(Απο)δομώντας την Ψυχολογία στην Ελλάδα

Παραθέτω το πρόσφατο άρθρο των Δαφέρμου, Μαρβάκη και Τριλίβα για την κατάσταση της Ψυχολογίας στην Ελλάδα. Είναι από το τελευταίο τεύχος του Annual Review of Critical Psychology (περιοδικό ελεύθερης πρόσβασης πια).
Μερικές σημειώσεις:

1.η επιμέλεια της μετάφρασης είναι από τη στήλη, με τη βοήθεια του Altavista Babelfish. Για τα τυχόν λάθη και παραλείψεις, δευ ευθύνονται οι συγγραφείς. Λόγω αμέλειας παραλήφθησαν οι σημειώσεις τους.
2.Έγινε προσπάθεια, όπου είναι δυνατόν, η γλώσσα να είναι gender-free. Κάτι πολύ δύσκολο στα ελληνικά. Δεν ξέρω κατά πόσον τα κατάφερα.
3.Ως ιστολόγιο δεν συμφωνούμε απόλυτα με τους ισχυρισμούς εντός του άρθρου, ιδίως όταν ξέρουμε το ποιόν μερικών εκ των παρατιθέμενων συγγραφέων. Ο νοών νοείτο. Αλλά θεωρούμε ότι είναι μια καλή κριτική αποτύπωση για την Ελλάδα. Και βάση διαλόγου…
4. Μπορείτε να βρείτε το πρωτότυπο άρθρο (στα αγγλικά) κλικάροντας στο σύνδεσμο του τίτλου.

Μανώλης Δαφέρμος, Θανάσης Μαρβάκης, Σοφία Τριλίβα
(Απο)Δομώντας την Ψυχολογία στην Ελλάδα

Dafermos, D. & Marvakis, A. & Triliva, S. (2006) ‘(De)constructing Psychology in Greece’, Annual Review of Critical Psychology, 5, http://www.discourseunit.com/arcp/5

1.Η αναδυόμενη επιστήμη/ τομέας

Τα προηγούμενα 20 έτη έχουν φέρει πολλή αλλαγή στην παραγωγή της ψυχολογίας ως περιεχόμενο και ως επιστήμη στην Ελλάδα. Για μια μεγάλη περίοδο πριν από αυτές τις εξελίξεις, οι ψυχολόγοι (ακαδημαϊκοί, επαγγελματίες, ερευνητές) ολοκλήρωναν την εκπαίδευσή τους στην ψυχολογία και λαμβαναν τους βαθμούς τους από διάφορα πανεπιστήμια στο εξωτερικό (Μεγάλη Βρετανία, Γερμανία, Ηνωμένες Πολιτείες, και Γαλλία κυρίως) και επιδίωκαν προφανώς να πραγματοποιήσουν την κοινωνική αναπαραγωγή τους με την άσκηση αυτού του “εισαγόμενου” και “εξωτικού” επαγγέλματος. Προκειμένου να γίνει κατανοητό ως προς το πώς και γιατί επήλθαν οι εξελίξεις των τελευταίων 20 ετών είναι σημαντικό να αναφερθούμε στην ιστορία της επιστήμης και του επαγγέλματος της ψυχολογίας στην Ελλάδα.
Η Ελλάδα έχει μια μακροχρόνια ιστορία ως πολιτιστικό πλαίσιο αλλά μια πολύ πιό σύντομη ιστορία ως σύγχρονο έθνος κράτος. Το ίδιο πράγμα μπορεί να ειπωθεί για την ψυχολογία στην Ελλάδα. Yπάρχει μια μακροχρόνια και αρχαία ιστορία της ψυχολογίας ως σύνολο εννοιών και όρων για την ανθρώπινη κατάσταση (οι εργασίες, οι λέξεις και τα αφηγήματα Ομήρου, του Σωκράτη, του Πλάτωνα, και του Αριστοτέλη), μια ιστορία 70-ετών ως ακαδημαϊκό θέμα που προσφέρεται μέσα στα τμήματα φιλοσοφίας, μια είκοσι ετών ιστορία ως θεματική περιοχή μελέτης σε πανεπιστημιακό επίπεδο, και μια μόνη “επίσημη” ιστορία 12-ετών της ψυχολογίας ως εφαρμοσμένη επαγγελματική πρακτική. Η αρχαία ιστορία της ψυχολογίας στο ελληνικό πολιτιστικό πλαίσιο είναι αρκετά πέρα από το πεδίο αυτής της παρουσίασης. Μπορεί να είναι αρκετό να ειπωθεί ότι δεν υπήρξε καμία συνέχεια εκείνων των παραδόσεων, όρων, ή επιστημολογιών μέχρι πολύ πρόσφατα όταν οι επιστημολογικοί λόγοι (discourses) όπως η αφηγηματική ψυχολογία, η θετική ψυχολογία, η συναισθηματική νοημοσύνη, και η φιλοσοφική ψυχολογία έγιναν δημοφιλέστερες και κέρδισαν την αποδοχή στις Ηνωμένες Πολιτείες και αλλού και εισήχθησαν έπειτα πίσω στη χώρα και τον πολιτισμό όπου οι ρίζες τους βρέθηκαν κοιμισμένες για αιώνες. Τα μοτίβα του ξεριζώματος (uprooting), της εγκόλπωσης (engulfing), της ενσωμάτωσης (incorporating), και της αναπαραγωγής (reproducing) παίζουν σημαντικό ρόλο στην ιστορία της ψυχολογίας στην Ελλάδα.
Η ψυχολογία είναι μια σχετικά νέα επιστήμη και επάγγελμα στην Ελλάδα. Η συμβολή της στο εθνικό πλαίσιο σε ευρύτερα είναι διφορούμενη εάν κάποιος θεωρήσει την έλλειψη εμπλαισίωσης (contextualization) της παραγωγής θεωρίας, της έρευνας και των εφαρμοσμένων πρακτικών. Στη μεγάλη βιασύνη για να καθιερωθεί ως επιστήμη και επάγγελμα ο τομέας δεν σκιαγράφησε ή προσδιόρισε το ρόλο του μέσα στο ελληνικό κοινωνικό πλαίσιο αλλά υιοθέτησε και πήρε τους ρόλους, τις πρακτικές, και τις μεθόδους ψυχολογίας από άλλα έθνη, συνήθως τις βορειοαμερικανικές χώρες (δηλ., πρώτιστα τις Ηνωμένες Πολιτείες) και τη βόρεια Ευρώπη (πρώτιστα, τη Μεγάλη Βρετανία και τη Γερμανία). Αυτό ήταν ίσως αναπόφευκτο δεδομένου ότι η πλειοψηφία των ανθρώπων στις ακαδημαϊκές θέσεις και πλαίσια εκπαιδεύτηκαν στο εξωτερικό και έφεραν μαζί τους τα πρότυπα και τα παραδείγματα που έμαθαν στα αντίστοιχα εκπαιδευτικά πεδία τους. Αλλά, όπως όλοι/ες γνωρίζουμε ως δάσκαλοι και δασκάλες, η γνώση χρειάζεται συνεχώς εκλέπτυνση, τα εργαλεία πρέπει να επανασχεδιάζονται και οι επιστημολογίες να ξαναδουλεύονται στα διαφορετικά ιστορικά, κοινωνικά, οικονομικά, και πολιτικά πλαίσια. Προκειμένου να ριζώσουν και για να μεγαλώσουν, οι υποθέσεις και οι πρακτικές της ελληνικής ψυχολογίας πρέπει να βυθιστούν και να επηρεαστούν από τις ελληνικές πολιτιστικές, ιστορικές, και κοινωνικές δυνάμεις (της Ελλάδας). Μόνο όταν ριζώσουν πλήρως, στερεωθούν, και βυθιστούν σε εκείνες τις κοινωνικές δυνάμεις θα μπορούσε η γνώση της [ελληνικής ψυχολογίας] να γίνει κατάλληλη και αρμόζουσα για εκείνους και εκείνες που τη χρησιμοποιούν. Η γνώση και η τεχνογνωσία πρέπει να αφομοιωθεί (να γίνει αντικείμενο στοχασμού, επανάληψης, παγίωσης, εφαρμογής και κατανόησης στα έργα της μέσα σε ένα πλαίσιο), όχι κατάπωσης και συνολικής αναπαραγωγής. Διαφορετικά στέλνεται στη σφαίρα της ιδεολογίας, που γίνεται α-ιστορική, α-κοινωνική, απο-πλαισιωμένη, και α-πολιτική. Και με αυτούς τους τρόπους, χάνει τις πραγματικότητες των θεμάτων της.

Ριζώνοντας

Η ψυχολογία ως ακαδημαϊκή επιστήμη στην Ελλάδα άρχισε να εμφανίζεται, αλλά όχι τόσο να ριζώνει, στο πρώτο τέταρτο του 20ού αιώνα και πιό συγκεκριμένα το 1926 όταν o Θεόφιλος Βορέας (1873-1954, που είχε ολοκληρώσει το διδακτορικό του το 1897 με τον Wundt ως επιβλέποντα καθηγητή) άρχισε να διδάσκει μια σειρά μαθημάτων στο τμήμα φιλοσοφίας στο πανεπιστήμιο της Αθήνας. Περίπου στον ίδιο χρόνο ο Βορέας καθιέρωσε το πρώτο εργαστήριο στην ψυχολογία στο πανεπιστήμιο της Αθήνας, ο Δρ Σακελλαρίου έκανε το ίδιο στο πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης όπου εκλέχτηκε στην έδρα της ψυχολογίας και καθιέρωσε ένα ανεξάρτητο εργαστήριο (το 1937). Το 1939 αυτή η πρόσφατα-ιδρυμένη έδρα ψυχολογίας στη Θεσσαλονίκη καταργήθηκε και οι σειρές μαθημάτων και το εργαστήριο ενσωματώθηκαν στο τμήμα φιλοσοφίας. Παρά τις προσπάθειες μερικών ανθρώπων, η ελληνική ακαδημαϊκή κοινότητα δεν ήταν έτοιμη ή δεν ήθελε την ψυχολογία για να είναι χωριστή και ευδιάκριτη από τη φιλοσοφία ως ακαδημαϊκός κλάδος. Η ψυχολογία θεωρείτο περίπου μια συγχώνευση της φιλοσοφίας ή ίσως της ψυχιατρική για αυτήν την μεγάλη περίοδο στην Ελλάδα, και το έδαφος δεν ήταν εύφορο για ένα τέτοιο υβρίδιο.
Ήταν όχι πριν από το 1964 όταν υπήρξαν μερικές κινήσεις στο κοιμισμένο έδαφος όταν μια έδρα Γενικής Ψυχολογίας καθιερώθηκε μέσα στη σχολή φιλοσοφίας της Θεσσαλονίκης. Περίπου στον ίδιο χρόνο μια έδρα στην Ψυχολογία Παίδων καθιερώθηκε. Αυτές οι κινήσεις, στο μέχρι τώρα κοιμισμένο έδαφος, οδήγησαν στην έναρξη παρόμοιων εδρών σε διάφορες σχολές της φιλοσοφίας γύρω στη χώρα. Όχι πριν από το 1987 (πρώτο έτος εγγραφής σπουδαστών) ήταν εντούτοις όταν ένα ανεξάρτητο τμήμα ψυχολογίας καθιερώθηκε στην Ελλάδα, που πραγματοποιήθηκε στη σχολή των κοινωνικών επιστημών στο πανεπιστήμιο της Κρήτης. Ήταν το πρώτο ακαδημαϊκό τμήμα του οποίου οι πτυχιούχοι έλαβαν πτυχίο στην ψυχολογία. Στη δεκαετία του ’90 τα ανεξάρτητα τμήματα ή προγράμματα ιδρύθηκαν στο Πάντειο πανεπιστήμιο στην Αθήνα (1992), στο πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (1993) και το πανεπιστήμιο της Αθήνας (1993). Πολύ ενδιαφέρον σε αυτό το σημείο είναι το γεγονός ότι αρχικά από το επόμενο ακαδημαϊκό έτος (2005-2006) και στη βάση των διεπιστημονικών μελετών, οι σπουδαστές/στρατιωτικοί της Ανωτέρας Στρατιωτικής Σχολής Θεσσαλονίκης έχουν την ευκαιρία να κερδίσουν ένα πτυχίο στην ψυχολογία με την παρουσία των κατάλληλων σειρών μαθημάτων που συνδιοργανώνονται από το τμήμα ψυχολογίας στο πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Η καθιέρωση αυτών των τμημάτων αναμφίβολα χαρακτηρίζει μια νέα εποχή στην (ανα)παραγωγή της ψυχολογίας στην Ελλάδα, κυρίως επειδή η ψυχολογία τώρα επίσημα αναγνωρίζεται ως ακαδημαϊκός κλάδος, μια επιστήμη για κοινωνική επένδυση. Με αυτό τον τρόπο, οι όροι για την κατασκευή της ψυχολογικής επιστημονικής και επαγγελματικής κοινότητας έχουν τώρα τεθεί. Έχοντας αναφέρει αυτές τις λίγες λέξεις για την ιστορία του ριζώματος της ψυχολογίας στην Ελλάδα, ας ρίξουμε μια ματιά στους διαφορετικούς λόγους (discourses) που περιβάλλουν την κατασκευή αυτής της “σύγχρονης” και “νέας” επιστήμης και για το τι ρίζωνε πραγματικά.

Ψυχιατρικοί λόγοι (discourses) και υβρίδια

Τα ζητήματα που περιβάλλουν την κατασκευή της ψυχολογίας στην Ελλάδα έλαβαν κάποια προσοχή και στα διεθνή και εσωτερικά μέτωπα μεταξύ των ετών 1966 και 1992. Μερικοί πολύ επιδραστικοί ψυχίατροι ήταν οι πρώτοι για να στρέψουν την προσοχή τους σε αυτό που συνέβαινε στον τομέα της διανοητικής υγείας στην Ελλάδα. Στα δημοσιευμένα άρθρα, υπάρχει ένα θόλωμα των ορίων του τί αποτελεί η ψυχιατρική και η ψυχολογία αφ’ ενός και η ψυχιατρική και η νευρολογία αφ’ ετέρου. Επιπλέον, εάν η ψυχιατρική επρόκειτο να αποδεσμευτεί από τα πλοκάμια της νευρολογίας και να χρησιμοποιήσει το πλεόνασμα της δύναμης που της έμεινε από να μην στραγγαλιστεί άλλο, για να εκθέσει τελικά τι θα αποτελούσε τις «υπηρεσίες ψυχικής υγείας» στη χώρα, είναι κατανοητό ότι με αυτό το πλεόνασμα της δύναμης, η κυριαρχία και ο έλεγχος του πεδίου δεν θα ήταν δύσκολα. Από αυτή την άποψη, αν και το θόλωμα των επιστημικών ορίων βεβαιώθηκε καλά, δεν υπήρξε κανένα θόλωμα των ιεραρχιών, και χωρίς αμφιβολία η ηγεμονία της ψυχιατρικής βασίλευε σε όλα τα είδη παροχής υπηρεσιών ψυχικής υγείας ή ακαδημαϊκών διαλόγων (Bouhoutsos & Roe 1984) και σε μεγάλο βαθμό βασιλεύει ακόμα. Στο χρόνο αυτή η ηγεμονία δικαιολογήθηκε εύκολα βάσει της “νεοτήτας” του ψυχολογικού τομέα στην Ελλάδα, της έλλειψης “συγχρονικότητας”, της απουσίας “ανεξάρτητων» τμημάτων ψυχολογίας, και της επιρροής που η φιλοσοφία ` «άσκησε επάνω της στα ακαδημαϊκά πλαίσια και, ιδιαίτερα, στις κοινωνικές επιστήμες (Harper 1971; Housiadas 1976).

2.Εφαρμόζοντας/εφαρμοσμένη ψυχολογία στην Ελλάδα

Η ψυχολογία, που ήταν η νέα και ενδεχομένως υβριδική ποικιλία (ή «είδος»), και ίσως είναι ακόμα, δεν ανέπτυσσε ρίζες επίσημα. Ακόμα κάτι έπρεπε να ριζώσει όταν επρόκειτο για τις υπηρεσίες ψυχ.υγείας. Και οι ψυχιατρικές υπηρεσίες σίγουρα το έκαναν. Με την εμφάνιση “νέων” και “εισαγόμενων» φαρμακολογικών θεραπειών στη δεκαετίας του ’50 και του ’60, οι ιατρικά ή ψυχιατρικά προσανατολισμένες πρακτικές πήραν έδαφος στα “ιατροπαιδαγωγικά” και στα κέντρα ψυχ.υγείας που ριζοβόλησαν γύρω στη χώρα. Θα επιθυμούσαμε, σε αυτό το σημείο, να αναφερθούμε στις δημοσιεύσεις των Θαν. Τζαβάρα και Θαν. Καραβάτου, κ δύο ψυχιάτρων, για να πάρουμε μια ιδέα αυτό που έγινε. Ο Τζαβάρας (1983) γράφει για το θόλωμα των επιστημολογιών και των ορίων αυτού που αποτελεί τη ψυχ. υγεία:

Αυτή η ασάφεια «διατηρεί (και διατηρείται από) μια χορωδία ψευδο-ψυχοθεραπευτών, ψυχο-ερευνητών, παρα-ψυχολόγων, κ.λπ…. Αυτό το καθολικό φαινόμενο υπογραμμίζει μια φορά ακόμα την ιδιοσυγκρασία που υπάρχει στη ψυχική υγεία και ασθένεια. Εάν επρόκειτο να πάρουμε τον τομέα της φυσικής υγείας, μπορούμε να βεβαιώσουμε ότι υπάρχει μια εννοιολογική και λειτουργική διάκριση μεταξύ των επιστημονικών και μη-επιστημονικών θεραπευτικών μεθοδολογιών (έτσι εννούμε μεταξύ του ινστιτούτου Pasteur και της εκκλησίας της Παναγίας στην Τήνο). Στη διανοητική υγεία κάποιος/α ανακαλύπτει μια
συνέχεια, με το ένα τέλος να είναι η χειρομαντεία και το άλλο ο καθηγητής της ψυχιατρικής.

Δέκα έτη αργότερα ο ψυχίατρος Θαν. Καραβάτος βεβαιώνει ότι αυτή η συνέχεια υπάρχει ακόμα:

«… έχει εκσυγχρονιστεί και ενημερωθεί και στις δύο πλευρές: `από τη μυριάδα των γκουρού μέχρι τον καθηγητή της νευρολογίας «. Ο παραλογισμός και ο (νέο)θετικισμός είναι η απάντηση στην συνεχή κρίση στην ψυχιατρική μας.»

«Σήμερα εν τούτοις το αδιέξοδο που υπάρχει στην αντί-ψυχιατρική μετακίνηση της χώρας έχει εκτραπεί από τις διάφορες “πνευματιστικές” και “εσωτερικές» θεραπείες που έχουν ανθίσει κυριολεκτικά, και το αδιέξοδο των μισοψημένων εκσυγχρονισμών ενθαρρύνει την κοινωνική διάδοση διαφορετικών τύπων “νέων” θεραπειών που συνήθως επίσης εισάγονται και συσκευάζονται με τις οδηγίες για τη χρήση.» (Karavatos 1991, 13f.)

Αυτοί οι οι εκσυγχρονισμοί και οι νέες συσκευασίες θεραπείας με οδηγίες έφθασαν στην Ελλάδα και ρίζωσαν. Όπως παρατήρησε ο/η Vanger (το 1986, σελ. 924) η ψυχική υγεία «εξουσιάζεται πρακτικά από το ψυχιατρικό και ιατρικό κατεστημένο». Και αυτός ο «κυρίαρχος ρόλος των νευροψυχιάτρων στην παροχή ψυχολογικών υπηρεσιών» ήταν και είναι προφανής ακόμη και στους εξωτερικούς ερευνητές (Theodore et Al 2002 . σελ. 149; Nikolopoulou & Όουκλαντ 1992, σελ. 47).
Κάπως η συσκευασία ήταν ακριβώς ο σωστός τύπος σπόρου για να ριζώσει στο εύφορο χώμα των ελληνικών θεραπευτικών πρακτικών. Ήταν η συσκευασία; Ήταν ο εύκολος τρόπος να ακολουθηθούν οι οδηγίες; Ή ίσως η εύκολη πρόσβαση σε “ψυχοτροπικά» και άλλα φάρμακα; Ήταν το γεγονός ότι η ψυχολογική πρακτική συνδέθηκε περίπλοκα με το ιατρικό μοντέλο που βοήθησε στη διαδικασία εμφύτευσης; Αυτές οι ερωτήσεις δεν έχουν τεθεί ακόμη και, ποτέ δεν έχουν διευκρινιστεί. Η έκβαση εντούτοις είναι: η (κατά)χρηση των ιατρικά συνταγογραφημένων ουσιών – “φαρμάκων” – έχει αυξηθεί εκθετικά στην Ελλάδα. Η ευκολία στη λήψη των ψυχοτροπικών «φαρμάκων” καθιερώθηκε αρκετά νωρίς. Παραδείγματος χάριν τα ακόλουθα σχόλια έγιναν 20 έτη πριν στον «Αμερικανικό Ψυχολόγο»:

«… να πάρει κάποιος στα χέρια του ποικίλα φάρμακα στην Ελλάδα (από τα αντιβιοτικά στα αντικαταθλιπτικά χάπια, τα αγχολυτικά (anxiety reducers), ή τα τονωτικά) είναι τόσο εύκολο όσο να πάρει ένα φλυτζάνι του ελληνικού καφέ – ή για εκείνους τους συναδέλφους που ζούν στις Ηνωμένες Πολιτείες, τόσο εύκολο όσο να πάρει ένα Big MAC.» (Piperopoulos 1985, σελ. 475)

Δεκαπέντε έτη αργότερα ο ψυχίατρος Θανάσης Τζαβάρας (το 1999, σελ. 315) ακόμα μιλά για «… την ανυπολόγιστη χρήση των ψυχο-φαρμακολογικών χαπιών (και) στην Ελλάδα» και προσθέτει ότι «… οι ψυχοτροπικές ουσίες μαζί με τα αντιβιοτικά προσθέτουν εκθετικά στην παθητικότητα κατά τη διάρκεια της θεραπείας… «. Ως εκ τούτου, φαίνεται ότι αυτό που έγινε στην Ελλάδα είναι η παθητική εγκατάσταση και η ενσωμάτωση της ψυχιατρικής φαρμακοθεραπείας (με τη δύναμη και τον έλεγχό της) και το ιατρικό πρότυπο της κατανόησης των προβλημάτων και ολόκληρης της υποκειμενικότητας των ανθρώπων.
Ουσιαστικά αυτό που ρίζωσε ήταν αυτό που μπορεί “εύκολα” να ενσωματωθεί, να καταναλωθεί, και να καταπωθεί χωρίς πολλή σκέψη, σχεδιασμό, και διάλογο. Εμφανίστηκε το ίδιο πράγμα και με το περιεχόμενο και την επιστήμη της ψυχολογίας; Προκειμένου να εξεταστεί αυτή η ερώτηση είναι ουσιαστικό να ρίξουμε μια ματιά στις δημοσιεύσεις που εξετάζουν την ψυχολογία ως ακαδημαϊκό κλάδο στην Ελλάδα.

Η Ψυχολογία ως ακαδημαϊκός κλάδος

Δημοσιεύσεις και συζητήσεις για την ψυχολογία καθ’ εαυτή και για ζητήματα που περιλαμβάνονται στον “εκσυγχρονισμό” του τομέα στην Ελλάδα, περιβάλλοντας την ψυχολογία ως ένα ευδιάκριτο θέμα άρχισαν να εμφανίζονται στην εθνική και διεθνή λογοτεχνία γύρω στη δεκαετία του ’70. Είναι δύσκολο να συνοψίσουμε τις συνεισφορές και τις συζητήσεις σε αυτές τις δημοσιεύσεις με λίγες λέξεις αλλά θα προσπαθήσουμε σε μερικές παραγράφους:
Τα άρθρα από τους Harper (1971) και Housiadas (1976) περιγράφουν την παρούσα κατάσταση στα ακαδημαϊκά ιδρύματα όπου «μερικές σειρές μαθημάτων στην ψυχολογία» διδάσκονται. Και οι δύο συντάκτες επισημαίνουν ότι η ψυχολογία, εκείνη την περίοδο, διδασκόταν στα προπτυχιακά προγράμματα στους σπουδαστές που εγγράφονταν στη σχολή φιλοσοφία στα Ιωάννινα και σε Θεσσαλονίκη. Όπως με όλους τους σπουδαστές μέσα στο ελληνικό ακαδημαϊκό σύστημα, ένα πτυχίο σε κάθε τομέα εξαργυρωνόταν σε μια εργασία μετά την αποφοίτηση. Οι σπουδαστές που αποφοιτούσαν από τις σχολές της φιλοσοφίας γίνονταν δάσκαλοι των κλασικών, της ιστορίας, και σύγχρονων ελληνικών στα επίπεδα γυμνασίου και λυκείου δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Οι συντάκτες καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι «οι διαθέσιμες προπτυχιακές σειρές μαθημάτων στην ψυχολογία… δεν είναι επαρκείς για να αποτελέσουν τη βάση επαρκούς επαγγελματικής κατάρτισης στο θέμα.» (Housiadas 1976, σελ. 184). Η έλλειψη επαρκούς χρηματοδότησης και υποδομής υπογραμμίζεται από αυτά τα άρθρα όπως είναι η προσταγή ότι «οι φιλόσοφοι και οι ψυχίατροι αναγνωρίζουν (ότι ψυχολογία) μπορεί να έχει χρήσιμες συνεισφορές στην κατανόηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς» (ibd., σελ. 187-188), και ότι η «εμπειρική έρευνα… βοηθά να αποκαταστήσει την ιδέα, κοινή και μεταξύ των καλά πληροφορημένων και των όχι τόσο καλά πληροφορημένων, ότι η ψυχολογία μπορεί να ταυτιστεί είτε με τη φιλοσοφία είτε με την ψυχιατρική» (σελ. 186) και οι συνεισφορές του ψυχολόγου «… εκτιμάται από τις κυβερνητικές υπηρεσίες, οι οποίες, αυτή τη στιγμή, εργάζονται για το νομικό καθορισμό της ψυχολογίας ως επάγγελμα στην Ελλάδα» (σελ. 188). Ως εκ τούτου, η αναγνώριση, η υποστηρίξη της “δημόσιας εικόνας», και η “επέκταση των ρόλων” απαιτούνται. Εντούτοις, οι πρακτικό-οργανωτικοί ή πολιτικοί ή άλλοι τρόποι δράσης για την επιτυχία στη συνάντηση αυτών των υψηλών στόχων είναι λίγοι σε αυτές τις δημοσιεύσεις. Το ένα πράγμα που αναφέρεται είναι σχέσεις των ελληνικών ψυχολόγων με “επιδρώντες και σύγχρονους παγκόσμιους άλλους” και η πραγματοποιήση “επιστημονικής» ή εμπειρικής έρευνας. Πιο συγκεκριμένα, o/h Harper (1971), και η δημοσίευση από την αμερικανική ψυχολογική ένωση (APA) στην οποία αναφέρεται, εκτενώς συστήνουν ότι οι «διεθνείς αντιπροσωπείες», οι «Έλληνες που εκπαίδευσαν στο εξωτερικό» και «το γραφείο Ναυτικής Έρευνας των ΗΠΑ» παρέχουν «ένα κανάλι μέσω του οποίου η υποστήριξη μπορεί να επιτευχθεί» (σελ. 44). Η “συνεργασία» του ΝΑΤΟ με το πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης μέσω των καθηγητικών θέσεων και της χρηματοδότησης για το εργαστήριο του πανεπιστημίου είναι τεκμηριώμένα στο άρθρο του/της Harper. Αυτό το άρθρο και οι δημοσιεύσεις του APA που προαναφέρθηκαν σημειώνουν τους επιδραστικούς ρόλους που έπαιξαν επάνω στην ψυχολογία ως περιεχόμενο το Orlinda Childs Pierce College, ένα «αμερικανικό ίδρυμα» όπου διδάσκεται η ψυχολογία, και άλλα ιδιωτικά κέντρα. Τα τελευταία άρχισαν ως «ερευνητικά κέντρα» και, τελικά, λειτούργησαν ως οργανισμοί ψυχοθεραπευτικής εκπαίδευσης. Το κάλεσμα συνεργαίας για το ΝΑΤΟ και “το γραφείο ναυτικής έρευνας των ΗΠΑ» δεν είναι παράδοξη, δεδομένου ότι τέτοιες συστάσεις υποβάλλονται σε αυτό που μπορεί να “θεωρηθεί» η κατάλληλη ιστορική στιγμή: Η Ελλάδα ήταν υπό στρατιωτική δικτατορία στην ίδια ιστορική περίοδο όπου αυτά τα έγγραφα που διατυπώνουν αυτές τις συστάσεις γράφτηκαν. Άλλες δημοσιεύσεις εκείνης της περιόδου εστιάζουν επίσης στο “ανοίγμα της περιοχής”. Τα ζητήματα του “εκσυγχρονισμού” της ψυχολογίας σύμφωνα με το “έθνος που γίνεται γρήγορα σύγχρονο» συζητούνται και η αναδυόμενη «παρούσα κατάσταση πραγμάτων” περιγράφεται. Η Χαρήτου- Φατούρου (1973) περιγράφει πώς οι “σύγχρονες” «εισαγόμενες” πρακτικές της δοκιμής και της μέτρησης χρησιμοποιούνται στην Ελλάδα. Εντούτοις, αυτό που αποφεύγει ακόμα η κατάλληλη προσοχή είναι τα διαφορετικά ιστορικά υπόβαθρα καθώς επίσης και σύγχρονες παραδόσεις όσον αφορά την κατανόηση της ανθρώπινων νοημοσύνης και των ικανοτήτων. Οι δοκιμασίες που κατασκευάστηκαν αρχικά, τυποποιημένες και δημοσιευμένες συνήθως στις ΗΠΑ βάσει της αμερικανικής ιστορίας και της ακαδημαϊκής παράδοσης, μόνο «υιοθετήθηκαν/μεταφράστηκαν» στην Ελλάδα χωρίς επανατυποποίηση (Nikoloupoulou & Όουκλαντ 1990; Triliva & Stalikas, 2004).
Δύο ακόμη άρθρα (Bouhoutsos & Roe 1984; Nikolopoulou & Oakland 1990) υπογραμμίζουν τις “εισαγόμενες” κατανοήσεις, πρακτικές, και τη γνώση στην καθιέρωση της ψυχολογίας ως τομέα μελέτης και επάγγελμα στην Ελλάδα. Πιο συγκεκριμένα οι Nikolopoulou & Όουκλαντ, που περιγράφουν την παρούσα κατάσταση στη σχολική ψυχολογία, δηλώνουν:

Οι «σχολικοί ψυχολόγοι είναι συχνά επαγγελματίες που έχουν εκπαιδευτεί αλλού, έχουν ειδικεύσεις σε άλλες περιοχές (π.χ. κλινικός, αναπτυξιακός), και είναι απροετοίμαστοι για να εργαστούν σε σχολεία. Αυτή η ποικιλομορφία αποτρέπει την καθιέρωση του επαγγελματισμού και προωθεί τις διαφωνίες μεταξύ των ψυχολόγων όσον αφορά τις προτιμημένες πρακτικές και τις υπηρεσίες. Αυτή η ποικιλομορφία επιδεικνύεται στη πρακτική των τέστ.» (p.151).

Δεν εκπλήσσει κάποιον/α ότι στις επισκοπήσεις βιβλιογραφίας της Χαρήτου- Φατούρου (1973), της Nikolopoulou & του Όουκλαντ (1990) και των Triliva & Stalikas (2004), πολλές από τα βασικά τέστ που χρησιμοποιήθηκαν στις ψυχομετρικές αξιολογήσεις στα ελληνικά δημόσια και ιδιωτικά όργανα ήταν τα ίδια και ότι πολλά από αυτά συνέχισαν να μην τυποποιούνται για τον ελληνικό πληθυσμό. Είκοσι ένα έτη, τρεις διαφορετικές μελέτες, και τα συμπεράσματα ήταν πολύ παρόμοια: η “νοημοσύνη» και οι εξετάσεις ικανοτήτων δεν χρησιμοποιήθηκαν τόσο εύκολα όσο σε άλλες χώρες. Μεταφράστηκαν απλά στην ελληνική γλώσσα και δεν τυποποιήθηκαν επαρκώς για να ταιράξουν στο πολιτιστικό πλαίσιο. Και πολλοί από τους επαγγελματίες που χρησιμοποίησαν αυτές τις μετρήσεις ήταν αυτο-εκπαιδευμένοι στις εφαρμογές τους.
Θα μπορούσε αυτό το είδος “μεταφοράς γνώσης” και η εγκατάσταση αυτό που αποτελεί τη νοημοσύνη, την προσωπικότητα, και τις ικανότητες και η μέτρησή τους είναι επιβλαβείς; Θα μπορούσαν οι “επαγγελματίες” να σχηματίζουν απόψεις και να κάνουν γενικεύσεις και συστάσεις για τις ζωές των λαών που δεν είναι πιθανό να είναι σωστές; Όταν αφορά τη χρήση των τέστ που αναπτύχθηκαν αρχικά και χρησιμοποιήθηκαν σε συγκεκριμένους πληθυσμούς ο Robert Sternberg (2004) δίνει ισχυρά επιχειρήματα για την έλλειψη καταλληλότητάς τους για τα διαφορετικά κοινωνικοπολιτισμικά πλαίσια. Θα μπορούσαν τα συνεπή ευρήματα ότι τα τέστ δεν χρησιμοποιούνται τόσο συχνά όσο στη Βόρεια Αμερική, να υπονοήσουν κάτι για το πώς ο πολιτισμός και οι επαγγελματίες που τον εξυπηρετούν βλέπουν τις δοκιμασίες, τη μέτρηση και την αξιολόγηση, σε αντιδιαστολή με αυτά “που εγκαθίστανται” » ως “σωστό και επιστημονικό σχέδιο δράσης»; Αυτές είναι ερωτήσεις που παραμένουν αναπάντητες. Ωστόσο αυτο που έχει γίνει προφανές είναι ότι με την “εγκατάσταση” τέτοιων αξιώσεων ήρθε η εγκατάσταση τέτοιων πρακτικών και όπως η Nikolopoulou & ο Όουκλαντ (1992) θέτουν:

«Δεδομένου ότι οι επαγγελματικοί ψυχολόγοι έχουν καταρτιστεί σε ξένες χώρες έχουν εισαγάγει στη χώρα μια σειρά θεμελιωδών υποθέσεων που είναι τετμημένες, ασύνδετες και που δεν έχουν την απαιτούμενη σχέση με την ελληνική πραγματικότητα.» (σελ. 55).

Οι Markoulis & (1992) Demetriou ενοχλούνται σε άρθρο τους από τις κριτικές άλλων συντάκτών (όπως οι Bouhoutsos & Roe, Vagner and Katakis ) και προσπαθούν να επιδείξουν πώς ο τομέας της ψυχολογίας στην Ελλάδα έχει σημειώσει «πρόοδο» «σε ποσότητα, ποιότητα, και τους στόχους της ψυχολογικής έρευνας.» Αναφέρουν 175 μελέτες σε έξι τομείς και δηλώνουν ότι «η μελέτη των ατομικών διαφορών είναι αναμφισβήτητα ένας από τους δημοφιλέστερους ερευνητικούς τομείς για τους έλληνες ψυχολόγους» (σελ. 79). Αναφέρουν τα τεστ που χρησιμοποιούνται, τα ίδια τεστ που στα προαναφερθέντα άρθρα χαρακτηρίστικαν «μην τυποποιημένα για τον ελληνικό πληθυσμό». Και ακόμη και σε αυτήν την ευνοϊκή επισκόπηση οι συντάκτες έπρεπε να παραδεχθούν ότι υπάρχουν δυσκολίες στην καθιέρωση των τεστ ανεξάρτητα από τον πολιτισμό (culture-free tests). Θα μπορούσε να υπάρξει ένα τέστ ανεξάρτητο του πολιτισμού ή ένα περιεχόμενο ανεξάρτητο του πολιτισμού σε έναν τομέα και μια επιστήμη που μελετά τα ανθρώπινα όντα, τις ζωές τους, τις σχέσεις τους, τα όργανα τους, και τα υποκειμενικότητές τους; Γιατί η εστίαση στις ατομικές διαφορές, τα τεστ, τη μέτρηση, και την αξιολόγηση και στην έρευνα και στην πρακτική; Είναι επειδή με αυτά τα μέσα, είναι εύκολο να κατηγοριοποιήσει και να διχοτομήσει και να προσφέρει με αυτό τον τρόπο (κατηγορικές) μετα-περιγραφές; Και με την προσφορά τέτοιων “αναντίρρητων αληθειών”, να γίνει εύκολο να υποθέσει ότι ο ερευνητής ή η επαγγελματίας όχι μόνο περιγράφει και κατανοεί τι έχει στο μυαλό της/του, αλλά μάλλον, ότι εκείνος ή εκείνη προσφέρει μια τακτοποιημένη συνοπτική περιγραφή (αληθινή και επιστημονική) αυτών που η “νοημοσύνη» (ή οποιοδήποτε άλλο κατασκεύασμα) σημαίνει στον ελληνικό πολιτισμό, την κοινότητα, ή την ομάδα. Θα μπορούσε αυτό να είναι η “επιστημονική» συσκευασία, ο τύπος να είναι λαμπρός όμορφος, και τακτοποιημένος, που πωλείται εύκολα και προσφέρεται για την άμεση κατανάλωση ή την εσωτερικευση; Εντούτοις, λαμβάνοντας υπόψη την έλλειψη συναίνεσης μεταξύ των διάφορων θεωρητικών και ερευνητών στο ποιά είναι τα καθοριστικά χαρακτηριστικά της νοημοσύνης, ακόμη και για έναν πολιτισμό (το ίδιο πράγμα ισχύει για τα περισσότερα ψυχολογικά κατασκευάσματα), οποιαδήποτε ενιαία μετα-περιγραφική αξίωση που προορίζεται ως αναπαράσταση της επικρατούσας ψυχολογικής κατανόησης της κατασκευής είναι αναγκασμένη να είναι ανακριβής. Ωστόσο, οι κατασκευές, οι κατανοήσεις, οι επικρατούσες πρακτικές, και οι διαδικασίες υιοθετήθηκαν στην Ελλάδα. Σε ένα πολύ αργότερο άρθρο από τους Theodore, Bray, Kehle & Dioguardi (2002) αυτή η εγκατάσταση «είναι πλήρης (και δηλώνουν):

«’Η αμερικανική σχολική ψυχολογία έχει επηρεάσει την ανάπτυξη της σχολικής ψυχολογίας στην Ελλάδα… Εξετάζοντας τις αναλύσεις των αποτελεσμάτων της ειδικής εκπαίδευσης στις Ηνωμένες Πολιτείες (η έρευνα που αναφέρεται στο αρχικό) είναι υποστηρίξιμο να υποθέσουμε ότι η ελληνική αναδιάρθρωση της ειδικής εκπαίδευσης και η παροχή σχολικών ψυχολογικών υπηρεσίών θα οδηγήσουν σε παρόμοιες εκβάσεις όπως εκείνες που βρίσκουμε στις Ηνωμένες Πολιτείες. Δηλαδή δεν μπορεί να υπάρξει καμμία αξιόλογη, και ίσως ακόμη και αρνητική επίπτωση, στην ακαδημαϊκή και κοινωνική λειτουργία των παιδιών» (σελ. 153).

3. Οργανώνοντας και (ανα)παράγοντας την ψυχολογία στην Ελλάδα

Ο εκσυγχρονισμός, η παραγωγή εικόνας (image-making), και η πρόσκτηση νομιμότηταw μέσω της χρήσης “επιστημονικών» (αν και εισαγόμενων και ελάχιστα κατάλληλων) εννοιών, μεθόδων και πρακτικών είναι οι κυρίαρχες εστιάσεις των προαναφερθέντων άρθρων. Τι απουσιάζει ύποπτα από τις δημοσιεύσεις για την ψυχολογία στην Ελλάδα είναι η παρούσα κατάσταση των πραγμάτων:

τι μπόρεσε να καθορίσει την ψυχολογία στο ελληνικό ακαδημαϊκό πλαίσιο,

τι αποτελεί την ειδίκευση σε μια θεματική περιοχή,

τι είναι οι ανάγκες των ανθρώπων και

ποιοί είναι οι θεσμοί που απαιτούνται μέσα στη χώρα και

πώς μπορεί ο ψυχολόγος να αποκριθεί σε αυτούς, και

τι θα έπρεπε να αποτελέσει τις εκπαιδευτικές απαιτήσεις για την παραγωγή ενός “επαγγελματία ψυχολόγου” μέσα στο ελληνικό πλαίσιο; Αυτό σημαίνει την ειδίκευση και την απόκτηση άδειας για πρακτική.

Ο νόμος απόκτησης άδειας εργασίας πέρασε αρχικά στην Ελλάδα το 1979, αλλά οι άδειες δεν χορηγήθηκαν έως το 1993. Μέσα στην διάρκεια αυτών των ετών ότι οι “εντός της χώρας” λόγοι (discourses) ζωντάνεψαν. Επιπλέον, και πιο σημαντικά, αυτό που πιό εμφανώς απουσιάζει από τις επισκοπήσεις βιβλιογραφίας που δημοσιεύονται στο εξωτερικό και όπως θα δούμε στις “θερμές συνομιλιών” μέσα στη χώρα, είναι το ελληνικό υποκείμενο στο πλαίσιο, ένα πλαίσιο πλούσιο σε παραδόσεις, μεταφορές, παραδείγματα, επιστημολογίες και κοσμολογίες. Με το δεδομένο ότι αυτά τα κρίσιμα ζητήματα είναι απόντα στους λόγους, λαμβάνοντας υπόψη ότι οι θεωρίες και οι μέθοδοι έχουν (ανα)παραχθεί, αχώνευτες και μην σχεδιασμένες για να ταιριάξουν στο ελληνικό πλαίσιο, και ότι η υποτιθέμενη επείγουσα ανάγκη “παραγωγής” ψυχολόγων, είναι έκπλήξη που οι σπουδαστές εύκολα βάφτισαν τους εαυτούς τους “ψυχοθεραπευτές” και προσχωρούν στο ηγεμονικό ιατρικό μοντέλο? Θα ήταν παράδοξο να υπαινιχθεί (χρησιμοποιώντας την έμφαση του Paulo Freire και του Martin- Baro) ότι αυτό θα ήταν μια ψυχολογία “για» τους ανθρώπους και όχι “από» ή “των” πελατών τους; Και τελικά, θα ήταν υπερβολικά υπεροπτικό να υποτεθεί ότι θα υπήρχε ένα ζωντανό διαφορικό δύναμης στον τοποθέτηση (positioning) αυτών των επαγγελματιών, μια τοποθέτηση που δεν τους φέρνει παράλληλα με τους πελάτες τους αλλά τους κάνει διανομείς “συμβουλών» ή γνώσης (παρόμοια με τα ψυχοτροπικά φάρμακα που οι συνάδελφοί τους οι ψυχίατροι διανέμουν), κάνοντας αυτούς και τους πελάτες τους παθητικούς και αυτοματοποιημένους δέκτες, οι οποίοι μπορούν να λειτουργήσουν μέσα σε οποιοδήποτε πλαίσιο;
Στις αρχές της δεκαετίας του ’80 υπήρξε πολιτική αλλαγή στην Ελλάδα. Με αυτή ιδρύθηκε το εθνικό σύστημα υγείας (ο νόμος 1397/1983), απαιτήθηκε η απόρριψη του εκπαιδευτικού συστήματος (εκδημοκρατισμός, που δομήθηκε ως η διεύρυνση στην πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση για τους μη-προνομιούχους πολίτες), και η επέκταση της αγοραστικής δύναμης των καταναλωτών υποβοηθήθηκε. Η παραγωγή των επαγγελματιών ψυχολόγων που θα παρείχαν τις υπηρεσίες στα νοσοκομεία, τα ιδρύματα, τα σχολεία, τα συμβουλευτικά κέντρα, και τις εθνικές επιτροπές ήταν ένα θεμελιώδες μέρος των μηχανισμών και στρατηγικών που περιλαμβάνονται στην κατασκευή ενός έθνους που να τοποθετεί την ευημερία του λαού του ως κυρίαρχο στόχο. “Νέοι” κυρίαρχοι λόγοι (discourses) εισάγονταν και υιοθετούνται και μαζί με αυτούς ήρθαν και αυτοί που ήταν οι κυρίαρχοι και επικρατέστεροι λόγοι (discourses) στην ψυχολογία, σε αυτήν την “νέα και σύγχρονη» επιστήμη που καθιερωνόταν στο πρόσφατα ιδρυμένο τμήμα ψυχολογίας στο πανεπιστήμιο της Κρήτης και επρόκειτο να βοηθηθεί από το νέο κείμενο για την ψυχολογία στο λύκειο.
Αλλά είναι εγγενές στην Ελλάδα ότι υπάρχει μια έλλειψη συνέχειας μεταξύ του γρήγορου ρυθμού των αναπτυσσόμενων και ανοικτών πανεπιστημιακών τμημάτων στις κοινωνικές επιστήμες και της υπανάπτυξης της κριτικής σκέψης και έρευνας στον τομέα. Η αναστοχαστική αξιολόγηση και η γνώση των επιστημολογικών κατανοήσεων που υποδεικνύουν τη σύνθεση, τις λειτουργίες, και την ανάπτυξη του τομέα των κοινωνικών επιστημών είναι ακόμα σε ένα στάδιο νεόφυτου στην Ελλάδα. Η γνώση του κοινωνικού και επιστημολογικού πλαισίου που θα βοηθούσε την ανάπτυξη των κοινωνικών επιστημών στέλνεται συχνά στη σφαίρα της “άχρηστης πολυτέλειας» (φυσικά αυτό ταιριάζει μέσα στο πρίσμα της λογικής της αγοράς και των αξιών της) και θεωρείται επίσης ως μια επικίνδυνη έρευνα που απειλεί τους κυρίαρχους λόγους και το καθεστώς του κλαδου.
Εγγενής είναι επίσης η δόμηση της κοινωνικής οργάνωσης, της παραγωγής, και της αναπαραγωγής της ακαδημαϊκής ψυχολογίας στην Ελλάδα. Αυτή η ιδιοσυγκρασία επίσης πολύ αποτελεσματικά έχει αποτρέψει την οικοδόμηση μιας επιστημονικής και επαγγελματικής κοινότητας (και συνεχίζει ακόμα να το κάνει). Τα πιό κοινά και προφανή, αλλά ταυτόχρονα πιό αόρατα χαρακτηριστικά σε αυτή την αποτροπή είναι συγκεκριμένοι μηχανισμοί και διαδικασίες «ομαδοποίησης»: Ο διάλογος, το επιχείρημα, και η σύγκρουση δεν πραγματοποιούνται σε ένα πλαίσιο μερικών συμφωνημένων πολιτικών ή/και επιστημολογικών στόχων, κριτηρίων ή σκοπών. Αλλά είναι βασισμένα (μερικώς, ρευστά και αυθαίρετα) στα άτυπα κοινωνικά δίκτυα, τις κλίκες, κ.λπ., τα οποία δεν έχουν μια σταθερή θεωρητική ή επιστημολογική συνεκτικότητα και διατηρούν τη συνοχή τους μέσω των «κοινωνικών λόγων» ή άλλων κινήτρων μη συγκεκριμένων στην ψυχολογία ως επιστημονικό τομέα και επαγγελματική κοινότητα. Τέτοια ρευστά άτυπα δίκτυα και κλίκες χρησιμοποιούν συνήθως και αναφέρονται στις επιστημονικές «αξιώσεις” και, επιπλέον, απευθύνονται στα ενδιαφέροντα και τα συμφέροντα του επαγγέλματος ή της επιστήμης όταν, στην πραγματικότητα, τέτοιες αναφορές υπόσχονται τη δημοσίευση των δικών τους ομαδικών αξιώσεων. Η “επιστήμη” ή το “επάγγελμα” φαίνεται να έχουν αξία ως απλά οχήματα για την προώθηση των ομαδικών αξιώσεων. Ένα παράδειγμα αυτού του είδους οργάνωσης και (ανα)παραγωγής του επαγγέλματος/ επιστήμης βρίσκεται στο ακόλουθο απόσπασμα στον “αμερικανό ψυχολόγο”. Η ημερομηνία δημοσίευσης αυτού του σχολίου – μέσα δεκαετίας του ’80 – δείχνει επίσης τη διαχρονική ποιότητα και δύναμη αυτής της παρατήρησης:

«Όσον αφορά το ρόλο του ακαδημαϊκού ψυχολόγου στην Ελλάδα, πολύ λίγα μπορούν να ειπωθούν υπεύθυνα επειδή η απόκτηση και η διατήρηση ενός ακαδημαϊκού διορισμού στην Ελλάδα είναι πάντα ένα “εξαιρετικά πολιτικό θέμα». O Σύλλογος των ελλήνων Ψυχολόγων (ΣΕΨ) πρέπει να αντιμετωπισθεί περισσότερο ως λόμπι για την προμήθεια των κυβερνητικών ευνοιών για μια χούφτα των μελών εκτελεστικών επιτροπών του παρά ως επαγγελματικό σώμα που εργάζεται για το συμφέρον του επαγγέλματος.» (Piperopoulos 1985, 475).

Εκτός από το να είναι ένα “πολιτικό θέμα», όπως αναφέρεται στο ανωτέρω σχόλιο, η ακαδημαϊκή ψυχολογία είναι επίσης ένα θέμα δημοσίευσης εργασιών σε Βόρειο-Ατλαντικά, “υψηλού αντίκτυπου» και με γόητρο περιοδικά, και είμαστε βέβαιοι ότι όλοι ξέρουμε και καταλαβαίνουμε τι υπονοεί αυτή η απαίτηση. Σαν ανέκδοτη πληροφορία, αυτό το άρθρο και οι πληροφορίες που περιέχει δεν θα μπόρεσαν να έχουν συντεθεί εάν ένας από τους συντάκτες δεν ήταν σε ακαδημαϊκή άδεια στον Καναδά. Δεν θα είχαμε πρόσβαση στα περιοδικά και τα άρθρα που αυτοί οι έλληνες συγγραφείς δημοσίευσαν στο εξωτερικό εάν ήμαστε όλοι/ες στην Ελλάδα! Επιπλέον, η έλλειψη συνεκτικότητας και ανοικτού διαλόγου αποδεικνύεται επίσης από το γεγονός ότι δεν υπάρχει καμμία βάση δεδομένων και δημοσιεύσεων, ότι υπάρχει πραγματικά μόνο ένα περιοδικό, και αν και υπάρχουν τουλάχιστον τρεις επαγγελματικές και καμμιά δωδεκάδα άλλες σχετικές οργάνωσεις για ψυχολόγους, λίγη επικοινωνία υπάρχει μεταξύ τους και ως εκ τούτου μια έλλειψη κατανόησης ως προς τους αντίστοιχους επαγγελματικούς στόχους, λειτουργίες, και ενέργειες.
Με την εξαίρεση μιας “διυπηρεσιακής” συνεδρίασης το 1995 (!) δεν υπήρξε κανένας (ανοικτός ή/και δημόσιος) ακαδημαϊκός διάλογος για το τι είναι το περιεχόμενο, ποιό είδος των μεταπτυχιακών προγραμμάτων είναι απαραίτητο, και ποιές θα έπρεπε να είναι οι απαιτήσεις για την άδεια εργασίας; Αλλά ήταν το 1993 όταν οι πύλες άνοιξαν, και τώρα χιλιάδες υποψήφιοι και υποψήφιες με έναν τεσσάρων ετών, χωρίς ειδίκευση πτυχίο, με κακώς εποπτευμένη πρακτική έχουν την άδεια εργασίας. Η ερώτηση που προέκυψε/προκύπτει και που κανένας που έθεσε/θέτει ούτε απάντησε/απαντά ήταν/είναι «να εργαστούν πάνω σε τί;» Ο διάλογος σε τέτοια ζητήματα απουσιάζει. Εν τω μεταξύ πολλοί πτυχιούχοι “γίνονται» επαγγελματίες ψυχολόγοι και κρεμούν τα πιστοποιητικά τους για να ασκήσουν κλινική ψυχολογία, να πραγματοποιήσουν ψυχοκοινωνικές αξιολογήσεις, να χορηγήσουν τέστ νοημοσύνης, να κάνουν έρευνα, να εργαστούν στις δομές όπου οι ψυχολόγοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους. Οποιοσδήποτε και οποιαδήποτε με ένα τετραετές πτυχίο μπορεί να αυτό-αποκληθεί κλινικός, κοινωνικός, εξελικτικός ψυχολόγος και οι περισσότεροι καλούνται κλινικοί ψυχολόγοι και ψυχοθεραπευτές. Το 2001 το Υπουργείο Υγείας αποφάσισε ότι ο επαγγελματικός ρόλος των ψυχολόγων και η λειτουργία πρέπει να έρθουν υπό διερεύνηση. Είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι ο Υπουργός Υγείας τότε ήταν ο Δρ. Στεφανής, ένας από τους προεξέχοντες ψυχιάτρους αναφερθέντες νωρίτερα. Δύο επιτροπές συστάθηκαν για να εξετάσουν και να υποβάλουν συστάσεις σχετικά με τις ακόλουθες ερωτήσεις:
– Ποιοί είναι οι διαφορετικοί της επαγγελματικής ψυχολογίας και ποιές είναι οι απαιτήσεις για την αδειοδότηση σε αυτούς τους κλάδους;
– Και ποιές πρέπει να είναι οι απαιτήσεις για την άδεια “ψυχοθεραπείας”;
Δύσκολες, πρακτικές αλλά και οι “πολιτικές” ερωτήσεις σίγουρα ήταν, λαμβάνοντας υπόψη ότι σχεδόν 10 έτη είχαν περάσει αφού εφαρμόστηκε ο νόμος αδειοδότησης. Πολλά αμφισβητούμενα ζητήματα έπρεπε να αντιμετωπιστούν και δεν είναι παράδοξο ότι οι δύσκολες – τώρα πολιτικές – αποφάσεις δεν λήφθηκαν.
Η βιασύνη της ελληνικής ψυχολογίας για την επιστημονική αναγνώριση και την κοινωνική θέση ως επάγγελμα μιμείται και ανακεφαλαιώνει την ιστορία της παραγωγής της ψυχολογίας στη Βόρεια Αμερική στην αρχή του εικοστού αιώνα. Όπως ο εκλιπών κοινωνικός ψυχολόγος και ενεργός Ιησουϊτης στο Σαν Σαλβαδόρ Ignacio Martin-Baro (το 1994, σελ. 20) το έθεσε, υπήρξε και υπάρχει ένας “επιστημονικός μιμητισμός” στη βορειοαμερικανική ψυχολογία των “επιστημών”, ένας μιμητισμός των μεθόδων και των εννοιών, που υποτίθεται/υποτίθετο να βοηθήσει για να το νομιμοποιήσει γρήγορα ως “αληθινή» επιστήμη. Επιπλέον, καθώς ο Martin- Baro (1994) περιγράφει

η «λατινοαμερικανική ψυχολογία κοίταξε την ήδη επιστημονικά και κοινωνικά αξιοσέβαστη “Μεγάλη Αδελφή» της, και, δανειζόμενη τα μεθοδολογικά και πρακτικά εννοιολογικά εργαλεία της, ήλπισε να κερδίσει από τη δομή εξουσίας σε κάθε χώρα, μια κοινωνική θέση ισοδύναμη με αυτήν που επιτεύχθηκε από τους Βόρειο-Αμερικανούς.» (σελ. 20)

Αυτή η περιγραφή παραλληλίζει και περιγράφει αυτό που συνέβη στην Ελλάδα: μια επιπόλαια κατάποση και εγκόλπωση των θεωριών, των μεθόδων, των παραμέτρων, των μοντέλων και των πρακτικών από το εξωτερικό. Ένα “cut-and-paste»- συχνά ανεπαρκές – των εννοιών και των μεθόδων που κάλυψαν ουσιαστικά τη μακροχρόνια και πλούσια ιστορία του ελληνικού λαού και των υποκειμενικοτήτων του. Η χρήση των ελληνικών φακών για την επεξεργασία των ιδεών, των παραδειγμάτων, και των μεθοδολογιών δεν έχει γίνει καθόλου αντικείμενο θεώρησης.
Είναι παράδοξο ότι αυτές οι αχώνευτες αρχές ήταν ελάχιστα κατάλληλες για την ελληνική κοινωνία και το πολιτιστικό περιβάλλον (milieu);
Ή ότι οι άνθρωποι τις “αγόρασαν” δεδομένου ότι θα αγόραζαν οποιαδήποτε προϊόντα που υπόσχονται γρήγορα διορθώματα και που εισάγονται και γίνονται από “επιστημόνες” από το εξωτερικό;
Ή ότι είναι αμφισβητήσιμο εάν το επάγγελμα της ψυχολογίας έχει κερδίσει το κοινωνικό στάτους που αποζητούσε;

Βιβλιογραφία

Αdorno, Τ. (1990). Θεωρία της ημιμόρφωσης. Αθήνα: Αλεξάνδρεια.
Bouhoutsos, Jacqueline C & Roe, Kiki Vlachouli (1984). Mental health services and the emerging role of psychology in Greece. American Psychologist, 39, 1,1984, 57-61.
Christodoulou, G. N. (1970). Psychiatry in Greece. The International Journal of Social Psychiatry, 16, 314-316.
Galanis, Georgios N. (2001). Notizen zur Psychologie in Griechenland. Στο: Επιστημονική Επετηρίδα του ΠΤΔΕ του Παν/μίου Ιωαννίνων, 14 (2001), 7-15.
Haritos-Fatouros, M. (1984). Research studies on testing in Greece: A review. International Review of Applied Psychology, 33, 351-70.
Harper, R. (1971). Psychology in the University of Thessaloniki and elsewhere in Greece. International Review of Applied Psychology, 20, 39-47.
Hartokollis, P. & Georgas, J. G. & Katakis, H. (1966). Psychiatry in contemporary Greece. In: American Journal of Psychiatry, 1966, 123, 457-462.
Housiadas, L. (1976). Psychology around the world: Greece. In: Sexton, Virginia Staudt & Misiak, Henryk (Eds.). Psychology around the world. CA: Brooks/Cole Publishing Company, pp. 182-189.
Katakis, Charis D. (1988). Reflections on the State of Greek Psychology. In: American Psychologist, 43, 6, June 1988, 486-487.
Markoulis, D. & Demetriou, A. (1992). Academic and Research Psychology in Greece. In: Uwe P. Gielen, Leonore Loeb Adler, & Norman A. Milgram (Eds.). Psychology in International Perspectives: 50 years of the International Council of Psychologists. Amsterdam: Swets & Zeitlinger, pp. 70-87.
Martin-Baro, Ignacio (1994). Writings for a liberation psychology. Cambridge, Mass.: Harvard University Press.
Ministry of Health, Greece (2003). Document number 21200 of the Presiding Committee of Health: Final proposal of the Committee of Psychologists in reference to the recommendations of the Psychotherapy Committee regarding the licensure of Psychologists-Psychotherapists (in Greek).
Nikolopoulou, A. K. & Oakland, T. (1990). School psychology in Greece: An updated review. School Psychology International, 11, 147-154.
Nikolopoulou, A. K. (1989). Psychology in Greece: Past, Present and Future Perspectives. Unpublished doctoral dissertation at the University of Texas in Austin.
Panayioutou, M. (1979). Psychology within the Educational System of Greece. In: C. D. Catterall (Ed.). Psychology in the Schools in International Perspective. Columbia, OH: C.D. Catterall, pp. 86-103.
Papadopoulos, Nikos G. & Galanis, Georgios N. (2000). Das Image der Psychologie in Griechenland: Ergebnisse einer explorativen empirischen Untersuchung. Στο: Επιστημονική Επετηρίδα του ΠΤΔΕ του Παν/μίου Ιωαννίνων, 13 (2000), 133-148.
Piperopoulos, Georgios (1985). On the Role of Psychology in Greece: Comment on Bouhoutsos and Roe. In: American Psychologist, 40, 4, April 1985, 475.
Theodore, Lea A. Bray, M. A., Kehle, T. J., & Dioguardi, R. J. (2002). School Psychology in Greece. A System of Change. In: School Psychology International, 23, 2, 148-154.
Vanger, Philipos (1986). A Decade of Psychological Publications Relevant to Greece: Reflections on the State of Greek Psychology. In: American Psychologist, 41, 8, August 1986, 924-926.
Καζολέα-Ταβουλάρη, Π. (2002). Η ιστορία της ψυχολογίας στην Ελλάδα(1880- 1987). Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Καράβατος, Θανάσης (1991). Τα πρώτα βήματα της Ψυχολογίας στην Ελλάδα. Η «Ψυχολογία» του Γεωργίου Σερούϊου (1841). Αθήνα: Οδυσσέας – Τρίαψις Λόγος 4.
Ναυρίδης, Κλήμης (1986). Για το μάθημα της Ψυχολογίας. Στο: Σχολείο και ιδεολογία (Υλικά συμποσίου Τμήματος Παιδείας της ΚΕ του ΚΚΕ και του ΚΣ ΚΝΕ, Δεκ. 1985). Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή, 107-112.
Νικολοπούλου, Α. Κ. & Oakland, Th. (1992). Η ψυχολογία στην Ελλάδα σήμερα. Ψυχολογικά Θέματα, 5, 47-59.
Παπαδόπουλος, Νίκος Γ. (1977). Η ψυχολογία στη χώρα μας. Αθήνα.
Παπαδόπουλος, Νίκος Γ. (1983). Η ψυχολογία ως μάθημα στη Μέση Εκπαίδευση. Στο: Νέα Παιδεία, Έτος 7., Άνοιξη 1983, 182-188.
Παπαδόπουλος, Νίκος Γ. (1985). Κριτικό υπόμνημα για το βιβλίο του Ε. Παπανούτσου: Ψυχολογία 1970 (και 1976 ως εγχειρίδιο Β’ Λυκείου). Στο: Δελτίο της ΟΛΜΕ, 36, 578, Μάης 1985, 24-26.
Πλουμπίδης, Δημήτρης Ν. (1989). Ιστορία της Ψυχιατρικής στην Ελλάδα. Θεσμοί, ιδρύματα και κοινωνικό πλαίσιο 1850-1920. Θεσσαλονίκη: Σύγχρονα Θέματα – Τρίαψις Λόγος 1.
Τζαβάρα, Ελένη (1991). Εισαγωγή στην Ημερίδα: Ψυχολογία και Ψυχιατρική. Στο: Ψυχολογικά Θέματα, 4, 2, 101-104.
Τζαβάρας, Θανάσης (1983). Επιστολή περί παραφρόνων προς χρήσιν των εχεφρόνων. Στο: Σύγχρονα Θέματα, Νο 19, Δεκ. 1983 (Αφιέρωμα για την ψυχική υγεία στην Ελλάδα).
Τζαβάρας, Θανάσης (1994). Ψυχολογία: παλιό κρασί σε καινούργια κανάτια. Στο: Τσαλίκογλου, Φ. (επιμ.). Η Ψυχολογία στην Ελλάδα Σήμερα. Συνέδριο στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Αθήνα: Πλέθρον.
Τζαβάρας, Θανάσης (1999). Επίλογος από τον καθηγητή Α. Τζαβάρα (1997). Στο: Blue, Amy V. Η δημιουργία της Ελληνικής Ψυχιατρικής. Πολιτισμός, εαυτός και ιατρική. Αθήνα: Εξάντας, 313-317.
Χαρτοκόλλης, Π. (1994). Η ψυχανάλυση στην Ελλάδα. Στο: Τσαλίκογλου, Φ. (επιμ.). Η Ψυχολογία στην Ελλάδα Σήμερα. Συνέδριο στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Αθήνα: Πλέθρον.
Χουσιάδας, Λ. (1992). Η ψυχολογία στην Ελλάδα: παρελθόν, παρόν και σκέψεις για το μέλλον. Ψυχολογία, 1, 1-10.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s