‘ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ’ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΗ ΜΟΝΟ ΠΑΝΩ ΣΤΑ ΣΥΝΤΡΙΜΜΙΑ ΤΟΥ ΜΝΗΜΟΝΙΟΥ ΕΕ/ΔΝΤ

 

ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΗ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΗ

ΓΙΑ ΤΗΝ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ  

‘ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ’ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΗ ΜΟΝΟ ΠΑΝΩ ΣΤΑ ΣΥΝΤΡΙΜΜΙΑ ΤΟΥ ΜΝΗΜΟΝΙΟΥ ΕΕ/ΔΝΤ 

Πριν  μερικές μέρες, στο τέλος μιας ανοιχτής εφημερίας, το ΨΝΑ (Δαφνί) είχε, στα (συνολικής δυναμικότητας 225 κλινών) τμήματα εισαγωγών, 304 νοσηλευόμενους, δηλαδή, περίπου 80 ράντζα. Στις ανοιχτές εφημερίες, πριν και μετά, ο αριθμός είναι λίγο μικρότερος, αλλά πάντα πάνω από την υπέρβαση του 30% των κλινών, βάσει της οποίας υπάρχει κανονισμός να «κλείνει» η εφημερία. Αλλά, αν «κλείσει» και το Δαφνί, η έσχατη των ψυχιατρικών «αποθηκών» της χώρας, τι απομένει;

Καταλαβαίνει  εύκολα κανείς το είδος της διαχειριστικής/διεκπεραιωτικής  βιασ-ύνης να γίνονται εξιτήρια, ώστε να υπάρχει χώρος στην επόμενη εφημερία, όχι για κρεβάτι, αλλά, έστω, για ένα ράντζο.

Ταυτόχρονα, το ενδιαφέρον των διοικούντων, σε εφαρμογή της κεντρικής πολιτικής, επικεντρώνεται αποκλειστικά στις ‘οικονομίες’, στις περικοπές, στις συγχωνεύσεις/καταργήσεις  ξενώνων και οικοτροφείων και  ψυχιατρικών τμημάτων. Καθώς υπολογίζεται ότι θα συνταξιοδοτηθούν φέτος, χωρίς ν΄ αντικατασταθούν, περί τους 120 νοσηλευτές/τριες, έχουν ήδη μπει σε κίνηση διαδικασίες διοικητικών μετακινήσεων, τόσο στις στεγαστικές δομές όσο και στα τμήματα εισαγωγών, σε μια λογική ‘ισομοιράσματος’ του εναπομείναντος νοσηλευτικού προσωπικού – λογική που έχει ως αποτέλεσμα τη διάλυση των θεραπευτικών ομάδων, προκειμένου να υπάρξει ο ελάχιστος αριθμός προσωπικού σε άλλες δομές για τη στοιχειώδη λειτουργία τους…

Αντίστοιχα, στο γειτονικό Δρομοκαίτειο, η  Διοίκηση του ‘κληροδοτήματος’ ξεκίνησε τις περικοπές από τις αμοιβές των ‘ασθενών’ που εργάζονται στα κυλικεία (δείχνοντας, για μιαν ακόμη φορά, το παροιμιώδες ιδρυματικό και απάνθρωπο ‘πρόσωπό’ της) και προχώρησε, αφήνοντας αχαλίνωτο τον εγγενή αυταρχισμό της, στην πειθαρχική και ποινική δίωξη δύο ψυχολόγων που υπερασπίστηκαν τα δικαιώματα των ασθενών. Στο κείμενο που δημοσίευσαν και για το οποίο διώκονται, αποκαλύπτουν, μεταξύ άλλων, ότι υπάρχουν αποφάσεις του ΔΣ του Δρομοκαιτείου που προβλέπουν το ξαναγέμισμα των τμημάτων χρόνιας παραμονής, αρχίζοντας από δύο πανάθλια και ετοιμόρροπα κτίρια – δίνοντας, έτσι, το σύνθημα και εγκαινιάζοντας επίσημα και ανενδοίαστα την επιστροφή  στην κατάσταση της προ της κακέκτυπης ‘ψυχιατρικής μεταρρύθμισης’ περιόδου – από την οποία, άλλωστε, ποτέ η Διοίκηση του ‘κληροδοτήματος’ δεν άφησε το Δρομοκαίτειο να μετακινηθεί.

Κάτι  παρόμοιο ακούστηκε και από τα Χανιά, ως ‘υπαινιγμός’, όταν με αφορμή την πρόσφατη πυρκαγιά στην ψυχιατρική κλινική του νοσοκομείου Χανίων, ο Διοικητής έσπευσε να δηλώσει ‘πόσο λάθος και βιαστική’ ήταν η μεταφορά της ψυχιατρικής κλινικής από το Ψυχιατρείο στο εν λόγω κτίριο.

Το καινούργιο, στην περίοδο που διανύουμε, δεν  είναι πια το τέλμα, στο οποίο είχε βυθιστεί τα τελευταία χρόνια το στρεβλό κατασκεύασμα μιας κατ΄ ευφημισμόν  ‘ψυχιατρικής μεταρρύθμισης’. Το καινούργιο είναι η έναρξη της κατεδάφισης του όλου συστήματος – όχι πια η συντήρηση του εξωραϊσμένου νεο-ιδρυματισμού της προηγούμενης περιόδου αλλά, κυριολεκτικά, ηκατεδάφιση.

Εξ ΄ου  και η τραγική φάρσα που παίζεται, εδώ και ένα χρόνο, από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου, τη μια να γεμίζουν, επί χάρτου, τη χώρα με Κέντρα Ψυχικής Υγείας και την άλλη νασαμποτάρουν ακόμα και την λειτουργία των ήδη (ελάχιστων) υπαρχόντων, την ίδια στιγμή που δεν είναι σε θέση ν΄ απορροφήσουν πόρους ούτε καν από τα προσωρινής χρήσης και εμβέλειας πακέτα του ΕΣΠΑ.

Προφανώς  δεν μπορεί να υπάρξει η όποια  ‘πολιτική ψυχικής υγείας’ από  μια εξουσία 

της οποίας η πολιτική, πλέον, συγκροτείται ως κατεδάφιση του συστήματος των υπηρεσιών. Ηδη, εντεταλμένοι ‘κατεδαφιστές’ σε διάφορα κλιμάκια της ιεραρχίας του Υπουργείου και στις ΥΠΕ (ιδιαίτερα στη 2η) έχουν αναλάβει έργο, προωθώντας την ‘ολομέτωπη αντιμεταρρύθμιση’, που είχε σχεδιάσει, αλλά δεν είχε προλάβει να εφαρμόσει, η προηγούμενη κυβέρνηση, σε πολύ μεγαλύτερη, όμως, κλίμακα.

Αλλωστε, τι άλλο μπορεί να σημαίνει, για την  Υγεία γενικά και για την Ψυχική Υγεία ειδικότερα, η προετοιμαζόμενη  διάλυση του ΕΣΥ στο ΙΚΑ και του ΙΚΑ στο ΕΣΥ, εκτός, μεταξύ άλλων, από την οριστική απεμπόληση της όποιας προοπτικής για δημιουργία μιας ολοκληρωμένης κοινοτικής φροντίδας, μέσω της αναγωγής της φροντίδας αυτής στην διεκπεραιωτική συνταγογράφηση ενός υπερφορτωμένου ψυχιάτρου, κάπου σε μια γωνία ενός κατ΄ όνομα ‘Κέντρου Υγείας’;

Πριν  αρχίσουμε να σκεφτόμαστε ‘τι να κάνουμε’ πρέπει πρώτα να αποκτήσουμε πραγματική επίγνωση του πού βρισκόμαστε : ‘μνημόνιο’ και τρόϊκα, ΕΕ και ΔΝΤ, είναι πράγματα ασυμβίβασταμε την ψυχική υγεία. Όχι μόνο γιατί οι πολιτικές τους την καταρρακώνουν, γιατί παράγουν οδύνη και αρρώστια, αλλά και γιατί ένα σύστημα υπηρεσιών ψυχικής υγείας που να είναι πραγματικά θεραπευτικό, να σέβεται το λόγο, τα δικαιώματα και την αξιοπρέπεια του ψυχικά πάσχοντος υποκειμένου, είναι δυνατό μόνο πάνω στα συντρίμμια του ‘μνημονίου’.

Γνωρίζουμε ότι η κατεστημένη, ιδρυματική, νοσοκομειοκεντρική ψυχιατρική, στο βαθμό που δεν αμφισβητεί την κοινωνική εντολή που υπηρετεί για διατήρηση της ‘δημόσιας τάξης’, λειτουργεί (πέρα από τις όποιες προθέσεις) διατηρώντας και αναπαράγοντας τους ψυχικά πάσχοντες ως μια ομάδα πραγμοποιημένη, ταυτισμένη με την όποια ψυχοπαθολογία, ακυρωμένη και ελεγχόμενη μέσω της εναλλαγής εγκλεισμού και εγκατάλειψης/αποκλεισμού.

Καθώς, λοιπόν, η δημιουργία ολοκληρωμένων  κοινοτικών υπηρεσιών εναλλακτικών στον εγκλεισμό φαίνεται να τίθεται, από την υπάρχουσα συγκυρία, ακόμα και εκτός συζήτησης, ως ένας ιδεασμός γραφικών ονειροπόλων που δεν έχει καμιά σχέση με τον ‘κόσμο τούτο’, η καταφυγή στις νεο-ιδρυματικές διευθετήσεις της ‘φιλοξενίας’ σε στεγαστική δομή (ξενώνα, οικοτροφείο), που είχε αρχίσει ν΄ αποτελεί, για την κατεστημένη ψυχιατρική πρακτική, την μετεξέλιξη της τοποθέτησης στις πτέρυγες των χρονίων, φαίνεται ότι, μετά από ένα βραχύ βίο, φτάνει και αυτή στο τέλος της. Πολύ ακριβή για ένα κράτος που κατεδαφίζει την όποια πτυχή είχε καταφέρει να υπάρξει σ΄ αυτή τη χώρα, κράτους πρόνοιας και κοινωνικής προστασίας.

Σε μια  εποχή που  βραβεύεται με το Νόμπελ οικονομίας αυτή ακριβώς η θεωρία και η πρακτική της ακραίας  νεοφιλελεύθερης αποδόμησης  των  όρων της πιο στοιχειώδους κοινωνικής προστασίας, φαντάζει πραγματική πολυτέλεια για τα επιτελεία των κκ. Παπακωνσταντίνου και Λοβέρδου, ένα άτομο με σοβαρά προβλήματα ψυχικής υγείας και χωρίς κανένα κοινωνικό υποστηρικτικό σύστημα, να μπορεί να βρει μια στέγη σ΄ ένα ξενώνα. Το μόνο που διαθέτει η κυβέρνηση του ‘μνημονίου’ γι΄ αυτά και για όλο και περισσότερα κοινωνικά στρώματα είναι οδρόμος.

Καθώς το περίφημο ‘Ψυχαργώς’ ψυχορραγεί , η εκδήλωση της άδοξης κατάρρευσης  αυτής της εκ των προτέρων αποτυχημένης επιχείρησης εκφράζεται με ζοφερό τρόπο και στον δημόσιο καιστον ιδιωτικό, «μη κερδοσκοπικό», τομέα. Δραματική μείωση προσωπικού και πόρων (στις ‘ΜΚΟ’, και απολύσεις), επιδείνωση των εγγενών ιδρυματικών χαρακτηριστικών των δομών αυτών (που για πολλούς δεν ήταν ποτέ τίποτα περισσότερο από μικρά νοσοκομεία/άσυλα), υποβάθμιση των θεραπευτικών δραστηριοτήτων, ενδυνάμωση των κατασταλτικών πρακτικών (με τη συναίνεση μάλιστα της Επιτροπής για την Προστασία των δικαιωμάτων των ψυχικά πασχότων), περαιτέρω μείωση των προοπτικών κοινωνικής ενσωμάτωσης. 

Οι διαδικασίες  ιδιωτικοποίησης και κερδοφορίας  ‘από τον πόνο του άλλου’ αλώνουν  τώρα και τον δημόσιο τομέα (με τα επί πληρωμή απογευματινά ιατρεία, με τα 3 ευρώ

 που  οι περισσότεροι προσερχόμενοι  στις υπηρεσίες ψυχικής υγείας  αδυνατούν εκ προοιμίου να  καταβάλλουν, με το ‘αθόρυβο’  πέρασμα μέρους της πρωτοβάθμιας  φροντίδας σε ιδιώτες, αντί  για τη δημιουργία δημόσιων  ΚΨΥ, κοκ).

Οσο για  τις ‘μη κερδοσκοπικές’, χωρίς  στο παραμικρό ν΄ αλλάζει ο αποσυνδεδεμένος, κατακερματισμένος και αυτοαναφορικός χαρακτήρας των υπηρεσιών που παρέχουν σε όλα τα επίπεδα (‘αρετές’ που μοιράζονται, άλλωστε, με τις αντίστοιχες υπηρεσίες του δημόσιου τομέα), έχουν ήδη αρχίσει να επεκτείνουν το φάσμα των δραστηριοτήτων τους σε τομείς από τους οποίους αποσύρεται (ή αποφεύγει πεισματικά και οριστικά, πλέον, να καλύψει) το δημόσιο, τομείς που υπόσχονται έσοδα (και όχι, πλέον, απλώς τη φιλοξενία φτωχών ενοίκων στο οικοτροφείο), στην αρχή με το άλλοθι της πληρωμής από το ασφαλιστικό ταμείο, αλλά, στη συνέχεια, καθώς το κύκλωμα συγκροτείται και το πεδίο ανοίγεται, με τη δυνατότητα αμοιβής απευθείας από τον εξυπηρετούμενο – με σαφή, δηλαδή, κερδοσκοπικό προσανατολισμό, μέσω της σύναψης ενός (άτυπου ακόμα) συμβολαίου αμοιβαίου οφέλους μεταξύ κράτους και ιδιωτών.

Οσο περισσότερο, λοιπόν, οι συνέπειες των μέτρων του ‘μνημονίου’ γίνονται αισθητές και πρόκειται περαιτέρω να πολλαπλασιαστούν, με αποτέλεσμα οι ψυχικά πάσχοντες  να χάνουν όλα τα προσωπικά και  οικογενειακά στηρίγματα που είχαν την προηγούμενη περίοδο.

Οσο περισσότερο  ο ‘χώρος’ που διατίθεται, μέσα στον κοινωνικό ιστό, για το ‘διαφορετικό’, για τον άνθρωπο και τις  ομάδες με τις πιο πολύπλοκες ανάγκες, γίνεται ασφυκτικά πιο στενός και μη ανεκτικός.

Οσο, ταυτόχρονα, δεν υπάρχουν, από τη μια, ολοκληρωμένες  κοινοτικές υπηρεσίες ψυχικής υγείας, αλλά και κοινωνικές υπηρεσίες, για  να τους στηρίξουν στον τόπο κατοικίας  και γενικά μέσα στο κοινωνικό  τους πλαίσιο ενώ, από την άλλη, οι κλίνες στέγασης/φιλοξενίας, ήδη σχεδόν υπερπλήρεις, αρχίζουν να συρρικνώνονται.

Οσο, δηλαδή, δεν είναι δυνατόν οι ανάγκες  ν΄ απαντηθούν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, ακριβώς τη στιγμή που πολλαπλασιάζονται και κλιμακώνονται, τότε δεν απομένει, από μια ψυχιατρική που ποτέ δεν απέβαλλε την ιδρυματική και ασυλική της θεωρία, πρακτική, δομή και λειτουργία, παρά η κατασταλτική τους αντιμετώπιση, μέρος και στιγμή της οποίας είναι και η εγκατάλειψήτους στο δρόμο.

Αλλωστε, στην συντριπτική τους πλειονότητα, οι πρακτικές στα ψυχιατρεία και στις ψυχιατρικές κλινικές των γενικών νοσοκομείων, ανεξάρτητα από το θεωρητικό πλαίσιο και τις σχολές ‘αναφοράς’ των ψυχιάτρων, ανάγονται στην καταστολή, αφενός και στην ‘συντήρηση’, αφετέρου, ως το ‘κύριο πιάτο’, ως η κοινή ταυτότητα, ο κοινός τρόπος (ακύρωσης του) ‘διαλόγου’ με τον ‘άλλο’ – κρατώντας ως απλό ‘επιδόρπιο’ (ή και εκτοπίζοντας τελείως) τις προσεγγίσεις και τις συνεισφορές των άλλων ειδικοτήτων.

Ενώ καθηλώνει, κλειδώνει και απομονώνει, ακυρώνει το λόγο και δοκιμάζει πλήθος ψυχοφαρμάκων πάνω στο ‘αντικείμενο-αρρώστια’ της δουλειάς του, ο ψυχίατρος μπορεί να διακοσμεί αυτή την ιδρυματική  βαρβαρότητα, στην οποία μετέχει και την οποία ‘ασκεί χωρίς να επερωτά’, μέσω της αφήγησης της θεωρητικής κατασκευής, την οποία ασπάζεται και η οποία λειτουργεί ως εξορθολογισμός της ασκούμενης καταστολής και ελέγχου.

Αυτή  η πρακτική έχει συνέπειες, που αφορούν, κατ΄ αρχήν, την ίδια τη ζωή των ασθενών. Είναι πολλοί αυτοί που έχουν πεθάνει μηχανικά καθηλωμένοι, ή στην απομόνωση και το αίτιο του θανάτου τους συγκαλύφθηκε από την ιεραρχία της θεσμικής οργάνωσης. Μόνο σπάνια, κάτω από ειδικές συγκυρίες, μπορεί να έλθουν αυτά τα εγκλήματα του ψυχιατρικού θεσμού στο φως της δημοσιότητας.

Αν γινόταν  μια έρευνα για κάθε θάνατο στις  ψυχιατρικές μονάδες από ανεξάρτητα όργανα (πραγματικά ανεξάρτητα όργανα και όχι από κατ΄ όνομα Επιτροπές Δικαιωμάτων), τότε μια άλλη, η αληθινή πραγματικότητα θα ερχόταν στη επιφάνεια.

Δεν πρόκειται, όμως, μόνο για τα έκδηλα κατασταλτικά μέτρα.

Αυτό  για το οποίο απαιτείται εγρήγορση  και αντιμετώπιση αφορά το όλο πλέγμα των δικαιωμάτων και της διαπραγματευτικής εξουσίας που στην πράξη (και όχι στα λόγια) αναγνωρίζεται στον ψυχικά πάσχοντα, μέσα και έξω από την επαφή με τις υπηρεσίες.

Αφορά το πεδίο του διαλόγου, για τους όρους, υλικούς, θεσμικούς, σχεσιακούς, που δίνουν υπόσταση στην διαπραγματευτική εξουσία του ‘ασθενή’, στο εύρος των επιλογών, θεσμικά κατοχυρωμένων, που διασφαλίζουν την ελευθερία και την απόφαση, σε συνάρτηση με την προστασία – μια προστασία που δεν μπαίνει διαζευκτικά και δεν ακυρώνει την ελευθερία, αλλά είναι ικανή να την συνοδεύει στις διαδρομές της, όσο πολύπλοκες και τεθλασμένες κι΄ αν γίνονται μερικές φορές.

Αφορά, επίσης, την ανάγκη απόρριψης της καθ΄ οιονδήποτε τρόπο αναγωγής της ψυχικής οδύνης σε αναπηρία (μέσω της διάλυσης των συλλογικοτήτων χρηστών και οικογενειών σε σχετικά οργανωτικά μορφώματα) και την ενθάρρυνση και ενδυνάμωση των προσεγγίσεων της ‘ανάρρωσης΄ (recovery), της ενθάρρυνσης και στήριξης, δηλαδή, για ανάληψη από τα ίδια τα πάσχοντα υποκείμενα της ευθύνης για να βάλουν ξανά σε κίνηση τη ζωή τους – μια ζωή που δεν ακυρώνεται τόσο από την ‘αρρώστια’ όσο, πρωτίστως, από την στενά κλινική (βιολογική ή άλλη), αφενός και από την κατεστημένη κοινωνική, αφετέρου, αντιμετώπισή της. 

Αφορά, περαιτέρω, την διεύρυνση των ‘κοινωνικών  χώρων’ μέσα στους οποίους μπορεί να υπάρξει και πραγματικά ν΄ αναπνεύσει ο καθένας, όσο πολύπλοκες και αν είναι οι ανάγκες του. Το ‘στίγμα’ δεν καταπολεμάται με στρατηγικές που στοχεύουν στην αλλαγή των ‘λανθασμένων ιδεών’, που έχουμε στο κεφάλι μας, με τις ‘σωστές’. Η καταπολέμηση του ‘στίγματος’, ως κοινωνικής στάσης και αλληλεπίδρασης, που ριζώνει πάνω σε συγκεκριμένες κοινωνικές σχέσεις, είναι συνυφασμένη με την αλλαγή αυτών των κοινωνικών  σχέσεων, καθώς η αλλαγή του ‘σκέπτεσθαι’ (της κουλτούρας) είναι συνυφασμένη με την αλλαγή του κοινωνικού είναι.

Αυτές οι διαδικασίες δεν  έχουν ανάγκη από  χορηγούς, δεν τους επιτρέπεται ν΄ αποτελέσουν το άλλοθι, το ανθρωπιστικό προσωπείο των πολυεθνικών του φαρμάκου και των κάθε λογής τραπεζιτών.

Η αμφισβήτηση  της κατασταλτικής ψυχιατρικής  προϋποθέτει την ενθάρρυνση της  χειραφέτησης και την κινητοποίηση των ατόμων με ‘ψυχιατρική εμπειρία’, ενεστώσα ή παρελθούσα, σε σύνδεση με λειτουργούς ψυχικής υγείας στον δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα, που αντιμετωπίζουν, αυτή την περίοδο, της διπλή πρόκληση, αφενός να πλήττεται με πρωτοφανή τρόπο το βιοτικό τους επίπεδο, με τις δραστικές περικοπές στους μισθούς και με τις απολύσεις και, αφετέρου, να τους ζητείται να αποτελέσουν το μακρύ χέρι της ψυχιατρικής καταστολής, ως εντολοδόχοι της κατεστημένης κοινωνικής τάξης, πιο ασφυκτικής, κτηνώδους και βάρβαρης απ΄ οποτεδήποτε στο παρελθόν.

Τέτοιες πρακτικές χειραφέτησης σε όλες τις  μορφές τους μπορούν να αναπτυχθούν  σε συμμαχία με τις οικογένειες και τα ποικίλα κοινωνικά κινήματα που αυτο-οργανώνονται και στοχεύουν στην ανατροπή μιας κοινωνικής τάξης ικανής να υπάρχει μόνο μέσω ‘μνημονίων’ και της καταστροφής των πιο καταπιεσμένων στρωμάτων.

Αναπόσπαστο μέρος των αγωνιστικών προταγμάτων και των διεκδικήσεων των κινημάτων αυτών (πρέπει να) είναι το πρόβλημα της ψυχικής υγείας/ψυχικής οδύνης, ως μιας αντίφασης στην οποία όλοι συμμετέχουμε και που μας αφορά όλους, σε συνάρτηση με το πρόβλημα των θεσμών που την διαχειρίζονται και την ελέγχουν, καθώς και των δικαιωμάτων και της ελευθερίας των ανθρώπων, που οι ανάγκες τους για φροντίδα, θεραπεία και προστασία εξακολουθούν ν΄ αντιμετωπίζονται ως αδιαπραγμάτευτη δικαιοδοσία μιας ψυχιατρικής που λειτουργεί ως μέρος των κατασταλτικών μηχανισμών του κράτους.  

25 Οκτώβρη 2010

 

London Seminar on Contemporary Marxist Theory

 

LONDON SEMINAR ON CONTEMPORARY MARXIST THEORY

The global economic and financial crisis has witnessed a deepening of interest in different forms of critical and radical thought and practice. This seminar will explore the new perspectives that have been opened up by interventions of contemporary Marxist theory in this political and theoretical conjuncture. It involves collaboration among Marxist scholars based in several London universities, including Brunel University, King’s College London, and the School of Oriental and African Studies. Guest speakers – from both Britain and abroad – will include a wide range of thinkers engaging with many different elements of the various Marxist traditions, as well as with diverse problems and topics. The aim of the seminar is to promote fruitful debate and to contribute to the development of more robust Marxist 
analysis. It is open to all.

Autumn Term Programme

9th November, 5pm
King’s College London, Strand Campus, S-1.04, Raked Lecture Theatre
Massimiliano Tomba (University of Padua)
The Historical Materialist at work: Re-reading “The Eighteenth Brumaire”

15th December, 5pm
King’s College London, Strand Campus, K.3.11 Raked Lecture Theatre
Peter D. Thomas (Brunel University)
Contours of Contemporary Western Marxism

The schedule for 2011 will be made available at a later date.

Speakers will include David Leopold (Oxford), Esther Leslie (Birkbeck), Stathis Kouvelakis (King’s) and Alberto Toscano (Goldsmiths).

For further information, please contact:

Alex Callinicos, European Studies, King’s: alex.callinicos@kcl.ac.uk

Stathis Kouvelakis, European Studies, King’s: stathis.kouvelakis@kcl.ac.uk 

Costas Lapavitsas, Economics, SOAS: cl5@soas.ac.uk 

Peter Thomas, Politics and History, Brunel: PeterD.Thomas@brunel.ac.uk

Ξένια Χρυσοχόου: Φτάνει πια με την υποκρισία! Φτάνει πια η διάλυση του δημόσιου πανεπιστημίου!

 

Το κείμενο που ακολουθεί πρόκειται να δημοσιευτεί στην Αυγή και αναδημοσιεύεται από το Radical Desire.
 

Φτάνει πια με την υποκρισία! Φτάνει πια η διάλυση του δημόσιου πανεπιστημίου!

Στις 26/9/2010 η υπουργός Παιδείας είχε παρουσιάσει τις θέσεις της κυβέρνησης για την Ανώτατη Παιδεία. Από εκείνο το λόγο, καθώς και το λόγο του Πρωθυπουργού και του υφυπουργού κ. Πανάρετου που μιλούσε για την προστασία του καταναλωτή, φαινόταν ποια είναι η κατεύθυνση των αλλαγών που επεξεργάζονται για το Πανεπιστήμιο. Χθές (23/10/2010), στη σύνοδο πρυτάνεων στο Ρέθυμνο, η Υπουργός παρουσίασε το κείμενο «διαβούλευσης» για τα Πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ. Δεν υπάρχουν λόγια για να περιγράψει κανείς το συναίσθημα ενός πανεπιστημιακού που διάβασε το κείμενο. Το μόνο που μπορώ να πω είναι: Φτάνει πια! Φτάνει πια με την κοροϊδία, τον εξευτελισμό της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, την υποτίμηση της νοημοσύνης μας! Φτάνει πια!
Το σχέδιο νόμου που προτείνεται, αν περάσει, θα φέρει μη αναστρέψιμες αλλαγές στο Πανεπιστήμιο. Αποτελεί ένα υβρίδιο πολιτικών που έχουν εφαρμοστεί, συχνά με αποτυχία, σε άλλες χώρες χωρίς να αποτιμάται η ακαδημαϊκή τους επιτυχία, η σχέση τους με την Ελληνική κοινωνία και τις συνθήκες ζωής. Μιλούν για στρατηγική για την Εθνική Παιδεία αντιγράφοντας μοντέλα, υποτιμώντας ανάγκες και επιπτώσεις. Τυχαίο; Δεν νομίζω. Ήρθε ή ώρα να μιλήσουμε έξω από τα δόντια για το τι σημαίνει αυτό.
Είχα αρχίσει να γράφω ένα κείμενο ανάλυσης του νομοσχεδίου όπως φαινόταν από τις εξαγγελίες των Δελφών αλλά μετά την κατάθεσή του δεν θα επιδοθώ σε αναλύσεις. Θα υπάρξουν και τέτοιες. Θα μιλήσω σαν μαχόμενος πανεπιστημιακός, σαν ένας άνθρωπος που βρίσκεται μέσα στα αμφιθέατρα και προσπαθεί να δώσει το καλύτερο στους φοιτητές, σαν ένας άνθρωπος που δεν έχει υποστείλει τη σημαία της έρευνας, που βάζει από το μισθό του για να τρέχει σε συνέδρια, που αφιερώνει τις διακοπές του σε θερινά σχολεία, που θέλει να στήσει πέντε πράγματα που να προωθούν την έρευνα και την παραγωγή νέας γνώσης στην Ελλάδα. Είμαστε πολλοί τέτοιοι στην Ελλάδα και βαρεθήκαμε την υποκρισία, την κοροϊδία, την υποτίμηση της δουλειάς και της ζωής μας. Φτάνει πια!
Σπούδασα στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών σε μια περίοδο όπου οι μεταπτυχιακές και διδακτορικές σπουδές δεν ήταν δυνατές στο χώρο της ψυχολογίας στην Ελλάδα. Αφού ολοκλήρωσα τη διατριβή μου και δούλεψα στη Γαλλία έζησα στην Αγγλία για 7 χρόνια διδάσκοντας ως μέλος Διδακτικού και Ερευνητικού Προσωπικού σε βρετανικό πανεπιστήμιο πριν επιστρέψω στην Ελλάδα το 2004, στο Πάντειο, όπου διδάσκω κοινωνική ψυχολογία. Τα τελευταία χρόνια έχω ζήσει όλες τις προσπάθειες «μεταρρύθμισης» του Ελληνικού πανεπιστημίου έχοντας την εμπειρία δύο άλλων συστημάτων και έχω αρθρογραφήσει συχνά. Επειδή είμαι παιδί του δημόσιου πανεπιστημίου, επειδή προσπαθώ να ανταποδώσω με τη δουλειά μου συγχωρείστε την οργή που ελπίζω να διαφαίνεται μέσα από αυτό το κείμενο.
Φτάνει πια! Είναι γεγονός ότι το πανεπιστήμιο έχει προβλήματα και ότι η καθημερινότητα τόσο των φοιτητών όσο και των καθηγητών και εργαζομένων είναι πολύ δύσκολη. Η κτηριακή υποδομή είναι ανεπαρκής, δεν υπάρχει αρκετό προσωπικό για να είναι οι υπηρεσίες αποτελεσματικές, υπάρχουν αγκυλώσεις στον τρόπο εργασίας, υπηρεσίες έχουν δοθεί σε ιδιώτες και κοινοπραξίες όπου δουλεύουν άνθρωποι με πολύ κακές εργασιακές σχέσεις, συνάδελφοι χρησιμοποιούν το πανεπιστήμιο για δραστηριότητες επιχειρηματικού τύπου, φοιτητές προσπαθούν να αποκτήσουν πτυχίο και όχι να σπουδάσουν. Το πανεπιστήμιο δεν είναι διαφορετικό από την κοινωνία στην οποία βρίσκεται. Αν η κοινωνία διαπλέκεται στον ίδιο βαθμό θα συμβαίνει αυτό και στο πανεπιστήμιο. Αυτή είναι η καθημερινότητά μας και αυτήν δεν την αλλάζουν τα νέα μέτρα που έρχονται να μειώσουν την δημόσια χρηματοδότηση, να δημιουργήσουν νέες εστίες διαπλοκής, να χειραγωγήσουν την έρευνα, να μετατρέψουν τα πανεπιστήμια σε κολέγια που θα αναζητούν πόρους επιβίωσης αντί να παράγουν νέα γνώση.
Φτάνει πια η υποκρισία! Δεν δικαιούνται να λένε ότι θα πατάξουν τη διαπλοκή μεταξύ πρυτάνεων και φοιτητικών παρατάξεων μειώνοντας τη δημοκρατική συμμετοχή της πανεπιστημιακής κοινότητας, διορίζοντας τους πρυτάνεις, συγκεντρώνοντας εξουσίες σε συμβούλια, αυτοί που για χρόνια χρησιμοποιούν τις φοιτητικές νεολαίες για να ελέγχουν τις εκλογές πρυτανικών αρχών. Είναι τραγικό να καταργείται ένας δημοκρατικός θεσμός προς όφελος της συγκέντρωσης εξουσίας σε λίγους μη εκλεγμένους και νομιμοποιημένους. Είναι επίσης τραγικό να καταργείται ένας δημοκρατικός θεσμός γιατί κάποιοι τον καταστρατηγούν. Η κατάληξη αυτού του επιχειρήματος θα ήταν να καταργήσουμε τη δημοκρατική εκλογή βουλευτών γιατί κάποιοι επίορκοι εμπλέκονται σε ρουσφέτια… Το υπουργείο ενδιαφέρεται να έχει τον άμεσο έλεγχο των πανεπιστημίων μέσω μιας ελιτ που θα διαπλέκεται με την πολιτική εξουσία. Ένα πανεπιστήμιο που πειθαρχείται δεν προάγει την ελεύθερη σκέψη και την κριτική ικανότητα. Οι πανεπιστημιακοί είμαστε δημόσιοι λειτουργοί και από αυτή μας την ιδιότητα πηγάζει η ακαδημαϊκή ελευθερία. Αν δουλεύουμε σε καθεστώς επιχειρησιακής αποτελεσματικότητας αυτή η ελευθερία παύει να υπάρχει.
Φτάνει πια η κοροϊδία! Σε πολλά σημεία διαφαίνεται η θέληση του Υπουργείου να αποποιηθεί της συνταγματικής του ευθύνης να χρηματοδοτεί την ανώτατη εκπαίδευση. Η χρηματοδότηση των πανεπιστημίων θα γίνεται με βάση δείκτες που κυρίως αφορούν τον αριθμό των φοιτητών. Τα πανεπιστήμια θα χρηματοδοτούνται «με το κεφάλι». Χωρίς υποδομές πόσους θα πάρουν, πώς θα τους διδάσκουν; Αυτό θα οδηγήσει σε μια «άρπα κόλλα» για τους πολλούς για να γίνεται μια δαρβινικού τύπου επιλογή σε αυτούς που θα συνεχίσουν για μεταπτυχιακά (όπου εκεί το άρθρο 16 δεν θα προστατεύει τους φοιτητές από τα δίδακτρα και άρα θα μπούν για να επιβιώσει το πανεπιστήμιο). ΄Αλλωστε άνεργοι θα βγαίνουν. Έχουν καταφέρει να πείσουν την κοινωνία ότι για την ανεργία των νέων επιστημόνων φταίνε τα πτυχία και όχι η οικονομία της αγοράς. Το επιχείρημα δεν στέκει. Τώρα οι απόφοιτοί μας διαπρέπουν τόσο στην Ελλάδα και στο εξωτερικό όταν τους δοθεί χώρος να εξασκήσουν αυτά που έμαθαν. Άλλωστε η οικονομία της αγοράς φαλίρισε τη χώρα γιατί εφαρμόστηκε καλά, και όχι γιατί δεν εφαρμόστηκε. Ποιον κοροϊδεύουν όταν λένε ότι θέλουν το πανεπιστήμιο να συνδεθεί με την αγορά για να γίνει καλύτερο;
Φτάνει πια με τον εξευτελισμό της ζωής και της δουλειάς μας! Γιατί αφήνεται να εννοηθεί ότι οι διδάσκοντες είναι άσχετοι και δεν έχουν σχέση με τη διεθνή πραγματικότητα; Γιατί πρέπει να κρίνονται από ξένους, να έρχονται ξένοι να διδάξουν ενώ οι Έλληνες δεν έχουν το δικαίωμα να κάνουν το ίδιο; Δηλαδή αν έμενα στην Αγγλία θα ήμουν ικανότερη να έρθω να διδάξω εδώ απ’ό,τι είμαι τώρα; Έχει σκεφτεί κανείς σε ποιες συνθήκες ζουν και δουλεύουν οι συνάδελφοι στο εξωτερικό και σε ποιες εμείς; Δεν δικαιούνται να ομιλούν για διεθνοποίηση αυτοί τους οποίους παρακαλάμε μήνες να λήξουν το οικονομικό θέμα με τους εκδοτικούς οίκους του εξωτερικού για να έχουμε πρόσβαση στα επιστημονικά περιοδικά που αποτελούν το πρωτογενές υλικό για τη δουλειά μας. Σήμερα οι δύο μεγαλύτεροι οίκοι ο Wiley και ο Elsevier δεν δίνουν πια περιοδικά στην κοινοπραξία των Ελληνικών πανεπιστημίων και κάποιοι έχουν το θράσος να μας μιλούν για ερευνητική παραγωγή. Έχουν το θράσος να μιλούν για έρευνα αυτοί που από το Φλεβάρη που έληξε ο διαγωνισμός για ένα ανταγωνιστικό πρόγραμμα χρηματοδότησης έρευνας με προδιαγραφές διεπιστημονικότητας (Θαλής) ακόμα «μαγειρεύουν» τα αποτελέσματα και αλλάζουν στο δρόμο τα κριτήρια και μεταθέτουν τις προθεσμίες. Έχουν το θράσος να μιλούν για ανταγωνισμό με το εξωτερικό όταν συνάδελφος στην Ολλανδία έλαβε 2,5 εκατ. ευρώ από το κράτος για να κάνει έρευνα και συνάδελφος στην Ελβετία 2 εκατ. ελβετικά φράγκα το χρόνο για 8 χρόνια για τον ίδιο σκοπό. Ούτε ο Αϊνστάιν να ήμουνα δεν θα μπορούσα να συναγωνιστώ. Προς το παρόν τους εκλιπαρώ να μου στέλνουν άρθρα από περιοδικά. Έχουν το θράσος να μιλούν για υποτροφίες στους φοιτητές όταν το ερευνητικό πρόγραμμα διδακτορικής έρευνας (Ηράκλειτος) δύο χρόνια μετά την προθεσμία υποβολής αιτήσεων τώρα ίσως να αρχίσει. Οι φοιτητές φεύγουν στο εξωτερικό όπου έχουν αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας. Εκτός και αν εννοούν τη διεθνοποίηση με το να στέλνουμε τα καλύτερα παιδιά μας να κάνουν πρωτογενή έρευνα έξω. Έχουν το θράσος να μιλούν για προγραμματισμό όταν 800 και πλέον εκλεγμένοι συνάδελφοι με βάση τους κοινούς προγραμματισμούς ιδρυμάτων και υπουργείου περιμένουν τον διορισμό τους δύο και πλέον χρόνια και εν τω μεταξύ δουλεύουν δωρεάν για το πανεπιστήμιο.
Φτάνει πια με την απαξίωση του λειτουργήματός μας και της ακαδημαϊκής ελευθερίας. Με βάση το νέο νομοσχέδιο οι μισθοί όσων εργάζονται στο πανεπιστήμιο θα χρηματοδοτούνται σε ένα ελάχιστο όριο από το κράτος και μετά με βάση κριτήρια θα εξαρτώνται από πόσα χρήματα θα βρίσκει το πανεπιστήμιο. Ποιος ακριβώς θα χρηματοδοτήσει τις κοινωνικές επιστήμες; Δεν θα χειραγωγείται η όποια έρευνα από τις ανάγκες των χορηγών; Δεν θα εξευτελίζονται οι πανεπιστημιακοί στην προσωπική τους διαπραγμάτευση με τους πρυτάνεις και τα συμβούλια για το μισθό τους; Δεν θα υπάρχει διαπλοκή; Είναι δοκιμασμένο το σύστημα στην Αγγλία με καταστροφικά για την έρευνα αποτελέσματα. Λίγα κέντρα (τα λεγόμενα αριστείας) θα μπορούν στοιχειωδώς να δουλέψουν και οι υπόλοιποι θα είναι στο επίπεδο μεταλυκειακής εκπαίδευσης.
Φτάνει πια με τον εμπαιγμό των νέων! Οι φοιτητές των μεταλυκειακών αυτών ιδρυμάτων μετά από μια εξουθενωτική κούρσα εντατικοποιημένων σπουδών από το γυμνάσιο, θα εκλιπαρούν για δια βίου επιμορφώσεις στις επιχειρήσεις για να βρουν δουλειά, χωρίς επαγγελματικά δικαιώματα που απορρέουν από την επιστημονική πειθαρχία που σπούδασαν. Θα συνθέτουν μόνοι τους το πτυχίο τους σε σχολές και όχι σε τμήματα που αντιστοιχούν σε γνωστικά αντικείμενα. Με εξατομικευμένα πτυχία και δεξιότητες, καταχρεωμένοι από τα φοιτητικά δάνεια, που το νομοσχέδιο προτείνει να υπάρξουν σε συνεννόηση με το τραπεζικό σύστημα, θα βγαίνουν μόνοι στην αγορά εργασίας. Οι απόφοιτοι θα είναι χρεωμένοι μέχρι το λαιμό, δεν θα μπορούν να βρουν δουλειά και θα αναγκάζονται να δουλεύουν για ένα κομμάτι ψωμί για να ξεχρεώσουν. Τότε δεν θα τους λένε ότι τα πτυχία δεν ανταποκρίνονται στην αγορά εργασίας αλλά ότι οι ίδιοι και το ατομικό τους πτυχίο δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες της αγοράς. Δεν είναι εικόνα της φαντασίας μου αλλά πραγματικότητα σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες με καταστροφικά κοινωνικά αποτελέσματα.
Φτάνει πια με τον εμπαιγμό της Ελληνικής κοινωνίας! Δεν είναι ανεκτό να ακούμε για συνενώσεις τμημάτων και πανεπιστημίων από κείνους που τα ίδρυσαν σε κάθε πόλη για να καλύψουν τις ανάγκες της περιφερειακής ανάπτυξης και να ικανοποιήσουν την εκλογική τους πελατεία. Σε αυτές τις συνθήκες που ζούμε χρειάζεται άραγε να ιδρυθεί τώρα αρχιτεκτονική σχολή στην εκλογική περιφέρεια της υπουργού Παιδείας; Επιτέλους πόσο ηλίθιοι νομίζετε ότι είμαστε;
Το δημόσιο πανεπιστήμιο προσέφερε και προσφέρει στην Ελληνική κοινωνία και η κοινωνία το ξέρει. Πως είναι δυνατόν όταν κάποιος πάει στο γιατρό με την ελπίδα να γιατρευτεί, να μην τον απασχολεί (αντίθετα να το θεωρεί θετικό) ότι αυτός σπούδασε στο Ελληνικό δημόσιο πανεπιστήμιο. Και οι γιατροί, οι δικηγόροι, οι πολιτικοί μηχανικοί και οι αρχιτέκτονες οι δάσκαλοι και οι καθηγητές (και αυτοί που δουλεύουν ως φροντιστές) και η πλειοψηφία όσων δουλεύουν στον ιδιωτικό τομέα σε θέσεις ευθύνης έχουν περάσει από το δημόσιο πανεπιστήμιο. Όταν βρισκόμαστε μπροστά σε ένα ερώτημα, μια αγωνία (πχ. σεισμός, γρίπη, οικονομία, κλιματικές αλλαγές) απευθυνόμαστε σε αυτούς που σπούδασαν, έκαναν έρευνα μπορούν να εξηγήσουν, να περιγράψουν να προβλέψουν τα φαινόμενα. Απευθυνόμαστε σε επιστήμονες. Αυτούς προσπαθεί να δημιουργήσει το πανεπιστήμιο.
Πέρα από αυτή την προσφορά στελέχωσης της κοινωνίας, το ελληνικό πανεπιστήμιο έφερε και μια βελτίωση της ζωής σε πολλούς αφού συντέλεσε στην κοινωνική κινητικότητα και επέτρεψε την καλυτέρευση της κοινωνικής κατάστασης για πολλά παιδιά λαϊκών στρωμάτων. Το πανεπιστήμιο ανακάτεψε την τράπουλα της κοινωνικής διαστρωμάτωσης και έδωσε τη δυνατότητα μόρφωσης και επαγγελματικής αποκατάστασης σε πολλούς. Αυτή είναι μια άλλη προσφορά του δημόσιου πανεπιστημίου στην Ελληνική κοινωνία.
Αυτό, το πανεπιστήμιο της μεταπολίτευσης η υπουργός θεωρεί ότι τελείωσε τον κύκλο του. Γιατί άραγε; Δεν θέλουμε πια ένα πανεπιστήμιο που να βγάζει επιστήμονες; Δεν θέλουμε πια ένα πανεπιστήμιο που να έχουν τη δυνατότητα να μπουν όσο το δυνατόν περισσότεροι, απ’όλες τις κοινωνικές τάξεις; Αν εξετάσουμε προσεκτικά τις πρωθυπουργικές και υπουργικές εξαγγελίες καθώς και το «κείμενο διαβούλευσης» σε συνδυασμό με το νόμο Γιαννάκου και την προσπάθεια αναθεώρησης του άρθρου 16 του συντάγματος φαίνεται καθαρά ότι οι κυβερνώντες δεν επιθυμούν ένα τέτοιο πανεπιστήμιο. Δεν επιθυμούν ένα πανεπιστήμιο ανοικτό στους πολλούς που να βγάζει επιστήμονες, ανθρώπους με μεθοδολογία, και κριτική σκέψη. Τα νέα μέτρα πρόκειται να δημιουργήσουν με αυταρχικούς όρους ένα μεταλυκειακό εκπαιδευτήριο το οποίο για να επιζήσει θα βασίζεται στους νόμους της αγοράς και άρα στην οικονομική συμμετοχή των φοιτητών που θα μετατραπούν σε πελάτες.
Εμείς στην πανεπιστημιακή κοινότητα, φοιτητές, καθηγητές και εργαζόμενοι λέμε φτάνει πια! Θα παλέψουμε για άλλη μια φορά για το δημόσιο πανεπιστήμιο, όχι αυτό που υπάρχει αλλά αυτό που θέλουμε και αυτό που αξίζει στην ελληνική κοινωνία. Θα δώσουμε τη μάχη απέναντι στην προπαγάνδα κατασυκοφάντησης του πανεπιστημίου και της νεολαίας. Θα δώσουμε τη μάχη κόντρα στο συνδικάτο μας που σήμερα σε μια εποχή ανέχειας, με εκλεγμένους συναδέλφους των οποίων εκκρεμεί ο διορισμός, ετοιμάζεται να δεχτεί 5 εκατ. ευρώ από την κυβέρνηση για να μας καλεί σε σύνεση απέναντι στα μέτρα. Θα δώσουμε τη μάχη ενάντια σε ένα προσχηματικό διάλογο που δεν αφήνει περιθώρια συζήτησης επί της ουσίας αλλά μας καλεί να συζητήσουμε τις επιμέρους διατάξεις εφαρμογής των νέων μέτρων.

Σε αυτή τη μάχη σας θέλουμε, αγαπητοί συμπολίτες, δίπλα μας. Αν οι αλλαγές αυτές περάσουν θα αλλάξει τελείως ο χαρακτήρας της ανώτατης εκπαίδευσης, το DNA των πανεπιστημίων όπως είπε η υπουργός. Αν η μάχη δεν δοθεί απ’όλη την Ελληνική κοινωνία μην παραξενευτείτε όταν θα διαπιστώσετε την αλλαγή του δικού της DNA.
Ξένια Χρυσοχόου
Καθηγήτρια Κοινωνικής και Πολιτικής Ψυχολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

 

17th International Workshop on Discourse Studies: Critique and Decolonization

Commitees
  • Scientific Committee: Luisa Martín Rojo, Miguel Pérez Milans, Monica Heller, Mary Louise Pratt, Ruth Wodak, Juan Carlos Gimeno and Joan Pujolar.
  • Organizing Committee: Luisa Martín Rojo, Miguel Pérez Milans, Miriam Jiménez and Simone Belli
Workshop information:
During the twentieth century, the critical turn in discourse studies produced far-reaching changes in the understanding of discourse and in the models used to analyse it. Discourse ceased to be considered an imperfect repre- sentation tool, and was recognized as having an essential role in the construction of the so- cial, political and economic reality. Social and human sciences have progressively integrated the contributions of the critical turn into the history of thought. This has made it possible to de-naturalize many of the ideas underpinning the organization of the modern nation-state, linking them to the viewpoints and interests of particular social groups. Nevertheless, re- cently the critical turn has come under attack for not going far enough, and in particular for having been preoccupied with the problems of the European nation-states where the critical approach was first developed. 

In this line, the decolonizing turn impels us to carry out a more detailed exploration of the conditions of the colonial past and to discover how such forms of domination continue to be (re)produced today, on the basis of specific hegemonic and universalist representations of the sociopolitical, economic and cultural world. Developing scientific approaches based on intellectual traditions other than those prevailing in the West is seen as a key step on the unfinished decolonization project. However, this is a far reaching project in which there is a real risk of reproducing biased representations about homogeneous cultural communities. This project should not be addressed in isolation from processes of language and cultural commodification and their consequences for the legitimization of certain social relations of power within such communities (with regard to social class, ethnicity and gender). 

In view of these issues, and taking over from the previous seminars organized by the foundational group of the CDA, this workshop is focused on the following questions: what is at stake in decentring critique, and for whom? Can a critical approach, as we now understand it, usefully contribute to decolonization? Do we simply need to turn our tools to the problems and concerns of the global South or do we need entirely new ones? Does the current institutionalization of critical discourse studies exclude bodies, questions, methodologies, ontologies or all of the above? These questions will be addressed in three debates:

  1. What is to be derived from a dialogue between the two approaches?
  2. How have they contributed to studies on class, gender, and ethnicity?
  3. Is it possible to expand the space of colonized subjects and knowledge from the standpoint of multilingualism and multiculturalism, with respect to dominant languages and cultures?
Registration:
Registration deadlines: applications should be submitted between September 15 and October 30. 

For the participants to contribute to the Workshop, two registration options are available:

  • A – Presenters. Those participants willing to contribute to any of the debates that will take place after the sessions will attach to the registration form an abstract with the questions they would like to ask during the debate (following the format instructions to be found in our website). These questions will be incorporated to the debate and the subsequent publication. Their authors will receive a certificate as presenters in the Workshop, in which their contributions will be acknowledged.
  • B – Listeners. Those participants not willing to prepare any questions prior to the debates will only fill in the registration form. They will receive a certificate as listeners. If the number of applications exceeds the number of available seats, participants will be chosen by their reg- istration date and the interest of their possible contributions to the debate (e.g. submitted abstract). The registration form and further information will be available at the beginning of September in our website.
Venue:
Sponsors:
  • Ministerio de Ciencia e Innovación
  • Vicerrectorado de Investigación de la Universidad Autónoma de Madrid
  • Asociación Española de Estudios Canadienses
Contact us:

17th International Workshop on Discourse Studies

Download leaflet here.

TΙΝΑ, κάτι θα γίνει, θα δεις

ΤΙΝΑ, κάτι θα γίνει, θα δεις”

Αυτό το κείμενο είναι μια προσωπική κριτική της τελευταίας συλλογής διηγημάτων του Χρήστου Οικονόμου (“Κάτι θα γίνει, θα δεις”: Εκδ. Πόλις, 2010), δημοσιογράφου του Έθνους, μέσα από την ματιά της ΤΙΝΑΣ, δηλαδή του Θατσερικού (και Ρηγκανικού) δόγματος, “There Is No Alternative”. Η βασική θέση της βιβλιοκρισίας αυτής είναι ότι το βιβλίο αυτό χρησιμεύει στην εμπέδωση των επιταγών υποταγής στο νεοφιλελεύθερο δόγμα που δηλώνει ότι δεν υπάρχουν εναλλακτικές στην ηγεμονία, στην Ελλάδα του Μνημονίου και του ΔΝΤ ότι “η επανάσταση του αυτονόητου” είναι αναγκαία όπως λέει ο Πρωθυπουργός. Δεν προτίθεμαι όμως να μπω σε μια συνωμοσιολογική μελέτη ή σε μια ψυχολογική απόδοση προθέσεων στο συγγραφέα ή στον εκδοτικό του οίκο, γιατί δεν έχω δεδομένα για να τεκμηριώσω έναν τέτοιο ισχυρισμό, πέρα από το ίδιο το βιβλίο.

Η βασική αυτή θέση του κειμένου στηρίζεται σε ένα αξίωμα: ότι ο λόγος (discourse) κάνει πράγματα, παράγει την πραγματικότητα. Αν διαφωνούμε ως εδώ, δεν υπάρχει λόγος να διαβάσετε το υπόλοιπο κείμενο. Από τις προφορικές αφηγήσεις πριν την εμφάνιση της γραφής, από την πρώτη εκτύπωση του Γουτεμβέργιου, όταν οι άνθρωποι επικοινωνούν, μιλούν/γράφουν, περιγράφουν, διαφωνούν, κατασκευάζουν συγχρόνως μια πραγματικότητα, περιγράφουν (επιθυμητούς) τρόπους συμπεριφοράς, αποδέχονται/απορρίπτουν, προτείνουν, νουθετούν. Κατασκευάζουν την ανθρώπινη κοινωνία μέσα από την επικοινωνία τους. Φανταστείτε την τεράστια σημασία που έχει για το σύγχρονο πολιτισμό ένα βιβλίο όπως οι Άθλιοι του Β. Ουγκώ, το “Κεφάλαιο” του Μαρξ, η “Ερμηνεία των Ονείρων”, του Φρόυντ, αλλά και ευπώλητα σημερινά βιβλία όπως ο “Αλχημιστής”, του Π. Κοέλιο.

Ισχυρίζομαι ότι η μεγάλη δύναμη του βιβλίου του Οικονόμου στην εμπέδωση της ηγεμονίας της ΤΙΝΑ είναι οι ήρωες των διηγημάτων του, αφού στην γραφή του επιτελείται η κατασκευή ανθρωπολογικών τύπων, ανθρώπων φτωχών, τσακισμένων, μέσα στην απογοήτευση, χωρίς επιθυμία και δυνατότητα δράσης – ατομικής ή συλλογικής – με μόνο καταφύγιο τη μοιρολατρία και την καρτερία, σε μια ανθρώπινη έρημο των Δυτικών Συνοικιών και του Πειραιά. Ο τύπος αυτός των ηρώων του Οικονόμου εγκαλεί και το αναγνωστικό κοινό, (με την αλτουσεριανή και ψυχαναλυτική έννοια), στην οικοδόμηση και την κατασκευή μιας παρόμοιας υποκειμενικότητας, καθώς διαβάζει, βλέπει, “τα χειρότερα που έχουν έρθει” στην Αθήνα του 2010. Οι ήρωες του Οικονόμου, καθώς περιπλανιούνται στις αντιξοότητες της ζωής της φτωχολογιάς, υπομένοντας εργατικά ατυχήματα, κάρτες, δάνεια, εγκληματικότητα, εκμετάλλευση, ληστείες, την γραφειοκρατία, δυσχερείς ανθρώπινες σχέσεις – αν και με πολύ ωραίο στιλ γραφής, λιτό και περιεκτικό – περιγράφουν τα χειρότερα που περιμένουν το κοινό της βιβλιοφιλίας στην Ελλάδα του ΔΝΤ, ένα κοινό αστικό, με ανώτατη μόρφωση, συνήθως γυναικείου φύλου, σύμφωνα με στατιστικές. Το (εγ)καλούν με δυνατή φωνή: “ΤΙΝΑ, κάνε υπομονή, σκύψε το κεφάλι! Κάτι θα γίνει όμως, θα δεις. Μην απελπίζεσαι και τελείως.” Επιβεβαιώνει ένα παράθεμα από τα τελευταία διηγήματα: “δεν πρέπει να σπαταλάμε τις δυνάμεις μας, είπε στη Νίκη. Είναι θέμα τακτικής, κατάλαβες”. Όπως γράφει ο Νικόλας Σεβαστάκης σε πρόσφατο φύλλο της “Εποχής”: Νομίζω ότι βρίσκεται «εν τω γίγνεσθαι», σε διαδικασία διαμόρφωσης, η προετοιμασία μιας νέας κοινωνικοπολιτικής διάταξης, ενός «εκσυγχρονισμού νούμερο 2», ο οποίος θα αναζητήσει αργά ή γρήγορα –και ήδη γίνεται λόγος γι’ αυτό– ένα εθνικό μνημόνιο, τη μετατροπή δηλαδή της εξωτερικής νόρμας –το μνημόνιο της τρόικας– σε εσωτερική νόρμα. Της εξωτερικής επιταγής σε εσωτερική νόρμα και για τα άτομα και για τις συλλογικότητες. Η εσωτερίκευση του μνημονίου, στην οποία καλούν ήδη κάποιοι, είναι η αφομοίωση του μνημονίου απ’ τις ψυχές κι όχι μόνον απ’ τα σώματα, που μπορεί να είναι κι απρόθυμα ή ανεπίδεκτα μαθήσεως.

Αυτό που είναι συγκλονιστικό για μένα στο βιβλίο είναι αυτό που λείπει. Η δράση. Η απουσία της ανθρώπινης πρωτοβουλίας, της δράσης, της ανάληψης ευθύνης για την βελτίωση της ζωής, είτε με ατομικό τρόπο – κατά τις επιταγές της ατομικής επιχειρηματικότητας με ένα φιλελεύθερο τρόπο – είτε με την ανάληψη ομαδικής, κοινωνικής πολιτικής δράσης. Η απογοήτευση από τα κόμματα, την πολιτική και την κοινωνικότητα αποκόβει κάθε δυνατότητα για δράση, οδηγώντας στην απομάκρυνση από την κοινωνική αλληλεγγύη. Ο τίτλος ενός κεφαλαίου του βιβλίου: κομμάτι κομμάτι μου παίρνουν τον κόσμο μου”. Και εγώ τι κάνω για αυτό; Τα παραδείγματα της ανθρώπινης δράσης που αναφέρονται συνήθως είναι μάταια, συμβολικές κινήσεις εκδραμάτισης, που περισσότερο συνδράμουν στην απογοήτευση και το “σπάσιμο” των ηρώων, παρά στα αποτελέσματα. Αλλά και η ατομική δράση, ένα χόμπυ, ένα κρασί, μια κουβέντα, κάτι που θα δείξει ότι οι ήρωες έχουν πρωτοβουλίες, αποθαρρύνεται, χτυπάει σε έναν τοίχο (του συγγραφέα). Άλλο ένα παράδειγμα από ένα οικείο πλέον πεδίο: “το πιο τρομακτικό πράγμα είναι η δουλειά. Που περιμένεις κάθε 15 και 30 να πληρωθείς. Που μετράς τη ζωή σου με 15ήμερα. Που ξέρεις ότι άμα καυλώσει στα αφεντικά να μη σε πληρώσουν ένα και δυο και δέκα 15ήμερα δεν μπορείς να κάνεις τίποτα. Όλη σου η ζωή κρέμεται από τα χέρια τους. Να μετράς τη ζωή σου με 15ήμερα. Αυτό είναι το πιο τρομακτικό.” Αντλώντας πάλι από τον Σεβαστάκη: “αντιλήψεις ότι τα κοινωνικά κεκτημένα είναι κάτι επονείδιστο, αν όχι παράλογο και εξωφρενικό, ότι όλα πρέπει να είναι υπό διαπραγμάτευση, συνοδεύουν αυτή τη ρητορική που συμβάλλει σημαντικά στις δύο κύριες τάσεις του παρόντος: την αυτοενοχοποίηση και την έκρηξη της ανασφάλειας”. Στο τελευταίο διήγημα μόνο, το ζευγάρι των ηρώων επιλέγουν τη δράση, την έξοδο της μετανάστευσης. Αλλά και εκεί: “κανείς δεν θα πει τραγούδια για μας που φεύγουμε. Αλλά εντάξει, κάποια στιγμή θα πούνε κάτι στην τηλεόραση”. 

Καταλήγω λοιπόν ότι οι ήρωες των διηγημάτων, συμβολοποιώντας μέσα στις διηγηματικές αφηγήσεις την έκρηξη της εσωτερικευμένης ανασφάλειας, και της κοινωνικής επισφάλειας για το αναγνωστικό τους κοινό, συμβάλουν στην θυματοποίηση του κοινού υποβάλλοντας ότι δεν υπάρχει εναλλακτική, μετατρέπουν σε εσωτερική νόρμα για εμάς, εσωτερικεύοντας το Μνημόνιο και την οικονομική κρίση του καπιταλισμού, αφαιρώντας τη δυνατότητα ανάληψης δράσης και αγώνα, λες και οι άνθρωποι είναι πειθήνια σφάγια προς θυσία, παγιδευμένοι σε ένα φρούριο απόγνωσης. 

Γι’ αυτό και ισχυρίζομαι ότι η συλλογή αυτή διηγημάτων είναι το πρώτο λογοτεχνικό δείγμα «μετά-μνημονίου».