεγχος του πεδίου δεν θα ήταν δύσκολα. Από αυτή την άποψη, αν και το θόλωμα των επιστημικών ορίων βεβαιώθηκε καλά, δεν υπήρξε κανένα θόλωμα των ιεραρχιών, και χωρίς αμφιβολία η ηγεμονία της ψυχιατρικής βασίλευε σε όλα τα είδη παροχής υπηρεσιών ψυχικής υγείας ή ακαδημαϊκών διαλόγων (Bouhoutsos & Roe 1984) και σε μεγάλο βαθμό βασιλεύει ακόμα. Στο χρόνο αυτή η ηγεμονία δικαιολογήθηκε εύκολα βάσει της “νεοτήτας” του ψυχολογικού τομέα στην Ελλάδα, της έλλειψης “συγχρονικότητας”, της απουσίας “ανεξάρτητων» τμημάτων ψυχολογίας, και της επιρροής που η φιλοσοφία ` «άσκησε επάνω της στα ακαδημαϊκά πλαίσια και, ιδιαίτερα, στις κοινωνικές επιστήμες (Harper 1971; Housiadas 1976).

2.Εφαρμόζοντας/εφαρμοσμένη ψυχολογία στην Ελλάδα

Η ψυχολογία, που ήταν η νέα και ενδεχομένως υβριδική ποικιλία (ή «είδος»), και ίσως είναι ακόμα, δεν ανέπτυσσε ρίζες επίσημα. Ακόμα κάτι έπρεπε να ριζώσει όταν επρόκειτο για τις υπηρεσίες ψυχ.υγείας. Και οι ψυχιατρικές υπηρεσίες σίγουρα το έκαναν. Με την εμφάνιση “νέων” και “εισαγόμενων» φαρμακολογικών θεραπειών στη δεκαετίας του ’50 και του ’60, οι ιατρικά ή ψυχιατρικά προσανατολισμένες πρακτικές πήραν έδαφος στα “ιατροπαιδαγωγικά” και στα κέντρα ψυχ.υγείας που ριζοβόλησαν γύρω στη χώρα. Θα επιθυμούσαμε, σε αυτό το σημείο, να αναφερθούμε στις δημοσιεύσεις των Θαν. Τζαβάρα και Θαν. Καραβάτου, κ δύο ψυχιάτρων, για να πάρουμε μια ιδέα αυτό που έγινε. Ο Τζαβάρας (1983) γράφει για το θόλωμα των επιστημολογιών και των ορίων αυτού που αποτελεί τη ψυχ. υγεία:

Αυτή η ασάφεια «διατηρεί (και διατηρείται από) μια χορωδία ψευδο-ψυχοθεραπευτών, ψυχο-ερευνητών, παρα-ψυχολόγων, κ.λπ…. Αυτό το καθολικό φαινόμενο υπογραμμίζει μια φορά ακόμα την ιδιοσυγκρασία που υπάρχει στη ψυχική υγεία και ασθένεια. Εάν επρόκειτο να πάρουμε τον τομέα της φυσικής υγείας, μπορούμε να βεβαιώσουμε ότι υπάρχει μια εννοιολογική και λειτουργική διάκριση μεταξύ των επιστημονικών και μη-επιστημονικών θεραπευτικών μεθοδολογιών (έτσι εννούμε μεταξύ του ινστιτούτου Pasteur και της εκκλησίας της Παναγίας στην Τήνο). Στη διανοητική υγεία κάποιος/α ανακαλύπτει μια
συνέχεια, με το ένα τέλος να είναι η χειρομαντεία και το άλλο ο καθηγητής της ψυχιατρικής.

Δέκα έτη αργότερα ο ψυχίατρος Θαν. Καραβάτος βεβαιώνει ότι αυτή η συνέχεια υπάρχει ακόμα:

«… έχει εκσυγχρονιστεί και ενημερωθεί και στις δύο πλευρές: `από τη μυριάδα των γκουρού μέχρι τον καθηγητή της νευρολογίας «. Ο παραλογισμός και ο (νέο)θετικισμός είναι η απάντηση στην συνεχή κρίση στην ψυχιατρική μας.»

«Σήμερα εν τούτοις το αδιέξοδο που υπάρχει στην αντί-ψυχιατρική μετακίνηση της χώρας έχει εκτραπεί από τις διάφορες “πνευματιστικές” και “εσωτερικές» θεραπείες που έχουν ανθίσει κυριολεκτικά, και το αδιέξοδο των μισοψημένων εκσυγχρονισμών ενθαρρύνει την κοινωνική διάδοση διαφορετικών τύπων “νέων” θεραπειών που συνήθως επίσης εισάγονται και συσκευάζονται με τις οδηγίες για τη χρήση.» (Karavatos 1991, 13f.)

Αυτοί οι οι εκσυγχρονισμοί και οι νέες συσκευασίες θεραπείας με οδηγίες έφθασαν στην Ελλάδα και ρίζωσαν. Όπως παρατήρησε ο/η Vanger (το 1986, σελ. 924) η ψυχική υγεία «εξουσιάζεται πρακτικά από το ψυχιατρικό και ιατρικό κατεστημένο». Και αυτός ο «κυρίαρχος ρόλος των νευροψυχιάτρων στην παροχή ψυχολογικών υπηρεσιών» ήταν και είναι προφανής ακόμη και στους εξωτερικούς ερευνητές (Theodore et Al 2002 . σελ. 149; Nikolopoulou & Όουκλαντ 1992, σελ. 47).
Κάπως η συσκευασία ήταν ακριβώς ο σωστός τύπος σπόρου για να ριζώσει στο εύφορο χώμα των ελληνικών θεραπευτικών πρακτικών. Ήταν η συσκευασία; Ήταν ο εύκολος τρόπος να ακολουθηθούν οι οδηγίες; Ή ίσως η εύκολη πρόσβαση σε “ψυχοτροπικά» και άλλα φάρμακα; Ήταν το γεγονός ότι η ψυχολογική πρακτική συνδέθηκε περίπλοκα με το ιατρικό μοντέλο που βοήθησε στη διαδικασία εμφύτευσης; Αυτές οι ερωτήσεις δεν έχουν τεθεί ακόμη και, ποτέ δεν έχουν διευκρινιστεί. Η έκβαση εντούτοις είναι: η (κατά)χρηση των ιατρικά συνταγογραφημένων ουσιών – “φαρμάκων” – έχει αυξηθεί εκθετικά στην Ελλάδα. Η ευκολία στη λήψη των ψυχοτροπικών «φαρμάκων” καθιερώθηκε αρκετά νωρίς. Παραδείγματος χάριν τα ακόλουθα σχόλια έγιναν 20 έτη πριν στον «Αμερικανικό Ψυχολόγο»:

«… να πάρει κάποιος στα χέρια του ποικίλα φάρμακα στην Ελλάδα (από τα αντιβιοτικά στα αντικαταθλιπτικά χάπια, τα αγχολυτικά (anxiety reducers), ή τα τονωτικά) είναι τόσο εύκολο όσο να πάρει ένα φλυτζάνι του ελληνικού καφέ – ή για εκείνους τους συναδέλφους που ζούν στις Ηνωμένες Πολιτείες, τόσο εύκολο όσο να πάρει ένα Big MAC.» (Piperopoulos 1985, σελ. 475)

Δεκαπέντε έτη αργότερα ο ψυχίατρος Θανάσης Τζαβάρας (το 1999, σελ. 315) ακόμα μιλά για «… την ανυπολόγιστη χρήση των ψυχο-φαρμακολογικών χαπιών (και) στην Ελλάδα» και προσθέτει ότι «… οι ψυχοτροπικές ουσίες μαζί με τα αντιβιοτικά προσθέτουν εκθετικά στην παθητικότητα κατά τη διάρκεια της θεραπείας… «. Ως εκ τούτου, φαίνεται ότι αυτό που έγινε στην Ελλάδα είναι η παθητική εγκατάσταση και η ενσωμάτωση της ψυχιατρικής φαρμακοθεραπείας (με τη δύναμη και τον έλεγχό της) και το ιατρικό πρότυπο της κατανόησης των προβλημάτων και ολόκληρης της υποκειμενικότητας των ανθρώπων.
Ουσιαστικά αυτό που ρίζωσε ήταν αυτό που μπορεί “εύκολα” να ενσωματωθεί, να καταναλωθεί, και να καταπωθεί χωρίς πολλή σκέψη, σχεδιασμό, και διάλογο. Εμφανίστηκε το ίδιο πράγμα και με το περιεχόμενο και την επιστήμη της ψυχολογίας; Προκειμένου να εξεταστεί αυτή η ερώτηση είναι ουσιαστικό να ρίξουμε μια ματιά στις δημοσιεύσεις που εξετάζουν την ψυχολογία ως ακαδημαϊκό κλάδο στην Ελλάδα.

Η Ψυχολογία ως ακαδημαϊκός κλάδος

Δημοσιεύσεις και συζητήσεις για την ψυχολογία καθ’ εαυτή και για ζητήματα που περιλαμβάνονται στον “εκσυγχρονισμό” του τομέα στην Ελλάδα, περιβάλλοντας την ψυχολογία ως ένα ευδιάκριτο θέμα άρχισαν να εμφανίζονται στην εθνική και διεθνή λογοτεχνία γύρω στη δεκαετία του ’70. Είναι δύσκολο να συνοψίσουμε τις συνεισφορές και τις συζητήσεις σε αυτές τις δημοσιεύσεις με λίγες λέξεις αλλά θα προσπαθήσουμε σε μερικές παραγράφους:
Τα άρθρα από τους Harper (1971) και Housiadas (1976) περιγράφουν την παρούσα κατάσταση στα ακαδημαϊκά ιδρύματα όπου «μερικές σειρές μαθημάτων στην ψυχολογία» διδάσκονται. Και οι δύο συντάκτες επισημαίνουν ότι η ψυχολογία, εκείνη την περίοδο, διδασκόταν στα προπτυχιακά προγράμματα στους σπουδαστές που εγγράφονταν στη σχολή φιλοσοφία στα Ιωάννινα και σε Θεσσαλονίκη. Όπως με όλους τους σπουδαστές μέσα στο ελληνικό ακαδημαϊκό σύστημα, ένα πτυχίο σε κάθε τομέα εξαργυρωνόταν σε μια εργασία μετά την αποφοίτηση. Οι σπουδαστές που αποφοιτούσαν από τις σχολές της φιλοσοφίας γίνονταν δάσκαλοι των κλασικών, της ιστορίας, και σύγχρονων ελληνικών στα επίπεδα γυμνασίου και λυκείου δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Οι συντάκτες καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι «οι διαθέσιμες προπτυχιακές σειρές μαθημάτων στην ψυχολογία… δεν είναι επαρκείς για να αποτελέσουν τη βάση επαρκούς επαγγελματικής κατάρτισης στο θέμα.» (Housiadas 1976, σελ. 184). Η έλλειψη επαρκούς χρηματοδότησης και υποδομής υπογραμμίζεται από αυτά τα άρθρα όπως είναι η προσταγή ότι «οι φιλόσοφοι και οι ψυχίατροι αναγνωρίζουν (ότι ψυχολογία) μπορεί να έχει χρήσιμες συνεισφορές στην κατανόηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς» (ibd., σελ. 187-188), και ότι η «εμπειρική έρευνα… βοηθά να αποκαταστήσει την ιδέα, κοινή και μεταξύ των καλά πληροφορημένων και των όχι τόσο καλά πληροφορημένων, ότι η ψυχολογία μπορεί να ταυτιστεί είτε με τη φιλοσοφία είτε με την ψυχιατρική» (σελ. 186) και οι συνεισφορές του ψυχολόγου «… εκτιμάται από τις κυβερνητικές υπηρεσίες, οι οποίες, αυτή τη στιγμή, εργάζονται για το νομικό καθορισμό της ψυχολογίας ως επάγγελμα στην Ελλάδα» (σελ. 188). Ως εκ τούτου, η αναγνώριση, η υποστηρίξη της “δημόσιας εικόνας», και η “επέκταση των ρόλων” απαιτούνται. Εντούτοις, οι πρακτικό-οργανωτικοί ή πολιτικοί ή άλλοι τρόποι δράσης για την επιτυχία στη συνάντηση αυτών των υψηλών στόχων είναι λίγοι σε αυτές τις δημοσιεύσεις. Το ένα πράγμα που αναφέρεται είναι σχέσεις των ελληνικών ψυχολόγων με “επιδρώντες και σύγχρονους παγκόσμιους άλλους” και η πραγματοποιήση “επιστημονικής» ή εμπειρικής έρευνας. Πιο συγκεκριμένα, o/h Harper (1971), και η δημοσίευση από την αμερικανική ψυχολογική ένωση (APA) στην οποία αναφέρεται, εκτενώς συστήνουν ότι οι «διεθνείς αντιπροσωπείες», οι «Έλληνες που εκπαίδευσαν στο εξωτερικό» και «το γραφείο Ναυτικής Έρευνας των ΗΠΑ» παρέχουν «ένα κανάλι μέσω του οποίου η υποστήριξη μπορεί να επιτευχθεί» (σελ. 44). Η “συνεργασία» του ΝΑΤΟ με το πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης μέσω των καθηγητικών θέσεων και της χρηματοδότησης για το εργαστήριο του πανεπιστημίου είναι τεκμηριώμένα στο άρθρο του/της Harper. Αυτό το άρθρο και οι δημοσιεύσεις του APA που προαναφέρθηκαν σημειώνουν τους επιδραστικούς ρόλους που έπαιξαν επάνω στην ψυχολογία ως περιεχόμενο το Orlinda Childs Pierce College, ένα «αμερικανικό ίδρυμα» όπου διδάσκεται η ψυχολογία, και άλλα ιδιωτικά κέντρα. Τα τελευταία άρχισαν ως «ερευνητικά κέντρα» και, τελικά, λειτούργησαν ως οργανισμοί ψυχοθεραπευτικής εκπαίδευσης. Το κάλεσμα συνεργαίας για το ΝΑΤΟ και “το γραφείο ναυτικής έρευνας των ΗΠΑ» δεν είναι παράδοξη, δεδομένου ότι τέτοιες συστάσεις υποβάλλονται σε αυτό που μπορεί να “θεωρηθεί» η κατάλληλη ιστορική στιγμή: Η Ελλάδα ήταν υπό στρατιωτική δικτατορία στην ίδια ιστορική περίοδο όπου αυτά τα έγγραφα που διατυπώνουν αυτές τις συστάσεις γράφτηκαν. Άλλες δημοσιεύσεις εκείνης της περιόδου εστιάζουν επίσης στο “ανοίγμα της περιοχής”. Τα ζητήματα του “εκσυγχρονισμού” της ψυχολογίας σύμφωνα με το “έθνος που γίνεται γρήγορα σύγχρονο» συζητούνται και η αναδυόμενη «παρούσα κατάσταση πραγμάτων” περιγράφεται. Η Χαρήτου- Φατούρου (1973) περιγράφει πώς οι “σύγχρονες” «εισαγόμενες” πρακτικές της δοκιμής και της μέτρησης χρησιμοποιούνται στην Ελλάδα. Εντούτοις, αυτό που αποφεύγει ακόμα η κατάλληλη προσοχή είναι τα διαφορετικά ιστορικά υπόβαθρα καθώς επίσης και σύγχρονες παραδόσεις όσον αφορά την κατανόηση της ανθρώπινων νοημοσύνης και των ικανοτήτων. Οι δοκιμασίες που κατασκευάστηκαν αρχικά, τυποποιημένες και δημοσιευμένες συνήθως στις ΗΠΑ βάσει της αμερικανικής ιστορίας και της ακαδημαϊκής παράδοσης, μόνο «υιοθετήθηκαν/μεταφράστηκαν» στην Ελλάδα χωρίς επανατυποποίηση (Nikoloupoulou & Όουκλαντ 1990; Triliva & Stalikas, 2004).
Δύο ακόμη άρθρα (Bouhoutsos & Roe 1984; Nikolopoulou & Oakland 1990) υπογραμμίζουν τις “εισαγόμενες” κατανοήσεις, πρακτικές, και τη γνώση στην καθιέρωση της ψυχολογίας ως τομέα μελέτης και επάγγελμα στην Ελλάδα. Πιο συγκεκριμένα οι Nikolopoulou & Όουκλαντ, που περιγράφουν την παρούσα κατάσταση στη σχολική ψυχολογία, δηλώνουν:

Οι «σχολικοί ψυχολόγοι είναι συχνά επαγγελματίες που έχουν εκπαιδευτεί αλλού, έχουν ειδικεύσεις σε άλλες περιοχές (π.χ. κλινικός, αναπτυξιακός), και είναι απροετοίμαστοι για να εργαστούν σε σχολεία. Αυτή η ποικιλομορφία αποτρέπει την καθιέρωση του επαγγελματισμού και προωθεί τις διαφωνίες μεταξύ των ψυχολόγων όσον αφορά τις προτιμημένες πρακτικές και τις υπηρεσίες. Αυτή η ποικιλομορφία επιδεικνύεται στη πρακτική των τέστ.» (p.151).

Δεν εκπλήσσει κάποιον/α ότι στις επισκοπήσεις βιβλιογραφίας της Χαρήτου- Φατούρου (1973), της Nikolopoulou & του Όουκλαντ (1990) και των Triliva & Stalikas (2004), πολλές από τα βασικά τέστ που χρησιμοποιήθηκαν στις ψυχομετρικές αξιολογήσεις στα ελληνικά δημόσια και ιδιωτικά όργανα ήταν τα ίδια και ότι πολλά από αυτά συνέχισαν να μην τυποποιούνται για τον ελληνικό πληθυσμό. Είκοσι ένα έτη, τρεις διαφορετικές μελέτες, και τα συμπεράσματα ήταν πολύ παρόμοια: η “νοημοσύνη» και οι εξετάσεις ικανοτήτων δεν χρησιμοποιήθηκαν τόσο εύκολα όσο σε άλλες χώρες. Μεταφράστηκαν απλά στην ελληνική γλώσσα και δεν τυποποιήθηκαν επαρκώς για να ταιράξουν στο πολιτιστικό πλαίσιο. Και πολλοί από τους επαγγελματίες που χρησιμοποίησαν αυτές τις μετρήσεις ήταν αυτο-εκπαιδευμένοι στις εφαρμογές τους.
Θα μπορούσε αυτό το είδος “μεταφοράς γνώσης” και η εγκατάσταση αυτό που αποτελεί τη νοημοσύνη, την προσωπικότητα, και τις ικανότητες και η μέτρησή τους είναι επιβλαβείς; Θα μπορούσαν οι “επαγγελματίες” να σχηματίζουν απόψεις και να κάνουν γενικεύσεις και συστάσεις για τις ζωές των λαών που δεν είναι πιθανό να είναι σωστές; Όταν αφορά τη χρήση των τέστ που αναπτύχθηκαν αρχικά και χρησιμοποιήθηκαν σε συγκεκριμένους πληθυσμούς ο Robert Sternberg (2004) δίνει ισχυρά επιχειρήματα για την έλλειψη καταλληλότητάς τους για τα διαφορετικά κοινωνικοπολιτισμικά πλαίσια. Θα μπορούσαν τα συνεπή ευρήματα ότι τα τέστ δεν χρησιμοποιούνται τόσο συχνά όσο στη Βόρεια Αμερική, να υπονοήσουν κάτι για το πώς ο πολιτισμός και οι επαγγελματίες που τον εξυπηρετούν βλέπουν τις δοκιμασίες, τη μέτρηση και την αξιολόγηση, σε αντιδιαστολή με αυτά “που εγκαθίστανται” » ως “σωστό και επιστημονικό σχέδιο δράσης»; Αυτές είναι ερωτήσεις που παραμένουν αναπάντητες. Ωστόσο αυτο που έχει γίνει προφανές είναι ότι με την “εγκατάσταση” τέτοιων αξιώσεων ήρθε η εγκατάσταση τέτοιων πρακτικών και όπως η Nikolopoulou & ο Όουκλαντ (1992) θέτουν:

«Δεδομένου ότι οι επαγγελματικοί ψυχολόγοι έχουν καταρτιστεί σε ξένες χώρες έχουν εισαγάγει στη χώρα μια σειρά θεμελιωδών υποθέσεων που είναι τετμημένες, ασύνδετες και που δεν έχουν την απαιτούμενη σχέση με την ελληνική πραγματικότητα.» (σελ. 55).

Οι Markoulis & (1992) Demetriou ενοχλούνται σε άρθρο τους από τις κριτικές άλλων συντάκτών (όπως οι Bouhoutsos & Roe, Vagner and Katakis ) και προσπαθούν να επιδείξουν πώς ο τομέας της ψυχολογίας στην Ελλάδα έχει σημειώσει «πρόοδο» «σε ποσότητα, ποιότητα, και τους στόχους της ψυχολογικής έρευνας.» Αναφέρουν 175 μελέτες σε έξι τομείς και δηλώνουν ότι «η μελέτη των ατομικών διαφορών είναι αναμφισβήτητα ένας από τους δημοφιλέστερους ερευνητικούς τομείς για τους έλληνες ψυχολόγους» (σελ. 79). Αναφέρουν τα τεστ που χρησιμοποιούνται, τα ίδια τεστ που στα προαναφερθέντα άρθρα χαρακτηρίστικαν «μην τυποποιημένα για τον ελληνικό πληθυσμό». Και ακόμη και σε αυτήν την ευνοϊκή επισκόπηση οι συντάκτες έπρεπε να παραδεχθούν ότι υπάρχουν δυσκολίες στην καθιέρωση των τεστ ανεξάρτητα από τον πολιτισμό (culture-free tests). Θα μπορούσε να υπάρξει ένα τέστ ανεξάρτητο του πολιτισμού ή ένα περιεχόμενο ανεξάρτητο του πολιτισμού σε έναν τομέα και μια επιστήμη που μελετά τα ανθρώπινα όντα, τις ζωές τους, τις σχέσεις τους, τα όργανα τους, και τα υποκειμενικότητές τους; Γιατί η εστίαση στις ατομικές διαφορές, τα τεστ, τη μέτρηση, και την αξιολόγηση και στην έρευνα και στην πρακτική; Είναι επειδή με αυτά τα μέσα, είναι εύκολο να κατηγοριοποιήσει και να διχοτομήσει και να προσφέρει με αυτό τον τρόπο (κατηγορικές) μετα-περιγραφές; Και με την προσφορά τέτοιων “αναντίρρητων αληθειών”, να γίνει εύκολο να υποθέσει ότι ο ερευνητής ή η επαγγελματίας όχι μόνο περιγράφει και κατανοεί τι έχει στο μυαλό της/του, αλλά μάλλον, ότι εκείνος ή εκείνη προσφέρει μια τακτοποιημένη συνοπτική περιγραφή (αληθινή και επιστημονική) αυτών που η “νοημοσύνη» (ή οποιοδήποτε άλλο κατασκεύασμα) σημαίνει στον ελληνικό πολιτισμό, την κοινότητα, ή την ομάδα. Θα μπορούσε αυτό να είναι η “επιστημονική» συσκευασία, ο τύπος να είναι λαμπρός όμορφος, και τακτοποιημένος, που πωλείται εύκολα και προσφέρεται για την άμεση κατανάλωση ή την εσωτερικευση; Εντούτοις, λαμβάνοντας υπόψη την έλλειψη συναίνεσης μεταξύ των διάφορων θεωρητικών και ερευνητών στο ποιά είναι τα καθοριστικά χαρακτηριστικά της νοημοσύνης, ακόμη και για έναν πολιτισμό (το ίδιο πράγμα ισχύει για τα περισσότερα ψυχολογικά κατασκευάσματα), οποιαδήποτε ενιαία μετα-περιγραφική αξίωση που προορίζεται ως αναπαράσταση της επικρατούσας ψυχολογικής κατανόησης της κατασκευής είναι αναγκασμένη να είναι ανακριβής. Ωστόσο, οι κατασκευές, οι κατανοήσεις, οι επικρατούσες πρακτικές, και οι διαδικασίες υιοθετήθηκαν στην Ελλάδα. Σε ένα πολύ αργότερο άρθρο από τους Theodore, Bray, Kehle & Dioguardi (2002) αυτή η εγκατάσταση «είναι πλήρης (και δηλώνουν):

«’Η αμερικανική σχολική ψυχολογία έχει επηρεάσει την ανάπτυξη της σχολικής ψυχολογίας στην Ελλάδα… Εξετάζοντας τις αναλύσεις των αποτελεσμάτων της ειδικής εκπαίδευσης στις Ηνωμένες Πολιτείες (η έρευνα που αναφέρεται στο αρχικό) είναι υποστηρίξιμο να υποθέσουμε ότι η ελληνική αναδιάρθρωση της ειδικής εκπαίδευσης και η παροχή σχολικών ψυχολογικών υπηρεσίών θα οδηγήσουν σε παρόμοιες εκβάσεις όπως εκείνες που βρίσκουμε στις Ηνωμένες Πολιτείες. Δηλαδή δεν μπορεί να υπάρξει καμμία αξιόλογη, και ίσως ακόμη και αρνητική επίπτωση, στην ακαδημαϊκή και κοινωνική λειτουργία των παιδιών» (σελ. 153).

3. Οργανώνοντας και (ανα)παράγοντας την ψυχολογία στην Ελλάδα

Ο εκσυγχρονισμός, η παραγωγή εικόνας (image-making), και η πρόσκτηση νομιμότηταw μέσω της χρήσης “επιστημονικών» (αν και εισαγόμενων και ελάχιστα κατάλληλων) εννοιών, μεθόδων και πρακτικών είναι οι κυρίαρχες εστιάσεις των προαναφερθέντων άρθρων. Τι απουσιάζει ύποπτα από τις δημοσιεύσεις για την ψυχολογία στην Ελλάδα είναι η παρούσα κατάσταση των πραγμάτων:

τι μπόρεσε να καθορίσει την ψυχολογία στο ελληνικό ακαδημαϊκό πλαίσιο,

τι αποτελεί την ειδίκευση σε μια θεματική περιοχή,

τι είναι οι ανάγκες των ανθρώπων και

ποιοί είναι οι θεσμοί που απαιτούνται μέσα στη χώρα και

πώς μπορεί ο ψυχολόγος να αποκριθεί σε αυτούς, και

τι θα έπρεπε να αποτελέσει τις εκπαιδευτικές απαιτήσεις για την παραγωγή ενός “επαγγελματία ψυχολόγου” μέσα στο ελληνικό πλαίσιο; Αυτό σημαίνει την ειδίκευση και την απόκτηση άδειας για πρακτική.

Ο νόμος απόκτησης άδειας εργασίας πέρασε αρχικά στην Ελλάδα το 1979, αλλά οι άδειες δεν χορηγήθηκαν έως το 1993. Μέσα στην διάρκεια αυτών των ετών ότι οι “εντός της χώρας” λόγοι (discourses) ζωντάνεψαν. Επιπλέον, και πιο σημαντικά, αυτό που πιό εμφανώς απουσιάζει από τις επισκοπήσεις βιβλιογραφίας που δημοσιεύονται στο εξωτερικό και όπως θα δούμε στις “θερμές συνομιλιών” μέσα στη χώρα, είναι το ελληνικό υποκείμενο στο πλαίσιο, ένα πλαίσιο πλούσιο σε παραδόσεις, μεταφορές, παραδείγματα, επιστημολογίες και κοσμολογίες. Με το δεδομένο ότι αυτά τα κρίσιμα ζητήματα είναι απόντα στους λόγους, λαμβάνοντας υπόψη ότι οι θεωρίες και οι μέθοδοι έχουν (ανα)παραχθεί, αχώνευτες και μην σχεδιασμένες για να ταιριάξουν στο ελληνικό πλαίσιο, και ότι η υποτιθέμενη επείγουσα ανάγκη “παραγωγής” ψυχολόγων, είναι έκπλήξη που οι σπουδαστές εύκολα βάφτισαν τους εαυτούς τους “ψυχοθεραπευτές” και προσχωρούν στο ηγεμονικό ιατρικό μοντέλο? Θα ήταν παράδοξο να υπαινιχθεί (χρησιμοποιώντας την έμφαση του Paulo Freire και του Martin- Baro) ότι αυτό θα ήταν μια ψυχολογία “για» τους ανθρώπους και όχι “από» ή “των” πελατών τους; Και τελικά, θα ήταν υπερβολικά υπεροπτικό να υποτεθεί ότι θα υπήρχε ένα ζωντανό διαφορικό δύναμης στον τοποθέτηση (positioning) αυτών των επαγγελματιών, μια τοποθέτηση που δεν τους φέρνει παράλληλα με τους πελάτες τους αλλά τους κάνει διανομείς “συμβουλών» ή γνώσης (παρόμοια με τα ψυχοτροπικά φάρμακα που οι συνάδελφοί τους οι ψυχίατροι διανέμουν), κάνοντας αυτούς και τους πελάτες τους παθητικούς και αυτοματοποιημένους δέκτες, οι οποίοι μπορούν να λειτουργήσουν μέσα σε οποιοδήποτε πλαίσιο;
Στις αρχές της δεκαετίας του ’80 υπήρξε πολιτική αλλαγή στην Ελλάδα. Με αυτή ιδρύθηκε το εθνικό σύστημα υγείας (ο νόμος 1397/1983), απαιτήθηκε η απόρριψη του εκπαιδευτικού συστήματος (εκδημοκρατισμός, που δομήθηκε ως η διεύρυνση στην πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση για τους μη-προνομιούχους πολίτες), και η επέκταση της αγοραστικής δύναμης των καταναλωτών υποβοηθήθηκε. Η παραγωγή των επαγγελματιών ψυχολόγων που θα παρείχαν τις υπηρεσίες στα νοσοκομεία, τα ιδρύματα, τα σχολεία, τα συμβουλευτικά κέντρα, και τις εθνικές επιτροπές ήταν ένα θεμελιώδες μέρος των μηχανισμών και στρατηγικών που περιλαμβάνονται στην κατασκευή ενός έθνους που να τοποθετεί την ευημερία του λαού του ως κυρίαρχο στόχο. “Νέοι” κυρίαρχοι λόγοι (discourses) εισάγονταν και υιοθετούνται και μαζί με αυτούς ήρθαν και αυτοί που ήταν οι κυρίαρχοι και επικρατέστεροι λόγοι (discourses) στην ψυχολογία, σε αυτήν την “νέα και σύγχρονη» επιστήμη που καθιερωνόταν στο πρόσφατα ιδρυμένο τμήμα ψυχολογίας στο πανεπιστήμιο της Κρήτης και επρόκειτο να βοηθηθεί από το νέο κείμενο για την ψυχολογία στο λύκειο.
Αλλά είναι εγγενές στην Ελλάδα ότι υπάρχει μια έλλειψη συνέχειας μεταξύ του γρήγορου ρυθμού των αναπτυσσόμενων και ανοικτών πανεπιστημιακών τμημάτων στις κοινωνικές επιστήμες και της υπανάπτυξης της κριτικής σκέψης και έρευνας στον τομέα. Η αναστοχαστική αξιολόγηση και η γνώση των επιστημολογικών κατανοήσεων που υποδεικνύουν τη σύνθεση, τις λειτουργίες, και την ανάπτυξη του τομέα των κοινωνικών επιστημών είναι ακόμα σε ένα στάδιο νεόφυτου στην Ελλάδα. Η γνώση του κοινωνικού και επιστημολογικού πλαισίου που θα βοηθούσε την ανάπτυξη των κοινωνικών επιστημών στέλνεται συχνά στη σφαίρα της “άχρηστης πολυτέλειας» (φυσικά αυτό ταιριάζει μέσα στο πρίσμα της λογικής της αγοράς και των αξιών της) και θεωρείται επίσης ως μια επικίνδυνη έρευνα που απειλεί τους κυρίαρχους λόγους και το καθεστώς του κλαδου.
Εγγενής είναι επίσης η δόμηση της κοινωνικής οργάνωσης, της παραγωγής, και της αναπαραγωγής της ακαδημαϊκής ψυχολογίας στην Ελλάδα. Αυτή η ιδιοσυγκρασία επίσης πολύ αποτελεσματικά έχει αποτρέψει την οικοδόμηση μιας επιστημονικής και επαγγελματικής κοινότητας (και συνεχίζει ακόμα να το κάνει). Τα πιό κοινά και προφανή, αλλά ταυτόχρονα πιό αόρατα χαρακτηριστικά σε αυτή την αποτροπή είναι συγκεκριμένοι μηχανισμοί και διαδικασίες «ομαδοποίησης»: Ο διάλογος, το επιχείρημα, και η σύγκρουση δεν πραγματοποιούνται σε ένα πλαίσιο μερικών συμφωνημένων πολιτικών ή/και επιστημολογικών στόχων, κριτηρίων ή σκοπών. Αλλά είναι βασισμένα (μερικώς, ρευστά και αυθαίρετα) στα άτυπα κοινωνικά δίκτυα, τις κλίκες, κ.λπ., τα οποία δεν έχουν μια σταθερή θεωρητική ή επιστημολογική συνεκτικότητα και διατηρούν τη συνοχή τους μέσω των «κοινωνικών λόγων» ή άλλων κινήτρων μη συγκεκριμένων στην ψυχολογία ως επιστημονικό τομέα και επαγγελματική κοινότητα. Τέτοια ρευστά άτυπα δίκτυα και κλίκες χρησιμοποιούν συνήθως και αναφέρονται στις επιστημονικές «αξιώσεις” και, επιπλέον, απευθύνονται στα ενδιαφέροντα και τα συμφέροντα του επαγγέλματος ή της επιστήμης όταν, στην πραγματικότητα, τέτοιες αναφορές υπόσχονται τη δημοσίευση των δικών τους ομαδικών αξιώσεων. Η “επιστήμη” ή το “επάγγελμα” φαίνεται να έχουν αξία ως απλά οχήματα για την προώθηση των ομαδικών αξιώσεων. Ένα παράδειγμα αυτού του είδους οργάνωσης και (ανα)παραγωγής του επαγγέλματος/ επιστήμης βρίσκεται στο ακόλουθο απόσπασμα στον “αμερικανό ψυχολόγο”. Η ημερομηνία δημοσίευσης αυτού του σχολίου – μέσα δεκαετίας του ’80 – δείχνει επίσης τη διαχρονική ποιότητα και δύναμη αυτής της παρατήρησης:

«Όσον αφορά το ρόλο του ακαδημαϊκού ψυχολόγου στην Ελλάδα, πολύ λίγα μπορούν να ειπωθούν υπεύθυνα επειδή η απόκτηση και η διατήρηση ενός ακαδημαϊκού διορισμού στην Ελλάδα είναι πάντα ένα “εξαιρετικά πολιτικό θέμα». O Σύλλογος των ελλήνων Ψυχολόγων (ΣΕΨ) πρέπει να αντιμετωπισθεί περισσότερο ως λόμπι για την προμήθεια των κυβερνητικών ευνοιών για μια χούφτα των μελών εκτελεστικών επιτροπών του παρά ως επαγγελματικό σώμα που εργάζεται για το συμφέρον του επαγγέλματος.» (Piperopoulos 1985, 475).

Εκτός από το να είναι ένα “πολιτικό θέμα», όπως αναφέρεται στο ανωτέρω σχόλιο, η ακαδημαϊκή ψυχολογία είναι επίσης ένα θέμα δημοσίευσης εργασιών σε Βόρειο-Ατλαντικά, “υψηλού αντίκτυπου» και με γόητρο περιοδικά, και είμαστε βέβαιοι ότι όλοι ξέρουμε και καταλαβαίνουμε τι υπονοεί αυτή η απαίτηση. Σαν ανέκδοτη πληροφορία, αυτό το άρθρο και οι πληροφορίες που περιέχει δεν θα μπόρεσαν να έχουν συντεθεί εάν ένας από τους συντάκτες δεν ήταν σε ακαδημαϊκή άδεια στον Καναδά. Δεν θα είχαμε πρόσβαση στα περιοδικά και τα άρθρα που αυτοί οι έλληνες συγγραφείς δημοσίευσαν στο εξωτερικό εάν ήμαστε όλοι/ες στην Ελλάδα! Επιπλέον, η έλλειψη συνεκτικότητας και ανοικτού διαλόγου αποδεικνύεται επίσης από το γεγονός ότι δεν υπάρχει καμμία βάση δεδομένων και δημοσιεύσεων, ότι υπάρχει πραγματικά μόνο ένα περιοδικό, και αν και υπάρχουν τουλάχιστον τρεις επαγγελματικές και καμμιά δωδεκάδα άλλες σχετικές οργάνωσεις για ψυχολόγους, λίγη επικοινωνία υπάρχει μεταξύ τους και ως εκ τούτου μια έλλειψη κατανόησης ως προς τους αντίστοιχους επαγγελματικούς στόχους, λειτουργίες, και ενέργειες.
Με την εξαίρεση μιας “διυπηρεσιακής” συνεδρίασης το 1995 (!) δεν υπήρξε κανένας (ανοικτός ή/και δημόσιος) ακαδημαϊκός διάλογος για το τι είναι το περιεχόμενο, ποιό είδος των μεταπτυχιακών προγραμμάτων είναι απαραίτητο, και ποιές θα έπρεπε να είναι οι απαιτήσεις για την άδεια εργασίας; Αλλά ήταν το 1993 όταν οι πύλες άνοιξαν, και τώρα χιλιάδες υποψήφιοι και υποψήφιες με έναν τεσσάρων ετών, χωρίς ειδίκευση πτυχίο, με κακώς εποπτευμένη πρακτική έχουν την άδεια εργασίας. Η ερώτηση που προέκυψε/προκύπτει και που κανένας που έθεσε/θέτει ούτε απάντησε/απαντά ήταν/είναι «να εργαστούν πάνω σε τί;» Ο διάλογος σε τέτοια ζητήματα απουσιάζει. Εν τω μεταξύ πολλοί πτυχιούχοι “γίνονται» επαγγελματίες ψυχολόγοι και κρεμούν τα πιστοποιητικά τους για να ασκήσουν κλινική ψυχολογία, να πραγματοποιήσουν ψυχοκοινωνικές αξιολογήσεις, να χορηγήσουν τέστ νοημοσύνης, να κάνουν έρευνα, να εργαστούν στις δομές όπου οι ψυχολόγοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους. Οποιοσδήποτε και οποιαδήποτε με ένα τετραετές πτυχίο μπορεί να αυτό-αποκληθεί κλινικός, κοινωνικός, εξελικτικός ψυχολόγος και οι περισσότεροι καλούνται κλινικοί ψυχολόγοι και ψυχοθεραπευτές. Το 2001 το Υπουργείο Υγείας αποφάσισε ότι ο επαγγελματικός ρόλος των ψυχολόγων και η λειτουργία πρέπει να έρθουν υπό διερεύνηση. Είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι ο Υπουργός Υγείας τότε ήταν ο Δρ. Στεφανής, ένας από τους προεξέχοντες ψυχιάτρους αναφερθέντες νωρίτερα. Δύο επιτροπές συστάθηκαν για να εξετάσουν και να υποβάλουν συστάσεις σχετικά με τις ακόλουθες ερωτήσεις:
– Ποιοί είναι οι διαφορετικοί της επαγγελματικής ψυχολογίας και ποιές είναι οι απαιτήσεις για την αδειοδότηση σε αυτούς τους κλάδους;
– Και ποιές πρέπει να είναι οι απαιτήσεις για την άδεια “ψυχοθεραπείας”;
Δύσκολες, πρακτικές αλλά και οι “πολιτικές” ερωτήσεις σίγουρα ήταν, λαμβάνοντας υπόψη ότι σχεδόν 10 έτη είχαν περάσει αφού εφαρμόστηκε ο νόμος αδειοδότησης. Πολλά αμφισβητούμενα ζητήματα έπρεπε να αντιμετωπιστούν και δεν είναι παράδοξο ότι οι δύσκολες – τώρα πολιτικές – αποφάσεις δεν λήφθηκαν.
Η βιασύνη της ελληνικής ψυχολογίας για την επιστημονική αναγνώριση και την κοινωνική θέση ως επάγγελμα μιμείται και ανακεφαλαιώνει την ιστορία της παραγωγής της ψυχολογίας στη Βόρεια Αμερική στην αρχή του εικοστού αιώνα. Όπως ο εκλιπών κοινωνικός ψυχολόγος και ενεργός Ιησουϊτης στο Σαν Σαλβαδόρ Ignacio Martin-Baro (το 1994, σελ. 20) το έθεσε, υπήρξε και υπάρχει ένας “επιστημονικός μιμητισμός” στη βορειοαμερικανική ψυχολογία των “επιστημών”, ένας μιμητισμός των μεθόδων και των εννοιών, που υποτίθεται/υποτίθετο να βοηθήσει για να το νομιμοποιήσει γρήγορα ως “αληθινή» επιστήμη. Επιπλέον, καθώς ο Martin- Baro (1994) περιγράφει

η «λατινοαμερικανική ψυχολογία κοίταξε την ήδη επιστημονικά και κοινωνικά αξιοσέβαστη “Μεγάλη Αδελφή» της, και, δανειζόμενη τα μεθοδολογικά και πρακτικά εννοιολογικά εργαλεία της, ήλπισε να κερδίσει από τη δομή εξουσίας σε κάθε χώρα, μια κοινωνική θέση ισοδύναμη με αυτήν που επιτεύχθηκε από τους Βόρειο-Αμερικανούς.» (σελ. 20)

Αυτή η περιγραφή παραλληλίζει και περιγράφει αυτό που συνέβη στην Ελλάδα: μια επιπόλαια κατάποση και εγκόλπωση των θεωριών, των μεθόδων, των παραμέτρων, των μοντέλων και των πρακτικών από το εξωτερικό. Ένα “cut-and-paste»- συχνά ανεπαρκές – των εννοιών και των μεθόδων που κάλυψαν ουσιαστικά τη μακροχρόνια και πλούσια ιστορία του ελληνικού λαού και των υποκειμενικοτήτων του. Η χρήση των ελληνικών φακών για την επεξεργασία των ιδεών, των παραδειγμάτων, και των μεθοδολογιών δεν έχει γίνει καθόλου αντικείμενο θεώρησης.
Είναι παράδοξο ότι αυτές οι αχώνευτες αρχές ήταν ελάχιστα κατάλληλες για την ελληνική κοινωνία και το πολιτιστικό περιβάλλον (milieu);
Ή ότι οι άνθρωποι τις “αγόρασαν” δεδομένου ότι θα αγόραζαν οποιαδήποτε προϊόντα που υπόσχονται γρήγορα διορθώματα και που εισάγονται και γίνονται από “επιστημόνες” από το εξωτερικό;
Ή ότι είναι αμφισβητήσιμο εάν το επάγγελμα της ψυχολογίας έχει κερδίσει το κοινωνικό στάτους που αποζητούσε;

Βιβλιογραφία

Αdorno, Τ. (1990). Θεωρία της ημιμόρφωσης. Αθήνα: Αλεξάνδρεια.
Bouhoutsos, Jacqueline C & Roe, Kiki Vlachouli (1984). Mental health services and the emerging role of psychology in Greece. American Psychologist, 39, 1,1984, 57-61.
Christodoulou, G. N. (1970). Psychiatry in Greece. The International Journal of Social Psychiatry, 16, 314-316.
Galanis, Georgios N. (2001). Notizen zur Psychologie in Griechenland. Στο: Επιστημονική Επετηρίδα του ΠΤΔΕ του Παν/μίου Ιωαννίνων, 14 (2001), 7-15.
Haritos-Fatouros, M. (1984). Research studies on testing in Greece: A review. International Review of Applied Psychology, 33, 351-70.
Harper, R. (1971). Psychology in the University of Thessaloniki and elsewhere in Greece. International Review of Applied Psychology, 20, 39-47.
Hartokollis, P. & Georgas, J. G. & Katakis, H. (1966). Psychiatry in contemporary Greece. In: American Journal of Psychiatry, 1966, 123, 457-462.
Housiadas, L. (1976). Psychology around the world: Greece. In: Sexton, Virginia Staudt & Misiak, Henryk (Eds.). Psychology around the world. CA: Brooks/Cole Publishing Company, pp. 182-189.
Katakis, Charis D. (1988). Reflections on the State of Greek Psychology. In: American Psychologist, 43, 6, June 1988, 486-487.
Markoulis, D. & Demetriou, A. (1992). Academic and Research Psychology in Greece. In: Uwe P. Gielen, Leonore Loeb Adler, & Norman A. Milgram (Eds.). Psychology in International Perspectives: 50 years of the International Council of Psychologists. Amsterdam: Swets & Zeitlinger, pp. 70-87.
Martin-Baro, Ignacio (1994). Writings for a liberation psychology. Cambridge, Mass.: Harvard University Press.
Ministry of Health, Greece (2003). Document number 21200 of the Presiding Committee of Health: Final proposal of the Committee of Psychologists in reference to the recommendations of the Psychotherapy Committee regarding the licensure of Psychologists-Psychotherapists (in Greek).
Nikolopoulou, A. K. & Oakland, T. (1990). School psychology in Greece: An updated review. School Psychology International, 11, 147-154.
Nikolopoulou, A. K. (1989). Psychology in Greece: Past, Present and Future Perspectives. Unpublished doctoral dissertation at the University of Texas in Austin.
Panayioutou, M. (1979). Psychology within the Educational System of Greece. In: C. D. Catterall (Ed.). Psychology in the Schools in International Perspective. Columbia, OH: C.D. Catterall, pp. 86-103.
Papadopoulos, Nikos G. & Galanis, Georgios N. (2000). Das Image der Psychologie in Griechenland: Ergebnisse einer explorativen empirischen Untersuchung. Στο: Επιστημονική Επετηρίδα του ΠΤΔΕ του Παν/μίου Ιωαννίνων, 13 (2000), 133-148.
Piperopoulos, Georgios (1985). On the Role of Psychology in Greece: Comment on Bouhoutsos and Roe. In: American Psychologist, 40, 4, April 1985, 475.
Theodore, Lea A. Bray, M. A., Kehle, T. J., & Dioguardi, R. J. (2002). School Psychology in Greece. A System of Change. In: School Psychology International, 23, 2, 148-154.
Vanger, Philipos (1986). A Decade of Psychological Publications Relevant to Greece: Reflections on the State of Greek Psychology. In: American Psychologist, 41, 8, August 1986, 924-926.
Καζολέα-Ταβουλάρη, Π. (2002). Η ιστορία της ψυχολογίας στην Ελλάδα(1880- 1987). Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Καράβατος, Θανάσης (1991). Τα πρώτα βήματα της Ψυχολογίας στην Ελλάδα. Η «Ψυχολογία» του Γεωργίου Σερούϊου (1841). Αθήνα: Οδυσσέας – Τρίαψις Λόγος 4.
Ναυρίδης, Κλήμης (1986). Για το μάθημα της Ψυχολογίας. Στο: Σχολείο και ιδεολογία (Υλικά συμποσίου Τμήματος Παιδείας της ΚΕ του ΚΚΕ και του ΚΣ ΚΝΕ, Δεκ. 1985). Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή, 107-112.
Νικολοπούλου, Α. Κ. & Oakland, Th. (1992). Η ψυχολογία στην Ελλάδα σήμερα. Ψυχολογικά Θέματα, 5, 47-59.
Παπαδόπουλος, Νίκος Γ. (1977). Η ψυχολογία στη χώρα μας. Αθήνα.
Παπαδόπουλος, Νίκος Γ. (1983). Η ψυχολογία ως μάθημα στη Μέση Εκπαίδευση. Στο: Νέα Παιδεία, Έτος 7., Άνοιξη 1983, 182-188.
Παπαδόπουλος, Νίκος Γ. (1985). Κριτικό υπόμνημα για το βιβλίο του Ε. Παπανούτσου: Ψυχολογία 1970 (και 1976 ως εγχειρίδιο Β’ Λυκείου). Στο: Δελτίο της ΟΛΜΕ, 36, 578, Μάης 1985, 24-26.
Πλουμπίδης, Δημήτρης Ν. (1989). Ιστορία της Ψυχιατρικής στην Ελλάδα. Θεσμοί, ιδρύματα και κοινωνικό πλαίσιο 1850-1920. Θεσσαλονίκη: Σύγχρονα Θέματα – Τρίαψις Λόγος 1.
Τζαβάρα, Ελένη (1991). Εισαγωγή στην Ημερίδα: Ψυχολογία και Ψυχιατρική. Στο: Ψυχολογικά Θέματα, 4, 2, 101-104.
Τζαβάρας, Θανάσης (1983). Επιστολή περί παραφρόνων προς χρήσιν των εχεφρόνων. Στο: Σύγχρονα Θέματα, Νο 19, Δεκ. 1983 (Αφιέρωμα για την ψυχική υγεία στην Ελλάδα).
Τζαβάρας, Θανάσης (1994). Ψυχολογία: παλιό κρασί σε καινούργια κανάτια. Στο: Τσαλίκογλου, Φ. (επιμ.). Η Ψυχολογία στην Ελλάδα Σήμερα. Συνέδριο στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Αθήνα: Πλέθρον.
Τζαβάρας, Θανάσης (1999). Επίλογος από τον καθηγητή Α. Τζαβάρα (1997). Στο: Blue, Amy V. Η δημιουργία της Ελληνικής Ψυχιατρικής. Πολιτισμός, εαυτός και ιατρική. Αθήνα: Εξάντας, 313-317.
Χαρτοκόλλης, Π. (1994). Η ψυχανάλυση στην Ελλάδα. Στο: Τσαλίκογλου, Φ. (επιμ.). Η Ψυχολογία στην Ελλάδα Σήμερα. Συνέδριο στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Αθήνα: Πλέθρον.
Χουσιάδας, Λ. (1992). Η ψυχολογία στην Ελλάδα: παρελθόν, παρόν και σκέψεις για το μέλλον. Ψυχολογία, 1, 1-10.

Επειδή η μνήμη είναι γνώση

Το τελευταίο παραλήρημα του κ.Πολύδωρα, δεν είναι το μόνο.
Αντιγράφοντας από το blog State Watch Greece (πολύ καλό!, βλέπουμε:

Οταν ο Πολύδωρας μιλούσε για «αριστερίστικα φρούτα, μουτζαχεντίν και ταλιμπάν, που δεν μεταμελήθηκαν»

Δυστυχώς, οι απόψεις του Υπουργού Δημοσίας Τάξεως κ. Βύρωνα Πολύδωρα για τα κοινοβουλευτικά κόμματα και οι «δηλώσεις μετανοίας» που ζητάει επιτακτικά δεν είναι τωρινό φαινόμενο, αν και στο παρελθόν ο Σαμουράι Υπουργός κινούνταν σε πιο επικίνδυνες ατραπούς.

Σε άρθρο του στην ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ της Κυριακής 31 Αυγούστου 2003 με τίτλο «ΣΠΟΝΔΗ ΒΟΛΕΜΕΝΩΝ» ο κ. Πολύδωρας μιλούσε ήδη από τότε για «αριστερίστικα φρούτα, μουτζαχεντίν και ταλιμπάν, που δεν μεταμελήθηκαν ποτέ, αλλά με καμουφλάζ, προσπαθούν ακόμη να μετατρέψουν την Ελλάδα σε Σοβιετία», εντάσσοντας στον «στρατό» αυτό ακόμη και τον κ. Σημίτη!

Απόσπασμα από το σχετικό άρθρο-παραλήρημα:

«[…] Το πρόβλημα είναι οι βολεμένοι. Ένας ολόκληρος στρατός. Μουτζαχεντίν και ταλιμπάν. Δυνάμεις υποστήριξης. Φανατικοί, μισαλλόδοξοι. Με τον δικό τους ορισμό περί δημοκρατίας. Που περιέχει όλα τα αριστερά και αριστερίστικα φρούτα. Όπως μας τα υπενθυμίζουν, με το αζημίωτο βέβαια, οι διάφορες εκπομπές της κρατικής τηλεοράσεως και τα διάφορα ένθετα αρκετών εντύπων. Δεν έχει αποκαθηλωθεί ούτε ο Στάλιν.

Αναδιάταξη γίνεται κατά καιρούς στο εικονοστάσι των διεθνών και «εθνικών» αγίων και μαρτύρων της Αριστεράς. Ανάλογα με τις σκοπιμότητες και τους καιροσκοπισμούς τους. Αποκαθήλωση όχι. Μην ξεχνάμε πως ο Λένιν είναι ο πρωθιερέας του τακτικισμού στην παγκόσμια ιστορία, θεωρία και πράξη. Κανένας τους δεν μεταμελήθηκε. Κανένας τους δεν ζήτησε συγγνώμη. Κανένας τους δεν είπε «κάναμε λάθος».

Κάποιοι επιδίδονται, είναι αλήθεια, σε καμουφλάζ. Κάποιοι άλλοι, με πρώτον τον κύριο Σημίτη, που δεν πιστεύουν σε κανένα θεό, ερεθίζουν τα αντανακλαστικά των αιωνίων κορόιδων, μην έρθει η Δεξιά. Και η Δεξιά, αιωνίως δειλή και αιωνίως απολογούμενη δια των αρχηγών της και ταγών της, αποποιείται τον εαυτό της. «Δεν είμαι εγώ αυτή που λέτε» ψελλίζει η Δεξιά οπισθοχωρώντας διαρκώς. Δεν γινόμαστε όλοι αριστεροί, να βρούμε την ησυχία μας; όπως έγινε στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού και στη Σοβιετία για δεκάδες χρόνια; […]»

Δείτε επίσης:

Εμφυλιοπολεμικός ΒΥΡΩΝ ΠΟΛΥΔΩΡΑΣ αποδίδει τιμάς στους Ταγματασφαλίτες
http://pointgreece.blogspot.com/2006/12/blog-post.html

ΒΥΡΩΝ ΠΟΛΥΔΩΡΑΣ – Οι απόψεις του για την Αστυνομία ΠΡΙΝ τις εκλογές του 2004
http://pointgreece.blogspot.com/2006/12/2004.html
_________________________________________________________________________________________________

Σχολιασμός λοιπόν (αφού γι’αυτό είναι τα blogs):

Σαφώς και δεν είμαστε με το κ.Σημίτη, αλλά αν και αυτό είναι καλυμμένος κρυπτο-κομμουνιστής, τι να πούμε και για εμάς!
Αν ως εκεί φτάνει η αντικομμουνιστική ψύχωση (αλήθεια, στέκει αυτός ο χαρακτηρισμός ψυχοπαθολογικά, να ένα ενδιαφέρον σημείο συζήτησης και σχολίων) των εκφραστών του «Μεσαίου Χώρου», τί άλλο θα ακούσουμε;
Είναι όμως παραληρηματική ψύχωση ή απλά ιδεολογία, στην εποχή του τέλους των ιδεολογιών και της χρήσης της ψυχολογίας ως εξηγητικής επιστήμης;

Συγκέντρωση ενάντια στο νέο εθνικό Σχέδιο Δράσης για τα Ναρκωτικά

ανιχνεύτηκε στη σημερινή Ελευθεροτυπία:

«Υποκατάσταση Εξάρτησης»

Τη λογική της συντήρησης της εξάρτησης μέσω των υποκαταστάτων εισάγει στην ελληνική πραγματικότητα το νέο εθνικό σχέδιο δράσης για τα ναρκωτικά, καταγγέλλουν οι φορείς που υλοποιούν την απεξάρτηση 18ΑΝΩ, ΚΕΘΕΑ αλλά και οι σύλλογοι γονέων των θεραπευτικών κοινοτήτων.

Οπως επισημαίνουν, δεν είναι τυχαία η απουσία οποιασδήποτε αναφοράς στα στεγνά θεραπευτικά προγράμματα που εκπονούν. Ζητούν την άμεση απόσυρση του σχεδίου και την εκπόνηση σε εύλογο χρονικό διάστημα νέου που θα προκύψει ύστερα από διάλογο του υπουργείου Υγείας με τους εμπλεκόμενους φορείς.

Προς επίρρωση του αιτήματός τους το 18ΑΝΩ και η Πανελλαδική Συντονιστική Επιτροπή Φορέων κατά των Ναρκωτικών πραγματοποιούν σήμερα το απόγευμα (5 μ.μ.) συγκέντρωση διαμαρτυρίας και περικύκλωση του υπουργείου Υγείας στην Αριστοτέλους.

«Αυτό το σχέδιο προτείνει μια μονοδιάστατη πολιτική αντιμετώπισης της εξάρτησης η οποία εκφράζει μόνο τον ΟΚΑΝΑ ως φορέα προγραμμάτων υποκατάστασης χαμηλών προδιαγραφών, χωρίς ψυχοκοινωνική στήριξη. Χωρίς αναφορά στα κοινωνικά αίτια της πολυτοξικομανίας που καταδικάζουν όλο και πιο νέα άτομα απ’ όλα τα στρώματα ν’ αναζητούν τρόπους φυγής από την αβίωτη πραγματικότητα… Η λογική της υποκατάστασης ως κύριας μεθόδου αντιμετώπισης των ναρκωτικών κρύβει πίσω της την αστήρικτη αντίληψη της χρόνιας υποτροπιάζουσας αυτοπροκαλούμενης νόσου, όπως κάποιοι χαρακτηρίζουν την τοξικομανία, αλλά και τη με πάση θυσία μείωση του κόστους των προγραμμάτων», αναφέρει σε ανακοίνωσή της η θεραπευτική ομάδα του 18ΑΝΩ.

«Το σχέδιο που παρουσίασε το υπουργείο στην αρμόδια διακομματική επιτροπή της Βουλής απέχει πολύ από τη σημερινή πραγματικότητα και τις υφιστάμενες ανάγκες και χαρακτηρίζεται από προχειρότητα, χωρίς βέβαια να έχει προηγηθεί κοινωνικός διάλογος», αναφέρει το ΚΕΘΕΑ τονίζοντας την απουσία ισόρροπης ανάπτυξης πρόληψης, έγκαιρης παρέμβασης, κοινωνικής επανένταξης και μείωσης της βλάβης.

Ζητεί ακόμη τη δημιουργία οργάνου παρά τω πρωθυπουργώ για το συντονισμό και σχεδιασμό της εθνικής πολιτικής με διαχωρισμό του ρόλου του ΟΚΑΝΑ, πρόταση που αποτελεί προγραμματική εξαγγελία της κυβέρνησης. Το πρόβλημα των ναρκωτικών δεν αντιμετωπίζεται με ευχολόγια και άκαμπτες γραφειοκρατικές στρατηγικές, ούτε αφήνει περιθώρια για αυτοσχεδιασμούς, καταλήγει το ΚΕΘΕΑ.

Ενα νέο σχέδιο με κεντρική στρατηγική, ενιαία φιλοσοφία και αντίληψη, με έμφαση στην πρόληψη και κοινωνική επανένταξη ζητούν και το Εθνικό Συμβούλιο κατά των Ναρκωτικών, ο Σύλλογος Εργαζομένων στα Κέντρα Πρόληψης του ΟΚΑΝΑ, η Πανελλήνια Ενωση Νοσοκομειακών Ψυχολόγων που συμμετέχουν στη διαμαρτυρία.