What Queer Fest: Αθήνα, 26-28/11

what queer fest

Σχετικά με το εγχείρημα ενός queer φεστιβάλ

.

Τον Νοέμβρη του 2009 μετά από πρωτοβουλία κάποιων μελών της ομάδας “Στην Πρίζα”, καλέστηκε μια συνάντηση σε μονοκατοικία των Πετραλώνων όπου συμμετείχε κόσμος από συλλογικότητες που δουλεύουν με αφετηρία το φύλο και την σεξουαλικότητα στα πλαίσια του ευρύτερου ανταγωνιστικού κινήματος. Θέμα της συνάντησης η συζήτηση για την πιθανότητα διοργάνωσης ενός queer φεστιβάλ στην Αθήνα. Αυτή η πρώτη αναγνωριστική κουβέντα εξελίχθηκε σε μια σταθερή συνέλευση που κλείνει πλέον ένα χρόνο δουλειάς. Αρχικά οι συνελεύσεις μας γίνονταν στο Φεμινιστικό Κέντρο Αθήνας και στη συνέχεια στην κατάληψη της Σκαραμαγκά.

Αν και αυτές τις μέρες γίνεται πια πολύς λόγος για το “queer” σε κινηματικούς και όχι μόνο κύκλους, μπορεί και εξαιτίας της μετάφρασης στα ελληνικά του έργου της δημοφιλούς, στα όρια του pop-icon, αμερικανίδας φιλοσόφου Τζούντιθ Μπάτλερ, η έννοια και το πολιτικό της περιεχόμενο παραμένει κατά τη γνώμη μας σε μεγάλο βαθμό ασαφής και αδιευκρίνιστη. Ακόμη περισσότερο θεωρούμε ότι τείνει να εγκλωβιστεί σε διάφορες ερμηνείες χοντροκομμένες και εκλαϊκευτικές με την κακή την έννοια, και να σηματοδοτήσει κάτι δήθεν “προχώ” το πολιτικό βάθος όμως του οποίου μένει “χαμένο στη μετάφραση”.

Έτσι παρόλο που εδώ παρουσιάζουμε ένα queer φεστιβάλ, και που κάποιοι και κάποιες από την συνέλευσή μας αυτοπροσδιορίζονται ως queers, ελπίζουμε να μπορέσουμε επί της ουσίας να επικοινωνήσουμε την πολιτική μας αντίληψη πέρα από το queer ως ταμπέλα. Στόχος μας δεν είναι να απαντήσουμε στην ερώτηση “τι είναι το κουίαρ”, αλλά ούτε και “να φέρουμε το queer εδώ”. Το πρόγραμμα του φεστιβάλ ελπίζουμε να δίνει από μόνο του μια σχετικά καθαρή εικόνα τόσο για το πολιτικό σύμπαν το οποίο θέλουμε να χτίσουμε, όσο και για τις πολιτικές διαδρομές που προσπαθούμε να περπατήσουμε.

Οι πολιτικές -θεωρητικές και πρακτικές- αναφορές μας, συναντιούνται σε μεγάλο βαθμό στους διάφορους φεμινισμούς των τελευταίων δεκαετιών, κυρίως αυτούς που οργανώνονται γύρω από την κριτική της ουσιοκρατίας, στην πρακτική και στο λόγο του ριζοσπαστικού κινήματος που θέτει το ζήτημα του φύλου και της σεξουαλικότητας ως ζήτημα εξουσίας και κυριαρχίας και στις βασικές αρχές της αυτοργάνωσης, της ομοφωνίας, της αντιιεραρχίας. Κάποιοι/ες από εμάς συμμετέχουν στο αναρχικό κίνημα, άλλοι σε ή/και δίπλα από χώρους αυτονομίας, ή χώρους που οργανώνονται γύρω από τα ίχνη της παράδοσης του ελευθεριακού κομμουνισμού -κάποιες πάλι με μεθοδικότητα περιδιαβαίνουμε ελεύθερα, αν και όχι πάντα χωρίς ενοχές, τα σύνορα όλου αυτού του πολιτικού μωσαϊκού.

Αυτές μας οι επιλογές κάνουν πραγματικά δύσκολο, ίσως ανέφικτο, να ορίσουμε μια, κάποια, σταθερή ταυτότητα μέσω της οποίας να συστηθούμε –ταυτόχρονα όμως το γεγονός αυτό αποτελεί και μια από τις βασικές μας αφετηρίες: οι ταυτότητες, πολιτικές, σεξουαλικές, φύλου, εθνικές και άλλες είναι το έδαφος της εμπειρίας μας, την ίδια στιγμή που τις αναγνωρίζουμε ως προϊόν της εξουσίας των κυρίαρχων λόγων και ταυτόχρονα τις χρησιμοποιούμε ως μια συνθήκη προσωρινή, καταστασιακή, στην οποία συναντιόμαστε. Για αυτό και θα μπορούσε απλώς να πούμε ότι η συνέλευση αποτελείται από όσες και όσους την ίδια στιγμή που στριμώχνονται μέσα στο δίπολο του γραμματικού γένους (βλ. όσοι και όσες) παλεύουν να το διαρρήξουν, ή ζουν ήδη μέσα και πάνω στις αναμφισβήτητες ρωγμές του: αλλόκοτες ετερο, τρανς, λεσβίες (και) φεμινίστριες, αδερφές, πούστηδες, υποκείμενα και σώματα που εν γένει η κυριαρχία σπρώχνει εκτός του ομαλού και χρησιμοποιεί για να συγκροτήσει την εξουσιαστική ιδέα του “φυσικού/φυσιολογικού”, της νόρμας. Η πολιτική μας πράξη εν μέρει στοχεύει στο να αναδείξει αυτές τις διεργασίες της εξουσίας, να δημιουργήσει συλλογικές προϋποθέσεις τόσο για την άρνηση τους όσο και για την υπέρβασή τους, και να υπονομεύσει το σύστημα της αναπαραγωγής της κυριαρχίας που στηρίζεται στην κανονικοποίηση της επιθυμίας, στον ντεντερμινισμό του δίπολου αρσενικό-θηλυκό, και τις δικαιϊκές πράξεις νομιμοποίησης των σεξουαλικών ταυτοτήτων (βλ. γάμος, στρέιτ ή γκέι). Παράλληλα προσπαθούμε να καλλιεργήσουμε μια πρακτική και θεώρηση του πολιτικού που να μας επιτρέπει να χτίσουμε κοινότητες μέσα στις οποίες να φροντίζουμε τα σώματα και τις επιθυμίες μας στο εδώ και τώρα, να γιορτάζουμε τις ανάγκες και τα θέλω τους -κοινότητες οι οποίες μπορούν να μεταβάλλονται και να μετασχηματίζονται την ίδια στιγμή που λειτουργούν υποστηρικτικά, τροφοδοτώντας και πραγματώνοντας την ουσιαστική αλληλεγγύη.

Σε καμία περίπτωση δεν αντιλαμβανόμαστε το πολιτικό μας πρόγραμμα ως “θεματικό”, όπως συχνά αποκαλείται στους πολιτικούς χώρους που συναντιόμαστε. Το φύλο και η σεξουαλικότητα δεν είναι “θέματα”, παρά μόνο με την έννοια πώς όλα τα κομμάτια της ζωής μας είναι “θέματα” προς διαπραγμάτευση και τόποι από τους οποίους μπορεί να στηθεί η δημιουργική αποδιοργάνωση των εξουσιαστικών σχέσεων. Αμφισβητούμε επίσης πως μπορεί να υπάρξει ένα μοναδικό νήμα το οποίο να συνδέσει τις πολιτικές αντιστάσεις απέναντι στην κυριαρχία. Και φυσικά δεν νομιμοποιούμε σε καμία περίπτωση έναν κινηματικό θεωρητικό λόγο που στηρίζεται σε εργαλεία πλήρως απαρχαιωμένα και αναφέρεται σε “κύριες” και “δευτερεύουσες” αντιθέσεις. Ως εκ τούτου ένα πρώτο πεδίο δράσης είναι για εμάς τα ίδια τα ριζοσπαστικά κινήματα μέσα στα οποία ζούμε και τα οποία θρέφουν τις τρανσφοβικές, μισογύνικες, σεξιστικές και ομοφοβικές αντιλήψεις και πρακτικές του κυρίαρχου. Αντιλήψεις και πρακτικές από τις οποίες κανείς και καμιά μας δεν έχει ανοσία. Ούτε και εμείς, αν αναρωτιέστε.

Μαζί με όλα τα παραπάνω και παρόλο που πιστεύουμε πως δεν υπάρχει μία πολιτική δομή/θεωρία αντίστασης που να εκπροσωπήσει την “επανάσταση” ή κάποιο πρόγραμμα καθολικής πολιτικής ανατροπής, θεωρούμε πως έχοντας ως αφετηρία το δίπολο των φύλων και την κατηγορία της σεξουαλικότητας χρειάζεται οπωσδήποτε να εξερευνήσουμε το πως αυτά διαρθρώνονται σε πλέγματα με άλλες εξουσιαστικές δομές ή κατηγορίες παράγοντας τα υποκείμενα και τις διάφορες μορφές υποτέλειας στην κοινωνία που ζούμε. Στο πρόγραμμα του φεστιβάλ μέσα από τους άξονες έθνος και φύλο, Ψ-λόγος, επιστήμη, σώματα που αντιστέκονται και κινήματα/κοινότητες, κάνουμε μια προσπάθεια προς αυτή την κατεύθυνση.

Αποτελούμε εν τέλει εκτός από μια συνέλευση και μια κοινότητα που νιώθει κυριολεκτικά στο πετσί της την εξουσία του καταναγκασμού “των δύο φύλων και της μίας σεξουαλικότητας”.  Με αυτό το τριήμερο φεστιβάλ δεν στοχεύουμε απλώς στο να σπάσουμε τα στερεότυπα αλλά  να δείξουμε πώς αυτά σπάνε καθημερινά πάνω στο κοινωνικό μας σώμα. Θα θέλαμε, ιδανικά, πέρα από τα όρια των συμβατικών ταυτοτήτων να διαπραγματευτούμε από κοινού τα σώματα και τις επιθυμίες μας όπως τα βιώνουμε σε ένα πλαίσιο καπιταλιστικών, πατριαρχικών σχέσεων και κυρίαρχων εθνικών αφηγήσεων. Να δούμε πέρα από και κριτικά ένα φορμαλιστικό λόγο περί “δικαιωμάτων των μειονοτήτων” αλλά και πέρα από κενά σχήματα γενικής και αόριστης αλληλεγγύης προς κάποιους “άλλους” καταπιεσμένους. Και να προάγουμε πολιτικές που αντιμετωπίζουν τα ίδια μας τα σώματα ως φορείς εξουσίας και καθιστούν έτσι την ανάλυση της εμπειρίας και του βιώματος αναγκαία προϋπόθεση για να ανιχνεύσουμε και να κατανοήσουμε τις εξουσίες εντός μας.

Τέλος, επειδή η χωροταξία είναι πολύ σημαντική, αποφασίσαμε ότι η ιδέα “τρεις μέρες σε τρεις χώρους” καλύπτει σε μεγάλο βαθμό τόσο την ποικιλία των πολιτικών μας διαδρομών αλλά και ταιριάζει με το πώς θα θέλαμε ως συνέλευση να αποδιοργανώνονται ενίοτε τα όρια/σύνορα ανάμεσα στους κινηματικούς χώρους δημιουργώντας νέες, περιστασιακές γεωγραφίες που θα επιτρέπουν τη συνάντηση διαφόρων υποκειμένων και διαφορετικών πολιτικών αντιλήψεων και πρακτικών. Η κατάληψη της Σκαραμαγκά, το κατειλημμένο κτίριο της Τσαμαδού 15 του Στεκιού Μεταναστών και το Αυτόνομο Στέκι είναι οι τρεις πολιτικοί χώροι που θα αποτελέσουν τους τόπους δημιουργίας του φεστιβάλ.

Το πρόγραμμα του φεστιβάλ:
26/11/2010 ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ στην Κατάληψη Πατησίων 61 & Σκαραμαγκά
• 18:00-19:00 _ ΠΡΟΒΟΛΗ: «PINK CAMOUFLAGE»
• 19:00-22:00 _ ΣΥΖΗΤΗΣΗ: «ΕΘΝΟΣ ΦΥΛΟ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΟΤΗΤΑ»
• 22:00-00:00 _ PERFORMANCE: «ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΛΟΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ»

27/11/2010 ΣΑΒΒΑΤΟ στο Κοινωνικό Κέντρο Τσαμαδού 15
• 12:00-14:00 _ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΜΩΒ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΤΗΣ ΜΠΡΟΣΟΥΡΑΣ «ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΣΤΗΝ ΠΥΡΑ»
• 14:00-16:00 _ BIRDWATCHING: ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ ΑΥΤΟΕΞΕΤΑΣΗΣ
• 15:00-17:00 _ ΣΥΛΛΟΓΙΚΗ ΧΟΡΤΟΦΑΓΙΚΗ ΚΟΥΖΙΝΑ
• 17:00-20:00 _ ΣΥΖΗΤΗΣΗ: «ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΕΡΩΤΑ ΚΑΙ ΤΡΕΛΑΣ»
• 20:00-22:00 _ ΠΡΟΒΟΛΕΣ: «TRANSVESTITES» _ «BORN QUEER, DEAR DOCTORS» _ «L’ORDRE DES MOTS»
• 22:00 _ pARtY

28/11/2010 ΚΥΡΙΑΚΗ στο Αυτόνομο Στέκι Ζωοδόχου Πηγής 95-97 & Ισαύρων
• 12:00-16:00 _ «WE ARE BORN NAKED – THE REST IS DRAG»
• 17:00-19:00 _ ΠΡΟΒΟΛΕΣ: «TRAVEL QUEERIES» _ «QUEER BEOGRAD»
• 19:00-21:00 _ ΣΥΖΗΤΗΣΗ: «ΦΤΙΑΧΝΟΝΤΑΣ ΚΙΝΗΜΑΤΑ, ΟΡΓΑΝΩΝΟΝΤΑΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΕΣ»
• 21:00 _ LIVE / PERFORMANCES

http://whatqueerfest.espivblogs.net/

Ανοικτή Επιστολή – Κείμενο Καταγγελίας για το Δρομοκαϊτειο

Να μπει φρένο στις αυταρχικές και σκοταδιστικές πρακτικές

του προέδρου του ΔΣ του Δρομοκαϊτείου


 

Το τελευταίο διάστημα γινόμαστε μάρτυρες μιας διαδικασίας και πρακτικών στο χώρο της ψυχικής υγείας που ‘τρομάζουν’ όχι μόνο γιατί έρχονται από ένα ‘μακρινό παρελθόν’, αλλά και γιατί αυτό το παρελθόν σηματοδοτεί και προβάλλεται ως το άμεσο μέλλον που μας περιμένει.

Πρόκειται για τα τεκταινόμενα στο Δρομοκαίτειο, όπου παρατηρούμε την επάνοδο του θεσμού του πατέρα-αφέντη, απόλυτου άρχοντα του ιδρύματος, που πρωτοεμφανίστηκε μαζί με την δημιουργία των ψυχιατρικών ασύλων από τις αρχές του 19ου αιώνα, μια πατριαρχική εξουσία, με απόλυτη κυριαρχία πάνω στις ζωές των, χωρίς κανένα δικαίωμα, εγκλείστων, καθώς και πάνω στις τύχες των φυλάκων τους.

Με τον ίδιο τρόπο, στο σημερινό Δρομοκαίτειο, εν είδει αυστηρού δασκάλου με τη βίτσα στο χέρι, που δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς τις προτεταμένες ανοιχτές παλάμες των μαθητών για να υποστούν την ημερήσια τιμωρία τους και αντλώντας από την κληρονομιά των ‘πειθαρχικών πρακτικών’ της εποχής που ιδρύθηκε το Δρομοκαίτειο, ο τωρινός διαχειριστής του, ο κ. Ν. Τσικής, εκπρόσωπος της ομάδας που διαχειρίζεται το κακόφημο, πλέον, ‘κληροδότημα’, δεν περνάει μέρα που να μην λειτουργεί εκφοβιστικά και αυθαίρετα, έξω από τα όποια θεσμικά όργανα, μετακινώντας τιμωρητικά όποιον αντιτάσσεται στις άθλιες και εξοντωτικές πρακτικές και λογικές τις οποίες εισάγει στο ψυχιατρικό αυτό άσυλο.

Γιατί δεν πρόκειται μόνο για τις δύο ψυχολόγους που αντέδρασαν, με επιστημονικό λόγο, τεκμηριωμένα και δημόσια, στην  ιδρυματική σκλήρυνση, ασφυξία και παλινδρόμηση, στην οποία σπρώχνει το Δρομοκαίτειο ο κ. Τσικής, αλλά και για νοσηλεύτρια, που υπέστη εκδικητική και απαξιωτική γι΄ αυτήν μετακίνηση, επειδή αντέδρασε, και αυτή δημόσια, για το αυταρχικό καθεστώς του ‘προέδρου’ και για πλήθος άλλων λειτουργών (γιατρών, νοσηλευτών κλπ) που μετακινούνται ερήμην της όποιας θεσμικής διαδικασίας και εισήγησης – πρακτικές που έχουν, πέραν όλων των άλλων, και συνέπειες πάνω στις θεραπευτικές σχέσεις που αυτοί οι λειτουργοί έχουν με τους ασθενείς τους, οι οποίες διακόπτονται εν μια νυκτί.

Ποια είναι τα κρίσιμα ζητήματα για την αποκάλυψη των οποίων διώκονται οι λειτουργοί με πειθαρχικές και ποινικές διαδικασίες;

1. Ο κ. Τσικής και η περί αυτόν ομάδα, θέλει να σπρώξει στην οριστική χρονιοποίηση και ιδρυματοποίηση (‘στον ψυχικό θάνατο’ το λέγαμε παλιά), ‘στις πίσω πτέρυγες’ του ασύλου, απροσδιόριστο αριθμό ασθενών από αυτούς που κατά καιρούς νοσηλεύονται στις μονάδες ‘οξέων’. Αντί για μια πολιτική ‘προς την κοινότητα’, με την ίδρυση δικτύου κοινοτικών υπηρεσιών και πιθανώς και μερικών εξωνοσοκομειακών στεγαστικών δομών (τομέας που οι διαχειριστές του ‘κληροδοτήματος’ εμπόδισαν τα προηγούμενα χρόνια διαφυλάσσοντας ως ‘κόρη οφθαλμού’ τις νοσοκομειακές κλίνες του ασύλου), ο κ. Τσικής θέλει να αυξήσει τις εισπράξεις από νοσήλια για τον προϋπολογισμό του ψυχιατρείου, μέσα από την ψυχική και κοινωνική εξόντωση των ασθενών, με το κλείσιμό τους σε πτέρυγες χρονίων.

Και με ομόφωνη, δυστυχώς, απόφαση του ΔΣ του Δρομοκαϊτείου, αυτοί οι ασθενείς, των οποίων η παραμονή στα τμήματα ‘οξέων’ παρατείνεται για ποικίλους λόγους, δημιουργώντας προβλήματα διάθεσης κλινών για την εφημερία, θα μπορούν να μετακινηθούν σε πτέρυγα χρονίων, κατά σειράν, στη βάση ονομαστικού καταλόγου, ακόμα  και μέσα στη νύκτα, τελείως απροειδοποίητα, αν προκύψει πρόβλημα κλίνης στην διάρκεια της ανοιχτής εφημερίας.

Ανάμεσα στα 1960-80, με τον ίδιο τρόπο, το Δρομοκαϊτειο (όπως και το Δαφνί) έστελνε, μέσω του γειτονικού Σκαραμαγκά, εκατοντάδες, κάθε φορά, ασθενείς, τους ‘αζήτητους’, χωρίς ούτε καν μια προηγούμενη ενημέρωση, στη Λέρο.

Είναι άραγε σε θέση να καταλάβουν οι σημερινοί διαχειριστές του ‘κληροδοτήματος’

(αλλά, προφανώς, όχι μόνο αυτοί) ότι η ‘Λέρος’ δεν ήταν ποτέ απλώς ‘τόπος’, αλλά ‘τρόπος’άσκησης της ψυχιατρικής, των συνδεδεμένων με την αυτήν πολιτικών ψυχικής υγείας, καθώς και των μεθόδων των εντεταλμένων, στη βάση αυτών των πολιτικών, διαχειριστών των ασύλων;

2. Με αυτές τις λογικές και αυτή την κουλτούρα, η Διοίκηση του ‘κληροδοτήματος’, με την πρόθυμη συνεργασία των διορισμένων, σ΄ αυτήν, μελών από το Υπουργείο, αναπαράγει, σε κάθε βήμα, πρακτικές απαξίωσης των ψυχικά πασχόντων ατόμων, καταστρατήγησης των δικαιωμάτων τους και της ίδιας της ανθρώπινής τους υπόστασης ως κοινωνικών υποκειμένων.

Κατά τον κ. Τσική «μισθοδοσία νοσηλευομένων δεν είναι νοητή και ΔΕΝ υπάρχει και, όπως είναι ευνόητο, θα ήταν αδιανόητο να υπάρχει». Και μόνη αυτή η δήλωσή του φτάνει για να αναδειχτούν οι ευθύνες αυτών από το Υπουργείο Υγείας που τον περιθάλπουν και τον στηρίζουν.

Εδώ και 25 χρόνια ο αγώνας για την κατάργηση της ‘μαύρης εργασίας’ των ασύλων (υπό το πρόσχημα και τη μορφή της ‘εργοθεραπείας’) και η αναγνώριση και θεσμοθέτηση του δικαιώματος των ψυχικά πασχόντων να εργάζονται και να αμείβονται κανονικά, η αναγνώριση δηλαδή, σ΄ αυτούς του ‘status του εργαζόμενου με πλήρη δικαιώματα’, αποτέλεσε μια από τις θεμελιακές παραμέτρους της ‘ψυχιατρικής μεταρρύθμισης’ (στο βαθμό που αυτή σήμαινε ρήξη με το παρελθόν και όχι εξωραϊσμένη αναπαραγωγή του). Αυτό αποτέλεσε  τον κατευθυντήριο άξονα και την καταστατική αρχή των διαφόρου τύπου κοινωνικών συνεταιρισμών, από τις διάφορες άτυπες μορφές τους, όπως οι Θεραπευτικές Συνεταιριστικές Μονάδες του Δρομοκαιτείου, μέχρι την δημιουργία των ΚΟΙΣΠΕ, όπου, νομοθετικά τουλάχιστον, κατοχυρώνονται δικαιώματα. Δεν είναι τυχαίο ότι μόνο στο Δρομοκαίτειο, παρόλο που υπήρχαν οικονομικές δυνατότητες και σχετικές υποδείξεις από τα Ελεγκτικά Οργανα του Υπουργείου, δεν ιδρύθηκε ποτέ ΚΟΙΣΠΕ.  Και είναι εδώ που σε πολλές εργασιακές δομές υπάρχουν σημαντικές εισπράξεις που τροφοδοτούν λογαριασμό ‘αποθεματικού’ του ψυχιατρείου, ενώ οι εργαζόμενοι ‘ασθενείς’ δουλεύουν με κανονικό ωράριο, σε βάρδιες, ακόμα και τις αργίες (και οι οποίοι δεν είναι, συνήθως, ‘νοσηλευόμενοι’, αλλά διαμένουν σε εξωνοσοκομειακές στεγαστικές δομές ή και στο σπίτι τους).

Αυτή η απολύτως κανονική εργασία αμείβεται από τον κ. Τσική με το λεγόμενο ‘θεραπευτικό κίνητρο’, ένα μικρό ποσό που έχει θεσμοθετηθεί (όπως ρητά αναφέρεται στη σχετική νομοθεσία) ως ενισχυτικό της κίνησης του ατόμου προς την αυτόνομη διαβίωση. Δίδεται (ή, θα έπρεπε να δίδεται)σε όλους όσους μπαίνουν σε διαδικασία κοινωνικής επανένταξης, είτε εργάζονται, είτε όχι.

Βέβαια ο κ. Τσικής δεν είναι ο πρώτος που παράνομα το χρησιμοποιεί ως αμοιβή για την προσφερόμενη εργασία στις εν λόγω εργασιακές δομές. Το Υπουργείο Υγείας, εδώ και πολλά χρόνια, κάνει ‘τα στραβά μάτια’ στην εκτεταμένη χρήση του ως αμοιβή για εργασία λόγω της κατάρρευσης της αποδοτικότητας των δραστηριοτήτων και της εγκατάλειψης στην τύχη τους των διαφόρων ειδών κοινωνικών συνεταιρισμών. Σημείο και αυτό της διαρκώς επιταχυνόμενης χρεοκοπίας της επιχείρησης ‘Ψυχαργώς’.

Θεωρούμε ότι ο κ. Τσικής δεν είναι απλώς, μια ειδική περίπτωση, δεν είναι μια

εξαίρεση (αν και δεν θεωρούμε τυχαίο ότι το Δρομοκαίτειο έχει επανειλημμένα βρεθεί στα φώτα μιας μελανής δημοσιότητας τα τελευταία χρόνια, από τις εκπομπές του ΒΒC μέχρι τα πρόσφατα δημοσιεύματα).

Αποτελεί μια κραυγαλέα απεικόνιση του άμεσου μέλλοντος στο οποίο οδηγείται το σύστημα υπηρεσιών ψυχικής υγείας σ΄ αυτή τη χώρα, στην εποχή του ‘μνημονίου’ ΕΕ/ΔΝΤ. Παρόμοιες καταστάσεις, με διαφορετικές μορφές, αλλά με αντίστοιχα περιεχόμενα, παράγονται και αναβλύζουν παντού.

Σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί και δεν πρέπει με κανένα τρόπο να εξακολουθήσει να γίνεται ανεκτή η διαχείριση της λειτουργίας ενός ιδρύματος (ενταγμένου στο ΕΣΥ και του οποίου η όλη λειτουργία του στηρίζεται και χρηματοδοτείται από τον κρατικό προϋπολογισμό), που υποτίθεται ότι αποσκοπεί στην θεραπευτική φροντίδα των περιθαλπόμενων απ΄ αυτό, μ΄ αυτόν τον κραυγαλέα αυταρχικό τρόπο.

Καλούμε τον Υπουργό Υγείας να παρέμβει άμεσα για ν΄ αλλάξει αυτό τα απαράδεκτο καθεστώς της ασυδοσίας των διαχειριστών του ‘κληροδοτήματος’, να πάψει το Δρομοκαίτειο να διοικείται στη βάση της ‘ενός ανδρός αρχής’, να παύσουν  οι διώξεις κατά όσων εκφράζουν δημόσια την όποια προσωπική τους γνώμη και κριτική, να στηριχτούν τα δικαιώματα των ασθενών, η κανονική εργασιακή τους αμοιβή και η ελεύθερη έκφραση και οργάνωσή τους και ν΄ αντιστραφεί το κλίμα και οι πρακτικές της παλινδρόμησης, στην κατεύθυνση μιας ουσιαστικής ψυχιατρικής μεταρρύθμισης.

 

 

17/11/2010

 

 

Υπογράφουν:

 

Γιαννουλόπουλος Γιώργος, εκπρόσωπος της Επιτροπής (πρώην) χρηστών και επιζώντων της Ψυχιατρικής

Ζαφειρίδης Φοίβος, αναπληρωτής καθηγητής, τμήμα Ψυχολογίας ΑΠΘ

Κοκκινάκος Γιώργος, Δ/ντής ψυχίατρος, ΚΨΥ Χανίων

Κουκουτσάκη Αφροδίτη, επίκουρη καθηγήτρια, τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας,Πάντειο

Μάτσα Κατερίνα, Δ/ντρια ψυχίατρος, 18 Ανω

Μεγαλοοικονόμου Θεόδωρος, Δ/ντής ψυχίατρος ΨΝΑ/ΚΨΥ Αγίων Αναργύρων

Μπαϊρακτάρης Κωνσταντίνος, αναπληρωτής καθηγητής, τμήμα Ψυχολογίας ΑΠΘ

Στυλιανίδης Στέλιος, αναπληρωτής καθηγητής Κοινωνικής Ψυχιατρικής, Πάντειο, εθνικός εκπρόσωπος στον ΠΟΥ, αντιπρόεδρος WAPR

Τσαλίκογλου Φωτεινή, καθηγήτρια τμήματος Ψυχολογίας, Πάντειο

Φαφαλιού Μαρία, συγγραφέας, κοινωνική ψυχολόγος

Η κριτική την εποχή της κρίσης ή η απαξίωση των κοινωνικών και ανθρωπιστικών σπουδών

 

άρθρο της Αθηνάς Αθανασίου, διδάσκουσας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, όπως δημοσιεύτηκε στα Ενθέματα της Κυριακάτικης Αυγής

Στο πλαίσιο των μεταρρυθμιστικών πολιτικών που κατακλύζουν τα πανεπιστήμια της Ευρώπης τα τελευταία χρόνια, οι κοινωνικές και οι ανθρωπιστικές σπουδές, και μάλιστα αυτές που επιμένουν να διεκδικούν ένα πανεπιστήμιο-φορέα δημοκρατικής, συμμετοχικής και ελεύθερης παραγωγής νέας γνώσης και κριτικού στοχασμού, μετατρέπονται στον «εσωτερικό εχθρό» της προωθούμενης επιχειρησιακής «αναμόρφωσης».

Σε μια τέτοια τροχιά κινείται και το «κείμενο διαβούλευσης για την έναρξη διαλόγου» για τη λεγόμενη «μεταρρύθμιση» του πανεπιστημίου, που παρουσίασε πρόσφατα η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Παιδείας. Είχε προηγηθεί μια συστηματική παραγωγή λόγων που καλλιεργούσαν ένα κλίμα καχυποψίας απέναντι στους πανεπιστημιακούς και παρουσίαζαν το πανεπιστήμιο σαν έναν ακόμη «μύθο της Μεταπολίτευσης», ξεπερασμένο και ενοχλητικό.

Την ίδια στιγμή, κάθε εκφορά κριτικού λόγου εξομοιώνεται με νοσταλγική υπεράσπιση αρχαϊκών τυπολογιών και κλαδικών κατεστημένων. Επομένως, η ρητορική προώθησης της «μεταρρύθμισης» –περιβεβλημένη την αύρα του αναπόφευκτου και του αυτονόητου εν ονόματι της κρίσης– έχει ως συστατική της όψη την εκ των προτέρων ακύρωση της κριτικής: «It’s the economy, stupid!» Πρόκειται για τη συνήθη στρατηγική μονοπώλησης του νοήματος — ίδιον, άλλωστε, κάθε εξουσιαστικού λόγου. Στο πλαίσιο αυτό, ενισχύεται δραματικά η ρητορική που συκοφαντεί την ερμηνευτική και κριτική κοινωνική σκέψη, προβάλλοντας το επιχείρημα ότι οι ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες εκφυλίζονται εξαιτίας της αμφίβολης χρησιμότητάς τους, της εσωστρέφειας, αλλά και του περίπλοκου κριτικού στοχασμού που ενθαρρύνουν.

***

 

Όμως η προωθούμενη «μεταρρύθμιση» υπάγει αυτή την ανάγκη για ριζικές και ουσιαστικές αλλαγές σε μια αντι-ακαδημαϊκή, αντι-διανοητική, τεχνοκρατική λογι(στι)κή. Συνοψίζει, έτσι, την πολιτική συνθήκη της ιστορικής απόσυρσης (προγραμματικής, αυτή τη φορά, και όχι με τη μορφή απλώς της de facto αδράνειας) του κράτους από την ευθύνη οικονομικής στήριξης της ανώτατης εκπαίδευσης. Ωστόσο, το κράτος αποσύρεται από την ευθύνη, και όχι από τον έλεγχο του πανεπιστημίου.Το ελληνικό πανεπιστήμιο χρειάζεται να αλλάξει, επειγόντως και ριζικά. Το κρίσιμο ερώτημα είναι σε ποια κατεύθυνση. Πρέπει να καλύψει ελλείμματα, ανεπάρκειες και αγκυλώσεις που αφορούν τη σύνδεση διδασκαλίας και έρευνας, τις δυνατότητες των μελών ΔΕΠ να διεξάγουν έρευνα, τον ορισμό των γνωστικών κλάδων –σε προπτυχιακό και μεταπτυχιακό επίπεδο– με ανανεωμένες, διεπιστημονικές προοπτικές, το σύστημα υποτροφιών για εκπόνηση διδακτορικής διατριβής, τους τρόπους υλοποίησης της συμμετοχής στη διοίκηση, τη χρηματοδότηση και την οικονομική διαχείριση, την οργάνωση βιβλιοθηκών και εργαστηρίων, την κτιριακή υποδομή, την καλλιέργεια διαπανεπιστημιακών σχέσεων με ιδρύματα του εξωτερικού, κ.τ.λ.

 Παρά τον ηγεμονικό λόγο περί «μεταρρύθμισης», το υπό σχεδίαση πανεπιστήμιο δεν αποτελεί τομή ως προς το «παραδειγματικό» πανεπιστήμιο του 19ου αιώνα· αποτελεί, αντίθετα, μια στρατηγική αναδιατύπωσή του, με γνώμονα τη νεοφιλελεύθερη κυβερνητικότητα και με άξονα τον σχιζοειδή συνδυασμό κρατικού ελέγχου και επιχειρησιακής εμπορευματοποίησης.[1]

Το πανεπιστήμιο καλείται σήμερα να αναλάβει μια ιστορική ευθύνη: να απαγκιστρωθεί από τη θεολογική, ουμανιστική του κληρονομιά, χωρίς να παραδοθεί άνευ όρων στους όρους μιας άλλης αυθεντίας — της επιχειρησιακής λογικής και του λαϊκισμού της αγοράς. Η υπαγωγή στα αντανακλαστικά και στους όρους της αγοράς δεν μπορεί να «περνάει» για άνοιγμα στην κοινωνία· είναι συρρίκνωση του κοινωνικού –και κοινωνικά αναστοχαστικού– ρόλου του πανεπιστημίου. Ο νεοφιλελευθερισμός επανατοποθετεί το πανεπιστήμιο σε ρόλο πειθαρχικού μηχανισμού άκριτης αναπαραγωγής μιας νέας ορθοδοξίας, μιας νέας «μεγάλης αφήγησης» –της αγοράς– μέσω της οργάνωσης μιας ολόκληρης γραφειοκρατικής μηχανής οικονομικών συμβούλων, εργολάβων, εμπειρογνωμόνων, εταίρων, αξιολογητών. Αυτή η νέα λογιστική μηχανή επιτήρησης και αυτοπειθαρχίας, που η ανθρωπολόγος Μαίριλυν Στράδερν έχει ονομάσει «audit culture», στήνεται για να ελέγξει το «ρίσκο» –οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό– που αντιπροσωπεύει σήμερα το πανεπιστήμιο.[2]

Αν όμως οι αυτοματισμοί της αγοράς μετατρέπονται ολοένα και περισσότερο σε αυτό που ο Πιέρ Μπουρντιέ ονόμαζε «αυτοματισμούς της κοινής λογικής», το πανεπιστήμιο καλείται να αντισταθεί στη μετατροπή του σε think tank της αγοράς, και να διεκδικήσει έναν χώρο ενεργούς αντιπαράθεσης με αυτήν την «κοινοτοπία». Είναι γνωστό, βέβαια, ότι η αγορά δεν τα πάει πολύ καλά με τη δημοκρατία. Γι’ αυτό και η έννοια του δημοκρατικού πανεπιστημίου, ως ανεξάρτητου φορέα ανανέωσης και όχι ως εξαρτήματος συντήρησης του υπαρκτού, συγκρούεται δομικά με την επιχειρησιακή λογική: γιατί άλλο ανταγωνισμός και άλλο άμιλλα· άλλο πριμ παραγωγικότητας και άλλο μόχθος της έρευνας, της συγγραφής και της κριτικής παιδαγωγικής· άλλο εγκλωβισμός στις απαιτήσεις της αγοράς και άλλο άνοιγμα στην κοινωνία· άλλο παροχή υπηρεσιών και άλλο συμμετοχική διαδικασία παραγωγής της γνώσης· άλλο καταναλωτές υπηρεσιών και άλλο μέλη μιας δημοκρατικής ακαδημαϊκής κοινότητας.

Σε ένα πλαίσιο οιονεί ευγονικής καταμέτρησης της βιωσιμότητας που απαιτεί λίγους, καθαρούς, χρηστικούς και προσοδοφόρους ακαδημαϊκούς κλάδους, όπου δεσπόζουν οι όροι της ανταγωνιστικής ποσοτικοποίησης και της τυποποιημένης εφαρμοσιμότητας, ιδιαίτερα οι ανθρωπιστικές και οι κοινωνικές σπουδές περιπίπτουν εκ των πραγμάτων σε μια κατάσταση διαρκώς διακυβευόμενης και αμφίβολης «βιωσιμότητας». Έτσι, μετατρέπονται σε αυτό εναντίον του οποίου αγωνίζονται για δεκαετίες οι πρωτοπορίες των ανθρωπιστικών και κοινωνικών σπουδών: νοσταλγικά και κλασικιστικά κατάλοιπα ενός μακρινού παρελθόντος — σεβαστού μεν αλλά ξεπερασμένου, συμπαθούς πλην όμως κορεσμένου: μια περιττή πολυτέλεια. Ποια αδιάφορη μετρησιμότητα και ποιοι «δείκτες ποιότητας» (που, ειρωνικά, είναι αυστηρά ποσοτικοί) μπορούν να αποτιμήσουν πόσο «χρήσιμο» είναι ένα μάθημα για την Χάνα Άρεντ ή για τον Μισέλ Φουκώ σε ένα Τμήμα Φιλοσοφίας ή ένα μάθημα για το φύλο σε ένα Τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας;

***

Η σχεδιαζόμενη από την κυβέρνηση «μεταρρύθμιση» είναι πέρα για πέρα συντηρητική και βαθιά λαϊκιστική. Παρά τις ασάφειες και τις εκκρεμότητες (όπως είπε η A. Διαμαντοπούλου, «ζητήματα συνταγματικά, νομικά, ακαδημαϊκά θα αναλυθούν κατά τη διαβούλευση»), το «κείμενο διαβούλευσης» αποτυπώνει τους βασικούς πυλώνες της «μεταρρυθμιστικής» στρατηγικής της κυβέρνησης: μετατροπή του πανεπιστημίου σε επιχείρηση παροχής υπηρεσιών κατάρτισης με γνώμονα τις ανάγκες της οικονομίας της αγοράς, παγίωση και νομιμοποίηση της περικοπής της κρατικής χρηματοδότησης, κατάργηση του αυτοδιοίκητου, συγκεντρωτική λογική διοίκησης, ενίσχυση των τεχνοκρατικών και συρρίκνωση των ακαδημαϊκών κριτηρίων διοίκησης και οργάνωσης, ιεραρχικές δομές που ευνοούν τα πελατειακά δίκτυα και καλλιεργούν την πειθάρχηση των κατώτερων βαθμίδων.

Τα πολλά προβλήματα, οι αρρυθμίες, οι αδράνειες και οι αγκυλώσεις –προβλήματα συσσωρευμένα μέσα από τη χρόνια εγκατάλειψη και απάθεια– χρησιμοποιούνται ως πρόσχημα για την επιχειρούμενη συντηρητική αναδίπλωση του πανεπιστημίου: Δεν δουλεύει η φοιτητική συμμετοχή, ευκαιρία να την καταργήσουμε εντελώς. Υπόκεινται σε πιέσεις οι πρυτανικές αρχές, γι’ αυτό λοιπόν διορίζουμε μάνατζερς. Αντιμετωπίζουν πρόβλημα ανεργίας οι απόφοιτοι κάποιων πανεπιστημιακών τμημάτων, ας τα καταργήσουμε ως αντι-παραγωγικά.

Οι σχεδιαζόμενες αλλαγές στη διοίκηση των πανεπιστημίων είναι χαρακτηριστικές: Σχεδιάζεται ένα επιτελικό σύστημα μάνατζμεντ των ιδρυμάτων από διορισμένα συμβούλια που θα ασκούν τη διοίκηση των πανεπιστημίων. Τα «Συμβούλια Διοίκησης» καταργούν το αυτοδιοίκητο των πανεπιστημίων σε πολλαπλά επίπεδα: στη χρηματοδότηση, στην πιστοποίηση των προγραμμάτων σπουδών από ξένα ΑΕΙ, στον ορισμό του πρύτανη. Πρόκειται για ένα υπερ-όργανο γραφειοκρατικής διοίκησης, συγκεντρωτικού και ολοκληρωτικού χαρακτήρα, όπως αποτυπώνεται στο ευρύτατο φάσμα αρμοδιοτήτων του: ακαδημαϊκά θέματα, διαχείριση κονδυλίων, έγκριση της στρατηγικής του κάθε ιδρύματος και του Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας, διορισμός ή παύση του/της πρύτανη, ένταξη των φοιτητών/φοιτητριών στα επιμέρους προγράμματα σπουδών μετά το τέλος του πρώτου έτους. Στο κείμενο διαβούλευσης, η σύνθεσή τους είναι ασαφής, όπως και ο τρόπος ορισμού-διορισμού των εξωτερικών μελών (τα συμβούλια αποτελούνται από εκλεγμένα μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας και εξωτερικά μέλη τα οποία διορίζονται ως άτομα).

Αλλά και η αξιολόγηση διέπεται από αυτή τη λογική –ποσοτικοποίηση, εφαρμοσιμότητα, «δείκτες απήχησης»– κι έτσι εφαρμόζεται ως μέθοδος ανταγωνιστικής πειθάρχησης και όχι ουσιαστικής λογοδοσίας και ποιοτικής ανανέωσης. Ένας από τους περίφημους «δείκτες ποιότητας» στη βάση των οποίων θα χρηματοδοτούνται τα ΑΕΙ είναι η επαγγελματική αποκατάσταση των αποφοίτων. Δηλαδή, τα ιδρύματα ενοχοποιούνται για την ανεργία και την επισφάλεια. Δεν βρίσκουν δουλειά οι απόφοιτοι Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, Σπουδών Φύλου, ή Φιλοσοφίας, κόβεται η χρηματοδότηση των αντίστοιχων τμημάτων. Τα τμήματα και τα γνωστικά αντικείμενα που δεν «πουλάνε» ωθούνται στο περιθώριο, ενώ το διδακτικό προσωπικό, οι φοιτητές/φοιτήτριες και οι απόφοιτοί τους συγκροτούν το νέο «πρεκαριάτο» [precariat: επισφαλώς απασχολούμενο εργατικό δυναμικό] της πανεπιστημιακής μετα-φορδικής επιχείρησης. Στο περιβάλλον της «φυσικής επιλογής» των audit cultures, αυτά τα γνωστικά αντικείμενα και αυτές οι επιστημολογίες είναι κατεξοχήν όσες δεν προσαρμόζονται εύκολα στη διεκπεραιωτική βιασύνη και στις τεχνοκρατικές δεξιότητες της αγοράς, και, πάνω απ’ όλα, όσες δεν εμπίπτουν στο επιστημολογικό mainstream του θετικισμού. Προκειμένου να χρηματοδοτηθεί, η κοινωνική έρευνα θα υπάγεται στα ενδιαφέροντα και συμφέροντα των χορηγών και της αγοράς. Πώς διασφαλίζεται εδώ η ακαδημαϊκή ελευθερία, αλλά και η διαφάνεια και η ανεξαρτησία από πελατειακά δίκτυα και οικονομικές-πολιτικές ελίτ στο πεδίο της έρευνας;

***

Αλλά αν η επίθεση τείνει να κινητοποιεί αμυντικά –ενίοτε πατριωτικά– αντανακλαστικά, οι κοινωνικές και ανθρωπιστικές σπουδές πρέπει να αντισταθούν στην οποιαδήποτε προσφυγή σε στρατηγικές άμυνας μέσω της υπεράσπισης των παραδοσιακών χαρακτηριστικών της φυσιογνωμίας ή της ορθοδοξίας τους. Το ζητούμενο δεν είναι η υπεράσπιση του υπαρκτού και του καθιερωμένου (ένας αγώνας υπέρ «βωμών και εστιών»), αλλά η αντιπαράθεση με την επιχειρούμενη εμπέδωσή του. Οι ανθρωπιστικές και κοινωνικές σπουδές θα ηττηθούν πραγματικά όταν απεμπολήσουν τον κριτικό, διαλογικό και πειραματικό τους χαρακτήρα, και μετατραπούν σε μονοφωνική, νοσταλγική ορθοδοξία· όταν από πειραματική ανησυχία που παραμένει ανοιχτή στην έκπληξη μετατραπούν σε αμυνόμενη κανονιστική εθιμοτυπία.

 

Έτσι, στη θέση μιας επιστημολογικής πολιτικής της ταυτότητας που απαιτεί την καθαρή οριοθέτηση γνωστικών επικρατειών, θα πρέπει να προκρίνουμε μια διεπιστημονικότητα-εργαστήριο, μια διεπιστημονικότητα που δεν καλλιεργεί αμοιβαίες μυθολογίες και οντολογικές βεβαιότητες, αλλά επιτελεί τις ανήσυχες διασυνδέσεις και τα απροσδόκητα ανοίγματα που καθίστανται δυνατά στο πλαίσιο δυναμικών και νομαδικών διακλαδώσεων.[3] Ενδεικτικές είναι εδώ οι διεπιστημονικές συναρθρώσεις μεταξύ κοινωνικής ανθρωπολογίας, φεμινιστικής θεωρίας, ψυχανάλυσης, λογοτεχνικής κριτικής και μετααποικιακών σπουδών.

Ας μην ξεχνάμε ότι τα τελευταία χρόνια, πανεπιστημιακά τμήματα, κέντρα ή προγράμματα ανθρωπιστικών και κοινωνικών σπουδών στην Ευρώπη και στην Αμερική έχουν φιλοξενήσει κριτικές και ριζοσπαστικές επιστημολογίες — όπως είναι ο μεταδομισμός, οι φεμινιστικές σπουδές, οι μετααποικιακές σπουδές, οι σπουδές διασποράς. Αυτές οι επιστημολογίες χρησιμοποιούν τον όρο «ανθρωπιστικές σπουδές» ως πεδίο κριτικής στον κλασικό, δυτικό ουμανισμό (της εθνοκεντρικής, ευρωκεντρικής αυθεντίας της «υψηλής κουλτούρας») και όχημα ανοίγματος σε «άλλους», εναλλακτικούς ανθρωπισμούς και άλλες κριτικές γενεαλογίες — των ηττημένων ή μη-αναγνωρισμένων «άλλων».[4] Αυτές οι κριτικές μετα-ανθρωπιστικές επιστημολογίες έφεραν τη σφραγίδα της κριτικής που ασκούσε ο Μισέλ Φουκώ στον κλασικό ανθρωπισμό, χαρτογραφώντας την «αρχαιολογία των επιστημών του ανθρώπου».[5] Σε αυτή την κριτική παράδοση απο-αποικιοποίησης της γνώσης ανάγεται και το νόημα που δίνει ο Κώστας Δουζίνας στον όρο «humanities of resistance».[6]

Έτσι, το ζητούμενο δεν είναι η προάσπιση του υπαρκτού, αλλά η κατάδειξη της συντηρητικής, αναχρονιστικής λογικής που διέπει το σχέδιο αναμόρφωσης και η διεκδίκηση για ένα πανεπιστήμιο πραγματικά «νέο»: για ένα πανεπιστήμιο-χώρο ελεύθερης και απροϋπόθετης παραγωγής, φιλοξενίας και συνάντησης κριτικών επεξεργασιών και ερευνητικών πειραματισμών, που θα λαμβάνει υπόψη τις νέες ανάγκες χωρίς να υποτάσσεται στον εκβιασμό των ηγεμονικών κοινοτοπιών της εποχής.[7]

 

Η Αθηνά Αθανασίου διδάσκει στο Πάντειο Πανεπιστήμιο 

 


[1] Chris Shore, «Beyond the multiversity: Neoliberalism and the rise of the schizophrenic university», Social Anthropology (2010) 18, 1: 15-29.

[2] Marilyn Strathern (επιμ.), Audit Cultures: Anthropological Studies in Accountability, Ethics and the Academy. Λονδίνο: Routledge, 2000.

[3] Βλ. και Donna Haraway, «Situated knowledges: The science question in feminism and the privilege of partial perspectives», Feminist Studies, 1988, σ. 575-599.

[4] Eleni Varikas, Les Rebuts du Monde: Figures du Paria. Παρίσι: Stock, 2007.

[5] Μισέλ Φουκώ, Οι λέξεις και τα πράγματα: Μια αρχαιολογία των επιστημών του ανθρώπου, μετάφραση Κωστή Παπαγιώργη. Αθήνα: Γνώση, 2008.

[6] Ημερίδα με τίτλο «What are the humanities for?» στο Birkbeck Institute for the Humanities, Πανεπιστήμιο του Λονδίνου, 19 Νοεμβρίου 2009.

[7] Βλ. και Ζακ Ντεριντά, Απροϋπόθετο ή κυριαρχία: Το πανεπιστήμιο στα σύνορα της ευρώπης, μετάφραση Βαγγέλη Μπιτσώρη / Λευκής Μολφέση / Αλίκης Κεραμίδα. Αθήνα: Πατάκης, 2002.

Καταγγελία του Σωματείου Εργαζομένων στο Περιβολάκι και κήρυξη απεργίας για τις 5/11

Δελτίο Τύπου

Καταγγελία για την έξωση σε Δομή του Ψυχαργώς

 

Το Σωματείο Εργαζομένων στο Περιβολάκι (Πρότυπη Μονάδα για παιδιά με Διάχυτη Διαταραχή της Ανάπτυξης και Αυτισμό) καταγγέλλει την πολιτική υποβάθμισης της Ψυχικής Υγείας που έχει ως αποτέλεσμα τη συρρίκνωση των υπηρεσιών και αφήνει παιδιά και γονείς που έχουν την ανάγκη αυτών των υπηρεσιών αλλά και τους εργαζόμενους στον αέρα.  Μετά από 5 χρόνια τραγικών καθυστερήσεων στη χρηματοδότηση των φορέων που συμμετέχουν στο πρόγραμμα Ψυχαργώς  από το Υπουργείο Υγείας πολλοί φορείς οδηγήθηκαν στην εξαθλίωση, ανίκανοι να καλύψουν τις λειτουργικές ανάγκες των χώρων αλλά και τις πληρωμές των εργαζομένων (οι οποίοι αν πάρουν τους μισθούς τους το κάνουν μετά από καθυστερήσεις μηνών). Το επιστέγασμα αυτής της κατάστασης το βιώσαμε στο Περιβολάκι την Πέμπτη 21 Οκτώβρη.

Στο κτίριο της Οδού Θεσσαλίας έγινε έξωση σε ώρα βάρδιας. Στο κτίριο αυτό στεγάζονταν Κέντρο Ημέρας για παιδιά, η Ομάδα Διάγνωσης και Υποστήριξης  και ο Ξενώνας για τη βραχεία φιλοξενία (υπηρεσία που δεν υπάρχει σε κανένα άλλο φορέα για αυτά τα παιδιά). Το αποτέλεσμα είναι τα παιδιά, οι οικογένειές τους αλλά και οι εργαζόμενοι  να βρίσκονται στο κενό.

Αυτή η έξωση ήταν για όλους αιφνίδια αλλά και ένα τραγικό, πλην αναμενόμενο, αποτέλεσμα της πολιτικής που ακολουθεί τα τελευταία χρόνια το εκάστοτε Υπουργείο Υγείας. Οι δομές που δημιουργήθηκαν στο πλαίσιο της αποασυλοποίησης με τη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και καλύπτουν πάγιες κοινωνικές ανάγκες οδηγούνται σε μαρασμό, πτώση της ποιότητας των υπηρεσιών τους και εξαθλίωση των εργαζομένων σε αυτές επειδή το ελληνικό κράτος επιλέγει να τις υποχρηματοδοτεί (παρά τις διαβεβαιώσεις ότι τα χρήματα υπάρχουν).

Το Σωματείο των Εργαζομένων στο Περιβολάκι θα παλέψει ώστε να μην στερηθεί κανένα παιδί ή γονιός και η ευρύτερη κοινωνία τις υπηρεσίες του χώρου αλλά και να μη χαθεί ούτε μια εργασιακή θέση. Για το λόγο αυτό έχει κηρύξει 24ωρη απεργία για την Πέμπτη 4 Νοέμβρη 2010 και συγκέντρωση έξω από το Υπουργείο Υγείας στις 10:00.

Διεκδικούμε:

·         Άμεση επίλυση του προβλήματος της έξωσης (να γίνουν οι απαραίτητες ενέργειες για την εύρεση νέου κτιρίου και τη μετεγκατάσταση όλων των υπηρεσιών που περιλαμβάνονται στο Περιβολάκι 2).

·         Άμεση καταβολή των χρημάτων για λειτουργικά έξοδα δεδομένου ότι το κτίριο του Περιβολάκι 1 που προσωρινά θα φιλοξενήσει και τις δύο δομές χρωστάει 10 ενοίκια και άρα είναι και αυτό σε επικινδυνότητα.

·         Άμεση καταβολή των δεδουλευμένων μας.

 

Το ΔΣ του Σωματείου Εργαζομένων στο Περιβολάκι

Τηλ. Επικοινωνίας: 6973354768 (Εύη Κατάκη, πρόεδρος του σωματείου)

                                      6976401467 (Χριστίνα Φωτοπούλου, γραμματέας του σωματείου)