Η Παγκόσμια Ιογενής Μηχανή της Jussi Parikka

Η Παγκόσμια Ιογενής Μηχανή

Δυαδικά ψηφία, Παράσιτα και η οικολογία των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης στο δικτύο πολιτισμού

 

«Η Παγκόσμια Ιογενής Μηχανή του Jussi Parikka δημοσιεύτηκε ως πρωτότυπο στην ιστοσελίδα CTheory<www.ctheory.net>, Δεκέμβρη 15, 2005 και μεταφράστηκε υπό την άδεια των εκδοτών, από τους Arthur και Marilouise Kroker.

 

«Οι οργανισμοί προσαρμόζονται στο περιβάλλοντα χώρο (οικότοπος) εντός του οποίου επιβιώνουν, χώρος ο οποίος έχει αποδειχθεί επαρκής, ώστε να θεωρηθεί ότι η οργάνωση τους αντανακλά το «Περιβάλλον» εντός του οποίου ζουν[…].»[1]

— Humberto Maturana

Πρόλογος: Η Βιολογία του Ψηφιακού Πολιτισμού

Κατά το πέρας των τελευταίων δεκαετιών, βιολογικές οντότητες, όπως ιοί, σκουλίκια, μικρόβια, κοριοί και βακτήρια φέρονται να έχουν μεταναστεύσει από το φυσικό τους περιβάλλον σε οικότοπους συντιθέμενους από σιλικόνη και ηλεκτρική ενέργεια. Επίσης, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης εκδηλώνουν την προθυμία να χρησιμοποιήσουν τέτοια έμβια στοιχεία και τερατούργημα, αναπαριστώντας τα σε μικροπρογράμματα, μετατρέποντας τα σε ψηφιακούς γκοτζίλες και άλλά μυθικά τέρατα. Η αγωνία που παράγεται από τέτοια προγράμματα οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο γεογονός ότι πλασσάρονται υπό ένα προφασιζόμενο καθεστώς ως έμβια εντός οικοσυστημάτων προγραμμάτων, όπως μαρτυρά στην παρούσα αναφορά στο Διαδίκτυακό Σκουλήκι του 1988:

Το πρόγραμμα συνέχισε να εξελίσσεται και να μορφωποιήται στις ηλεκτρονικές πύλες του Berkeley [Psychedelic Music Video (ecopoeisis)]. Και η κατάσταση χειροτερεύει, όταν ο Lapsley προσπαθεί να ελέγξει τις εισερχόμενες απόπειρες παραβίασης, ανακαλύπτει ότι επισέρχονται με τόσο ταχύς ρυθμούς που αδυνατεί να τους εξολοθρέυσει. Και σε αυτό το σημείο οι επιτιθέμενες μηχανές του Berkeley επιβραδύνθηκαν σαν μυθικοί δαιμίνιοι εισβολείς, στη διάσταση του υπό διαρκή επεξεργασία χρόνου των υπολογιστών. Κατακλύστηκαν. Οι υπολογιστές άρχισαν να μπλοκάρουν ή να βγαίνουν εκτός λειτουργίας. Απλά “πάγωναν”, χρονοτριβώντας και αδυνατώντας να δεχτούν νέα δεδομένα. Και παρόλο που ως θέσεις εργασίας ήταν προγραμματισμένες να επανεκινήσουν τη λειτουργία τους αυτόματα, το συντομότερο μετά από κάποιο μπλοκάρισμα, οι λεοτιυργίες τους προσβάλλονταν εκ νέου. Το πανεπιστήμιο εβάλλετο από έναν ιό ο οποίος προσβάλλει υπολογιστές.[2]

Από τη δεκαετία του 1990, τέτοιου είδους διαρθρώσεις ζωής σε υπολογιστές δεν περιορίζονται σε αυτά τα ειδικά προγράμματα, αλλά επεκτείνονται σε ένα γενικό τρόπο και εργαλείο κατανόησης της φύσης του Διαδικτύου. Η περίπλοκη σύνθεση εντοπίζεται στο διαχωρισμό της «βασικής» και «διακλαδωτής δομής», «αυξανόμενης» και «εξελίξιμης.” Όπως σημειωνεί ο Ντάγκλας Rushkoff στα μέσα του 1990, «τα βιολογικά εικονογράμματα εμφανίζονται συχνά ως πιο κατάλληλα για την περιγραφή του τρόπου αλλαγών στον κυβερνοπολιτισμό. Όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο το υλικό πολλαπλασιάζεται και εξελίσσεται, αναλογιστεί τον κυβερνοχώρο ως ένα κοινωνικό τρυβλίο πιάτο, το Δίκτυο ως το άγαρ-μεσοπρόθεσμο και τις εικονικές κοινοτήτες σε όλο το εύρος διακύμανσης τους και με όλες τις διαφορές τους, όπως οι αποικίες των μικροοργανισμών που μεγαλώνουν σε τρυβλία Petri.»[3]

Στο παρόν άρθρο, θα εξεταστούν τα Σκουλίκια και ιοί, που ζουν εντός του περιβάλλοντος του υπολογιστή, ως μέρος της γενεαλογίας του δικτύου των μέσων μαζικής ενημέρωσης,ως συνθήκες διαλόγου δικτύων των σύγχρονων μέσων μαζικής ενημέρωσης προϋπόθεση. Ενώ τα δημοφιλή και επαγγελματικά επιχειρήματα που σχετίζονται με αυτές τις μικροοντότητες συχνά τα θεωρούν αποκλειστικά ως ένα κακόβουλο κώδικα, τα Σκουλίκια και οι ιοί μπορεί εξίσου να προσεγγισθούν ως πολύ βασικά και απαραίτητα στοιχεία για το περιβάλλον τους. Η προοπτική ενός τέτοιου οικοσυστήματος των μέσων στηρίζεται στις έννοιες αυτοαναφορικότητα καιαυτοποίηση. Έννοιες, οι οποίες προβληματίζουν συχνά ως κακόβουλο λογισμικό. Με άλλα λόγια, τα Σκουλίκια και οι ιοί δεν είναι ασυμβίβαστα με τη σύγχρονη ψηφιακή κουλτούρα. Καταδεικνύουν ουσιώδη χαρακτηριστικά της τεχνο-πολιτιστικής λογικής, η οποία χαρακτηρίζει τον πολιτισμό των τεχνοκρατικών μέσων μαζικής ενημέρωσης των τελευταίων δεκαετιών.

Δίδεται ιδιαίτερη έμφαση σε τέτειες λειτουργίες, που καθόρισαν τον ψηφιακό πολιτισμό τις προηγούμενες δεκαετίες, όπως η διαδικτύωση, ο αυτοματισμός, η αυτοαναπαραγωγή, η αντιγραφή και η επικοινωνία. Τέτοιοι όροι ενσωματώθηκαν τόσο στο λεξιλόγιο των μέσων μαζικής ενημέρωσης, καθώς επίσης και στην πρακτική των τεχνικών εργασιών που εκτελούνται από επιστημόνες της πληροφορικής και άλλους επαγγελματίες οι οποίοι εφαρμόζουν τις αρχές της πληροφορικής. Όπως έχω συζητήσει, και με άλλες μορφές, τη σύνδεση των πληροφορικών ιών και πληροφορίες καπιταλισμού[4], το παρόν κείμενο εστιάζει περισσότερο στο συσχετισμό της κοινωνικής με την τεχνολογική γενεαλογία του φαινομένου, ως συμπλήρωμα ενός έργου που έχει ήδη πραγματοποιηθεί.

Το 1994 ο Deborah Lupton προτείνει ότι, προκειμένου να κατανοήσουμε καλύτερα τους ιούς, θα μπορούσαμε να τους παρομοιάσουμε με metonyms «της τεχνολογίας των υπολογιστών του παρασιτικού με δυνατότητες να εισβάλουν και να αναλανβάνουν τον έλεγχο εκ των έσω” [5], εκφράζοντας έτσι την αντιφατική υποδοχή — αναποφάσιστοι μεταξύ ανησυχίας και ενθουσιασμού – χαραχτηριστηκά με τα οποία ο υπολογιστής έχει εκθειαστεί κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Κατά παρόμοιο τρόπο, διερευνώ αν όντως οι ιοί είναι μια metonymy, ή ένα ευρετήριο, της υποκείμενης υποδομής, σε υλικό και συμβολικό επίπεδο, στο οποίο εντάσσεται η σύγχρονη ψηφιακή κουλτούρα. Όπως ισχυρίζονται ορισμένοι βιολόγοι, «οπουδήποτε υπάρχει ζωή, αναμένουμε ιούς[6], αντίστοιχα νομίζω κάτι παρ’ομοιο θα πρέπει να αναμένουμε και στον ψηφιακό κόσμο. Η χαρτογράφηση («ιστορικά) των πεδίων του οικοσυστήματος ζωής των Σκουλικιών και ιών του υπολογιστή παράγει μια χαρτογράφηση των εν λόγω αποτελεσματικών κομματιών του κώδικα, ο οποίος δεν μειώνει το σύνολο της γενικής κατηγορίας των κακόβουλων λογισμικού, αλλά αναγνωρίζει τη συχνά παραμελημένη κεντρικότητα τέτοιων τύπων προγραμμάτων στο δίκτυο οικολογία της ψηφιακής κουλτούρας. Τα κομμάτια του ιογενούς κώδικα μας δείχνουν πώς η ψηφιακή κοινωνία κατοικείται από όλα τα είδη των ιογενών αντικειμένων και μη ανθρώπινων φορέων, που υιοθετούν την ορολογία του Bruno latour.[7] Υπό αυτή την έννοια, τα τεχνητά σχέδια περί ζωής και βιολογικών μεταμορφώσεων της ψηφιακής κουλτούρας, που έρχονται στο προσκύνιο τις τελευταίες δεκαετίες, παρέχουν τα απαραίτητα κλειδιά για την αποδόμηση της διάταξης του λογισμικού , το οποίο παράγει την οντολογική βάση για πολλές από τις οικονομικές, κοινωνικές και πολιτιστικές συναλλαγές των σύγχρονων παγκόσμιων δίκτυων.

Οι σύγχρονες πολιτιστικές συνθήκες συχνά αναφέρονται ως ουσιαστικά στοιχεία σύζευξης του πολέμου και των μέσων – και της εφοδιαστικής διοικητικής κυβερνέρνησης, ελέγχου, επικοινωνιών και πληροφοριών, C3I – επέκταση από αυστηρά στρατιωτικά δίκτυα περιλαμβάνοντας και τα μέσα ψυχαγωγίας[8] Θεωρω, ωστόσο, ότι “ζωή” και ιδέες όπως «οικολογίες» και «εδάφη», μπορούν επίσης να λειτουργήσουν ως αξιόλογα θεωρητικά σημεία αναφοράς προκειμένου να καταστεί κατανοητή η αντιστοιχεία παραδειγμάτων του ψηφιακού πολιτισμού. Η κυβερνητική, όπως και άλλες σύγχρονές επιστημονικές αρχές που διέπουν τα ψηφιακά δίκτυα, εστιάζουν επίσης δίνοντας έμφαση στην ζωή και το συνδυασμό βιολογικών με τεχνολογικά στοιχεία, ένα θέμα το οποίο, ιδίως κατά τις τελευταίες δεκαετίες, ολοένα κερδίσει έδαφος, ενώ παράλληλα αυξάνεται ο όγκος των ημι-αυτόνομων λογισμικού. Αντί ενός συνολικού σχεδιασμού και έλεγχου, παρατηρείται η όλο και περισσότερο διαδικασία της αυτο-οργάνωσης σε τεχνικό αλλά και ζωτικό επιπεδο, κατανεμημένη επεξεργασία και διαδυκτιακή εργασία (meshworking) – θέματα τα οποία συνιστούν βασικά πολιτιστικά σύμβολα, αποτελούν επίσης και πραγματικές διεργασίες οι οποίες καθορίζουν την οικολογία των ψηφιακών μέσων μαζικής ενημέρωσης.

Οι ιοί και τα σκουλήκια προβάλλονται ως το αποκορύφωμα τέτοιων πολιτιστικών τάσεων, λειτουργώντας παρράλληλα ως “ερμηνευτικά εργαλεία” («tools for thought») [9] στη ανάλυση μιας θεωρίας σχετικά με τα μέσα, η οποία επικεντρώνεται στην πολυπλοκότητα και τη δικτύωση. Πλήθος θεωριών περί πολυπλοκότητας έχουν βρει τη θέση τους στο πλαίσιο της φιλοσοφίας και της πολιτισμικής θεωρίας, όπου δίνεται έμφαση στα ανοικτά συστημάτα και την προσαρμοστικότητα. Ομοίως, αντίστοιχες θεωρίες, υπογραμμίζουντας τη συν-εξέλιξη και προσαρμοστηκότητα τόσο οργανικών οντοτήτων όσο και αντίστοιχων περιβαλλοντικών παραγόντων του, παρέχον επίσης σημαντικές προοπτικές αναφορικά με τη μελέτη του ψηφιακού πολιτισμού. Τέτοιες προσεγγίσεις επιτρέπουν στη σκέψη να παρακάμψει τους ετυμολογικούς διαχωρισμούς μεταξύ αντικειμένου και θέματος διχοτομίες, εστιάζοντας στην πολιτιστική λειτουργία του μέσου, και τις νέες δυνατότητες που διανοίγει, όντας σε θέση να παρέχει συνεχής ανατροφοδότηση και αυτο-αναδημιουργία. Η υποχθόνια πραγμάτωση των διαφόρων ψηφιακών έργων συμπυκνώνεται στο γεγονός ότι η εννοιολογική κατανόησή του όρου «ζωή» βασίζεται στη λειτουργία της αυτο-αναπαραγωγής και της δυνατότητας αλληλεπίδρασης, συνύπαρξης και ανατροφοδότησης των έξω με το εσωτερικό, μια διαδικασία αναδίπλωσης. Αυτό το δοκίμιο ακολουθεί αυτό το μήκος κύματος, τις πτυχές και τα σημεία επαφής αυτού του θέματος με την πολιτισμική θεωρία, καθώς και την αλληλεπίδραση της με τον ψηφιακό διαδικτυακό πολιτισμό. Με λίγα λόγια, ακόμη και αν ο παραπάνω όρος «ζωή», «οικολογία», κλπ. συνιστούν παραστατικά αντιληπτούς αυτοαναφορικούς κόμβους ,ή – όπως και σε άλλες περιπτώσεις – τυπικά μοντέλα ερμηνείας, θέλω να προτείνω μια καταλληλότερη, για την περίσταση, ιδέα. Όταν συζητάμε για τη “ζωή του πνεύματος δικτύου», ο όρος δεν θα πρέπει να γίνεται αντιληπτός ως μια μορφή, αλλά μάλλον ως κίνηση και σύνδεση με παρόμοιο τρόπο όπως η ανάγνωση Ντελέζ του Σπινόζα επιβεβαιώνει:

«Αυτό που κρίνεται ως σημαντικό είναι η κατανόηση της ζωής, κάθε έμβια μοναδικότητα, όχι ως μορφή ή εξελιγμένη μορφή ζωής, αλλά ως μια πολύπλοκη σχέση ανάμεσα σε διαφορετικές ταχύτητες σωματιδίων, ανάμεσα σε επιβράδυνση και επιτάχυνση.» [10]

Τοιουτοτρόπως, μια τέτοια προσέγγιση σε οικοσύστημα, δεν ανταποκρίνεται στα γνωστά και τυπικά χαρακτηριστικά έμβιων οντοτήτων. Αλλά, συνιστά μια ανίχνευση της καταγωγής και προέλευσης του μηχανισμού εικονικής ζωολογική διαίρεσις του ψηφιακού διαδικτυακού πολιτισμού (racing of the lineages of the virtual machinic phylum of digital network culture), καθώς επίσης και τον εντοπισμό της τροχιάς διαδρομών οργανισμών που κινούνται σε αυτό το αεροπλάνο: μια βιοφιλοσοφία βιοθεωρία (biophilosophy)[11] ή – γενεαλογία της ψηφιακής ζωής. Ως εκ τούτου, αν και η εστίαση αφορά τις γενεαλογίες του διαδικτυακού πολιτισμού, αυτή η χαρτογράφηση αποσκοπεί στην παροχή μιας καταγραφής για συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης και γεγονότων, κάτι το οποίο γίνεται εμφανές στο τελευταίο μέρος του άρθρου.

Η Παγκόσμια Ιογενής Μηυχανή

Ο Fred Cohen είναι διάσημος ως ο πρωτοπόρος που ασχολείται με την αποκρυπτογράφηση των δυνατοτήτων προγραμμάτων ιών στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Τα πειράματα του, το 1983, σε ιούς που από τότε έγιναν γνωστοί. Αρχικά ο Cohen, και στη συνέχεια ένας ηλεκτρολόγος μηχανικός διδακτορικός φοιτητής του Πανεπιστημίου Νότιας Καλιφόρνιας, αναφέρεται ως εκείνος που αντιλήφθηκε ενδεχόμενους κινδύνους τέτοιων προγραμμάτων.[12] Η «άρνηση παροχής υπηρεσιών επιθέσεις» (denial of services attacks), όπως περιγράφεται από τον Κοέν, ο οποίος προειδοποιεί για συνέπειες, μιας και εν καιρώ κατέστει πολύ εφικτή η κατασκευή και χειραγώγιση (πληροφόρηση με όρους πολεμικής πληροφόρησης) της περιβόητης “κοινής γνώμης” μέσω των μέσων μαζικής ενημέρωσης. Ως τέτοιος, αυτός πόλεμος διεξάγεται και στο επίπεδο της ψηφιακής κωδικοποίησης – softwar(e), από το 1985 γνωστό υπό τον όρο θρίλερ κατασκοπείας [13] Ο Cohen θεωρεί ότι τέτοια φαινόμενα συνιστούν κομμάτια ενός ψευδο-κώδικα, ο οποίος αποσκοπεί στην περιγρφή αρχών και στοιχείων, τα οποία διέπουν και συναντιούνται σε εκδοχές ιογενούς προγραμματισμού:

subroutine infect-executable:= {loop:file = get-random-executable-file; if first-line-of-file = 1234567 then goto loop; prepend virus to file; }ετυμογογική μετάφραση υπορουτίνα μολύνει-εκτελέσιμο: = {βρόχο: file = get-τυχαία-εκτελέσιμο αρχείο? αν πρώτης γραμμής-of-file = 1234567 έπειτα goto βρόχο? βάλε τον ιό σε αρχείο?}[14]

Τελικά, ο σάλος αναφορικά με τους ιούς και τα σκουλίκια, που προέκυψε κατά τη δύση της δεκαετίας του 1980 οφειλόταν στη συνειδητοποίηση ότι αυτό το μέτρο-από αδρανή κομμάτι του κώδικα μπορεί να ευθύνονταν για την «ψηφιακή βόμβα υδρογόνου», όπως η λατρεία της κυβερνοκουλτούρας το 1980, όπως αποτυπώνεται στο περιοδικό Mondo 2000.[15] Καθώς ξεθωριάζει η ανυσηχία αναφορικά με τα πυρηνικά όπλα του Ψυχρού Πολέμου, οι ψηφιακές μικρογραφίες του υπολογιστή και του κακόβουλου χάκερ αποδεικνύονται εν τέλη απλά μυθική απειλή.

Ωστόσο, ο Fred Cohen δεν αναφέροταν απλώς και μόνο στο ψηφιακό αντάρτικο, αλλά στη ζωής γενικότερα, κα τη δυναμική των ημι-αυτόνομων προγράμματων, τονίζοντας ότι, ο πόλεμος και η ζωή δεν συνιστούν αντιφατικές ρυθμίσεις, υπό την έννοια ότι και οι δύο τείνουν προς την κινητοποίηση, για θέσπιση. Και σε αυτό το επίπεδο, το έργο του έχει επίσης παραμεληθεί, και δεν αναφέρομαι στις αντιρρήσεις της έρευνας του έλαβε κατά τη δεκαετία του 1980.[16] Αντί να αρκείται μόνο στην παροχή προειδοποιήσεων για ιούς, με τις εργασίες και τη διδακτορική του διατριβή ο Cohen παρουσιάζει τις βασικές συνδέσεις μεταξύ ιών, αναφερόμενος στην τεχνητή νοημοσύνη και ζωή των μηχανών (turing), παραλληλίζοντας με τις διαδικασίες που εκτυλίσσονται στη διάσταση αυτή με τις εκείνες που ακολουθούν τα έμβια όντα. Δεν μπορούμε να ξεμπερδέψουμε με τους ιούς εφ ‘όσον η οντολογία του διαδικτυακού πολιτισμού τείνουν να είναι ιογενής. Οι ιοί, τα σκουλίκια ή οποιαδήποτε άλλα παρόμοια προγράμματα που χρησιμοποιούνται για τις πολύ βασικές λειτουργίες επικοινωνίας των υπολογιστών ως το λογικό μέρος του τομέα της πληροφορικής Η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στις παράνομες και νόμιμες επικοινωνίες ενός ηλεκτρονικού υπολογιστή, επομένως, δεν θα μπορούσε να οριστεί με τεχνολογικά μέσα – ένα γεγονός που οδήγησε σε μια πλημμυρίδα βιβλιογραφίας αναφορικά με την διερεύνηση και την αποφυγή ιών.”

Για τον Cohen, ένα πρόγραμμα ιός είναι σε θέση να μολύνει “άλλα προγράμματα με κατάλληλη τροποποίηση, ώστε να περιλαμβάνει ενδεχομένως ένα εξελιγμένο αντίγραφο του εαυτού του.»[17] Αυτή η συνθήκη επιτρέπει στον ιό να εξαπλωθεί σε όλο το σύστημα ή το δίκτυο, μολύνοντας ενδεχομένως κάθε πρόγραμμα με ένα ιό. Η συμβολική σχέση αυτών των ιών στο συνόλο των μηχανων Turing ήταν απαραίτητη, παρόμοια με τη σχέση ενός οργανισμού στο περιβάλλον του. Η παγκόσμια μηχανή, που παρουσιάστηκε το 1936 από τον Άλαν Τούρινγκ, έδωσε από το προσχέδιο για κάθε υπολογιστή υπάρχει στο επίσημο ορισμό του προγραμματισμού. Οτιδήποτε μπορεί να εκφραστεί με αλγόριθμους μπορεί επίσης να υποβληθεί σε επεξεργασία από μια μηχανή που “σκέφτεται” (turing). Έτσι, όπως Cohen παρατηρεί, «[η] ακολουθία των συμβόλων ταινίας που ονομάζουμε «ιούς «είναι μια λειτουργία της μηχανής η οποία χρήζει κάποιων αναλύσεων και ερμηνειών[18], λογικά συνεπάγεται τη inherency των ιών σε “σκεπτόμενες” μηχανής των συστημάτων επικοινωνίας. Η σχέση αυτή καθιστά όλα τα παράσιτα οργανισμούς στο να κερδίσουν την ύπαρξή τους από το άμεσο περιβάλλον με το οποίο συνδέονται λειτουργικά και οργανωτικά.

Παρόλο που ο Cohen ήταν εξοικειομένος με τα πρακτικά προβλήματα της ασφάλειας των υπολογιστών [19], η δουλειά του είχει επίσης σημαντικές οντολογικές συνέπειες, όπως η παροχή ασφάλειας από κακόβουλο λογισμικό (και ο κίνδυνος κάποιου που χρησιμοποιεί για να κηρύξει πόλεμο) ήταν μόνο ένα συστατικό των ηλεκτρονικών ιών, που εκφράζεται στη διαφορά του ψευδο-κώδικα

υπορουτίνα μολύνει-εκτελέσιμο: = {βρόχο: file = get-τυχαία-εκτελέσιμο αρχείο? αν πρώτης γραμμής-of-file = 01234567 έπειτα goto βρόχο? συμπίεση αρχείων? βάζετε μπροστά από τη συμπίεση των ιών στο αρχείο?} και υπορουτίνα σκανδάλη-τράβηξε: = {return true αν κάποια κατάσταση κατέχει} κύριο πρόγραμμα: = {μολύνει-εκτελέσιμο? αν σκανδάλη-τράβηξε στη συνέχεια, κάντε-ζημιά? goto επόμενη?}

Από τότε, έχουν χρησιμοποιηθεί τέτοια κομμάτια ψευδο-κώδικα, ρίχνοντας φώς στη γενική λογική που διέπει τον τρόπο λειτουργίας των ιών. Η μικρή διαφορά μεταξύ των δύο προαναφερθέντων παραδείγματων αποδεικνύει ότι οι δραστηριότητες των ιών δεν μπορούν να αναχθούν στην πιθανή βλάβη κακόβουλου λογισμικού που είναι δυνατό να προκαλέσουν στα εθνικά και διεθνή όργανα της τάξης. Εν τούτοις, η ίδια η λογική της αυτο-αναπαραγωγής λογισμικού αναδεικνύει ένα θεμελιώδες ζήτημα όσον αφορά, βέβαια, την οντολογία των ιών και του ψηφιακού πολιτισμού, στα πλαίσια δικτύωσης. Ακόμη και αν το προφανές σημείο το οποίο καταδεικνύει ο Cohen αφορά την εύρεση μοντέλων και διαδικασιών ασφαλούς πληροφορικής – η διατήρηση της ροής πληροφοριών σε μια κοινωνία – αυτό το έργο συνοδεύεται με ένα πιο θεμελιώδη χαρακτήρα. Έτσι, βασικά, οι ιογενείς επαναλήψεις δεν περιορίζονται μόνο σε ζημίες, αλλά επιτρέπουν υπόσταση στην ιδέα περί χρησσιμότητας των ιών, όπως για παράδειγμα ένας “ιός συμπίεσης» θα μπορούσε να λειτουργήσει ως αυτόνομη μονάδα συντήρησης, εξοικονομώντας χώρο στο δίσκο.[20]. Από τις αρχές του 1990, σε παρόμοιο μήκος κύματος κινήται ένας άλλος πειραματιστής, ο Mark Ludwig, διατείνεται ότι οι ιοί δεν θα πρέπει να κρίνονται μόνο με γνώμονα την εκδοχή επικινδυνότητας τους (occasional malicious payloads), αλλά αναφορικά με χαρακτηριστικά που εισάγουν την αναγκαιότητα και αιτιότητα αντιμετώπισης τους ως τεχνητή ζωή, συζητώντας την, ως τέτοια, με αντίστοιχους όρους όπως την αναπαραγωγή, την εμφάνιση, το μεταβολισμό , την προσαρμοστικότητα και την εξέλιξη.[21]

Μια τέτοια προσέγγιση μεταφέρει την εστίαση στη λοιμογόνο δύναμη των προγραμμάτων του ιού. Είναι κομμάτια του κώδικα τα οποία, εξ ορισμού, λειτουργούν με μοναδικό σκοπό να μολύνουν, αυτο-αναπαράγονται και ενεργοποιούνται από καιρό σε καιρό. Δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι πολλοί επιστήμονες πληροφορικής δεν τους αντιμετώπιζαν ως παθητικό υλικό αλλά ως κάτι που ενεργεί διαδίδοντας. Άλλοι τους αντιλαμβάνονται ως παραδείγματα πρωτόγονης τεχνητής ζωής, αφού διαθέτουν την ικανότητά να αναπαραχθούν και να εξαπλωθούν αυτόνομα (σκουλίκια) ή ημι-αυτόνομα (ιοί).

Δεν θα επεκταθώ στο ζήτημα του κατά πόσον τα σκουλήκια και οι ιοί συνιστούν μορφή ζωής, όπως την ξέρουμε, αλλά θα ήθελα να υπογραμμίσω ότι δεδομένου του ότι διαμορφώνουν μία διατύπωση σς επίπεδο πολιτιστικού φανταστικού, σε αυτό το ιογενές στοιχείο αντανακλά επίσης μια πολύ βασική περιγραφή των μηχανικών διαδικασιών τέτοιων προγραμμάτων και του ψηφιακού πολιτισμού γενικότερα. Επιστρέφοντας στο θέμα του τεχνολογικού εκσυγχρονισμού, ο δικτυακός πολιτισμός κατοικείται από ημι-αυτόνομα προγραμμάτα λογισμικού και διαδικασιών, τα οποία παράγουν πολλές φορές την παράξενη αίσθηση της τεχνητής ζωής, όπως εκφράζεται, για παράδειγμα, στα διάφορα δημοσιογραφικά και πλασματικά παραδείγματα που περιγράφουν επιθέσεις προγραμμάτων λογισμικού. Μια έκφραση αυτής της παράξενης αίσθησης αντανακλά το υβριδικό καθεστώς των εν λόγω προγραμμάτων τα οποία παραβαίνουν τα ιδιοσυστατικά (με την έννοια που δίνει ο Latour στη λέξη) όρια της Φύσης, της Τεχνολογίας και του Πολιτισμού. Ενώ οι ιοί και τα σκουλήκια καθίστανται ως κεντρικοί δείκτες αυτής της υπέρβαση στη συνείδηση της μάζας, παράλληλα προγράμματα τεχνητής ζωής αντιμετωπίζουν επίσης το ίδιο θέμα. Όπως εδώ και δεκαετίες υπογραμμίζουν οι εγκάρσιες πειθαρχήσεις στους κανόνες που διέπουν τη ζωή δεν θα πρέπει να κρίνεται ως ποιότητα αναφορικά με την ύπαρξη μιας συγκεκριμένης ουσίας (την ηγεμονία του άνθρακα ως βάση για την κατανόηση της ζωής), αλλά ως ένα μοντέλο αλληλεπίδρασης, εμφάνισης και τη συμπεριφοράς των συστατικών στοιχείων ενός οποιουδήποτε έμβιου συστήματος. Ο Chris Langton προτείνει, στα τέλη της δεκαετίας του 1980, ότι η έννοια της τεχνητής ζωής δεν επικεντρώνεται στην ζωή όπως είναι, ή έχει εξελιχθεί, αλλά αναφέρεται στη τη ζωή όπως θα έπρεπε είναι. Για παράδειγμα, αναφέρεται ως η βασική ιδέα για προγράμματα στο πλαίσιο των οποίων διακρίνει τη ζωή να αναδύεται σε διάφορες συνθετικές πλατφόρμες, πυριτίου και συστημάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών και δικτύων, [22] Στο ίδιο πνεύμα ο Richard Dawkins, όταν εισαγάγει την ιογενή πολιτισμική πραγματικότητα με τη θεωρία των μιμιδιών το 1976, αναφέρεται στις δυνατότητες εύρεσης ζωής ακόμη και σε «ήχους ηλεκτρονικών κυκλωμάτων.» [23]

Συνεπώς, προκύπτει ένα πιο ενδιαφέρον θέμα, από το αν ορισμένα απομονωμένα προγράμματα λογισμικού είναι ζωντανά. Αφορά τη διερεύνηση του τι είδους νεωτεριστικές προσεγγίσεις, στον τομέα της τεχνητής ζωής, μπορεί να συνεισφέρουν στην κατανόηση του ψηφιακού πολιτισμού. Το διάσταση της τεχνητής ζωής θα μπορούσε τουλάχιστον να μας προσφέρει μια προσέγγιση τέτοια η οποία αντιλαμβάνεται τα έμβια συστήματα όχι τόσο ως οντότητες αυτές κάθε αυτές οι ίδιες, αλλά ως συστήματα και συνδέσμους – εδώ η αναφορά του Thomas S. Ray ‘s Tierra περί εικονικής οικολογίας από τη δεκαετία του 1990 μας παρέχει ένα καλό παράδειγμα.[24] Μια τέτοια προσέγγιση της έννοιας του έμβιου θα μπορούσε επίσης να μας οδηγήσει να σκεφτούμε την σύγχρονη κατάσταση των μέσων ενημέρωσης ως μια οικολογία του είδους του «έμβιου» με την έννοια ότι βασίζεται στη διασύνδεση, την αυτοαναπαραγωγής, και τους συνδέσμους ετερογενών στοιχείων. Αυτή η απήχηση και με την προαναφερθείσα οπτική που εισάγει ο Spinoza αναφορικά με κατανόηση της ζωής, ως προστατευτικότητα: σχέσεις διαφορετικών ταχυτήτων, επιβραδύνσεις και επιταχύνσεις μεταξύ διασυνδεόμενων σωματιδίων.

Αυτό που εγκαθιδρύει ο Cohen, και αυτό μπορεί να συνιστά μια διαρκή συμβολή του ακόμα κι αν κάποιος δεν στοχεύει στην υποβάθμιση των επιτευμάτων του στο διάσταση της επιστήμης των υπολογιστών, αφορά την συνειδητοποίηση της διάστασης ότι η ψηφιακή κουλτούρα ήταν κατά την έναρξη της, μια παραδειγματική στροφή από την καλλιέργεια των Υπολογιστικών Μηχανών σε παγκόσμιο επίπεδο στην καθολικότητα των Ιογενών Μηχανών. Αυτή η νοοτροπία δεν θα περιορίζεται πλέον στις θορυβώδης ικανότητες των ανθρώπων για σχεδιασμό αλγορίθμων. Αντίθετα, τέτοιες εξελικτικές έννοιες στο διάσταση της πληροφορικής παρέχουν ένα υπόδειγμα μιας ψηφιακής κουλτούρας, η οποία όλο και περισσότερο επικαλείται ικανότητες αυτο-αναπαραγωγής ημι-αυτόνομων φορέων. Για να παραθέσω τη φρασεολογία που χρησιμοποιεί ο Κοέν αναφορικά με την «εξέλιξη των ιών ως μέσο υπολογισμού» που αποκρυσταλλώνουν την οικολογία των μέσα μαζικής ενημέρωσης δικτύωσης ψηφιακού πολιτισμού:

Δεδομένου ότι έχουμε δείξει ότι ένας ιός μπορεί να οικειοποιηθεί μία οποιαδήποτε μηχανή (Θεώρημα 6), θα επιλέξουμε τώρα μια ιδιαίτερη κατηγορία μηχανών την οποία οικειοποιήται μια κατηγορία ιών με την ιδιότητα ότι τα διαδοχικά μέλη του ιού που παράγονται από κάθε συγκεκριμένο μέλος του συνδυασμού, περιέχουν υποακολουθιών οι οποίες (όπως συμβολίζεται από τον Τούρινγκ), οι διαδοχικές επαναλήψεις του «Machine Universal Computing». Τα διαδοχικά μέλη απόκαλουνται ως «εξέλιξη» των προηγούμενων, επομένως και κάθε αριθμός μπορεί να «υπολογίζεται» από μια “Σκεπτόμενη” Μηχανή [Turing Machine – ΤΜ], η οποία μπορεί να «εξελιχθεί» από έναν ιό. Ως εκ τούτου, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι «ιοί» είναι τουλάχιστον το ίδιο ισχυρή τάξη των υπολογιστών μηχανών ως TMS, και ότι υπάρχει μια «Παγκόσμια Ιογενής Μηχανή», στην οποία δύναται να εξελιχθεί κάθε «υπολογίσιμος» αριθμός.[25]

Το Περιβάλλον Του Κώδικα

Από τη μια καθημερινή σκοπιά το ζήτημα της τεχνολογικής εξέλιξης μπορεί να φαίνεται ένα οξύμωρο σχήμα, λαμβάνοντας υπόψη την βίαια ανάμειξη δύο τόσο διαφορετικών σφαιρών όπως η «βιολογία» και η «τεχνολογία». Αυτό το θέμα έχει συζητηθεί εκτενώς, από κυβερνητικές οργανώσεις, στις αρχές της δεκαετία του 1950, και οι αρθρώσεις βιολογίας και τεχνολογίας εξακολουθούν να αποδεικνύουν λειτουργικότητάς τους, όταν εκλαμβάνεται ως αμφισβήτηση της δυναμικής της τεχνολογίας. Όπως επισημαίνει η Belinda Barnet στο δοκίμιό της αναφορικά με το ζήτημα της τεχνολογικής εξέλιξης και της ζωής, ό,τι το διακύβευμα είναι η αναγκαιότητα χορήγησης «του τεχνικού αντικείμενου της δική του ουσιαστικότητας, τα όρια και τις αντιστάσεις του, η οποία μας επιτρέπει να σκεφτούμε την ιστορική διαφοροποιήση τεχνικών αντικειμένων”.[26]

Στην αναφορά της, η Barnet, συνδέει την διατύπωση μου περί μιας οικολογίας των μέσων ενημέρωσης. Ηλεκτρονικοί υπολογιστές, σκουλήκια και ιοί, καθώς και άλλα τεχνικά στοιχεία του ψηφιακού πολιτισμού, δεν μπορούν να αναχθούν σε ομιλίες της ή των παραστάσεών τους που συνδέονται με αυτά, και προκειμένου να γίνει κατανοητή η πολύπλοκη φύση, η οποία είναι άρηκτα συνδεδεμένη με το υλικό της πολιτιστικής ιστορίας της ψηφιοποίησης , κάποιος πρέπει να αναπτύξει εναλλακτικές ιδέες και προσεγγίσεις. Σε αυτή την προβληματική «ζωή» και «δυναμική» φαίνεται να έχουν απήχηση σε ένα τρόπο που προτείνεται από θεωρίες σχετικά με την πολυπλοκότητα αυτής της αξίας η διαδικαστική φύση των (ανοιχτών) συστημάτων που βασίζονται στην τρέχουσα επανατροφοδότηση ανάδρασης μεταξύ ενός οργανισμού και του περιβάλλοντός του. Ωστόσο, δεδομένου ότι οι έννοιες αυτές παραμένουν ασαφείς και εύκολες μεταφορές, θα πρέπει να αντιμετωπιστούν πιο διεξοδικά, προκειμένου να ενισχυθούν οι επιπτώσεις τους στη σύγχρονη οικολογία των μέσων ενημέρωσης. Εδώ θα προσεγγίσουμε το ζήτημα κάνοντας μια αναφορά στον τρόπο με τον οποίο οι Deleuze και Guattari περιγράφουν το ζήτημα της μηχανής (τη διαχωρίζουν από τις τεχνολογίες οι ίδιοι) και τη μηχανική οντολογία, ως τρόπο διασύνδεσης και διαδραστικότητας τους. Δηλαδή, η οικολογία των μέσων μπορεί να νοηθεί ως κάτι μηχανικό που να έχει έρισμα σε ορισμένες τεχνολογικές και κοινωνικές συνεκτικές αναφορές. Ως μηχανικά στοιχεία σε μια παραγωγή , συνεπώς, αναφέρονται οι συγκλίσεις οι οποίες υφίστανται μεταξύ ετερογενών στοιχείων.[27] Σε μια τέτοια οντολογία της ροής, υπό όρους τεχνολογικών συνδιαμορφώσεων οι, σε μερικό βαθμό, αποσβέσεις της επιβράδυνσης της ροής μετατρέπονται σε πιο διακριτές λειτουργικές οντότητες. Δεν υπάρχουν άνθρωποι που χρησιμοποιούν τεχνολογίες, ούτε υπάρχουν τεχνολογίες που προσδιορίζουν τους ανθρώπους, αλλά μια σταθερή σχετικότητα αλληλεπίδρασης, αυτο-οργάνωσης, και ως εκ τούτου η εστίαση μετακινείται στο «subjectless υποκειμενικότητες» [28]. Υπό την έννοια αυτή, η υπόσταση της ζωή τους, εντός της οικολογίας, είναι αναγνωρίσιμη ως μηχανική. Η ζωή ως διασύνδεση, όχι ως ένα χαρακτηριστικό μιας συγκεκριμένης ουσίας, βρίσκεται στο επίκεντρο της ιογενούς θεωρίας, καθώς και:

Η ουσία μιας μορφής ζωής δεν συμπυκνώνεται απλώς στο περιβάλλον που την υποστηρίζει, ούτε απλά σε μια μορφή η οποία, λαμβάνοντας υπόψη το κατάλληλο περιβάλλον, θα ζει. Η ουσία της ζωής του συστήματος είναι η σύζευξη της μορφής με το περιβάλλον. Το περιβάλλον είναι το πλαίσιο, ενώ η μορφή είναι το περιεχόμενο. Εξετάζοντας τα από κοινού, μπορούμε να αναλογιστούμε την φύση της ζωής.[29]

Θα ήθελα να τονίσω ιδιαίτερα τη σύζευξη μιας οικονομικής οντότητας με το περιβάλλον της, ως ουσία προσδιορισμού του τι συνιστά «ζωή». Αυτό οδηγεί σε μια πολύ σημαντική συνέπεια. Οι επιστήμονες που αντιμετώπισαν την έννοια των ιών υπολογιστών, ως τεχνητή ζωή έχουν ήδη αναφέρει ότι είναι δύσκολη, ή ίσως ακόμα και αδύνατη, η εξ’ ολοκλήρου υιοθέτηση των ιούς των υπολογιστών με άξονα τα κριτήρια της (βιολογικής) ζωής. Αν πάρουμε μια οικονομική οντότητα και μια λίστα με τα χαρακτηριστικά θα πρέπει να εμφανίζει (αναπαραγωγή, εμφάνιση, μεταβολισμός, ανεκτικότητα σε διαταραχές και εξέλιξη), τότε τίποτα, εκτός από την παραδοσιακή ζωή, δεν θα κατορθώσει να εκπληρώσει τα απαιτούμενα κριτήρια για ζωή.[30] Θέλω, ωστόσο, να διευκρινήσω ότι οι προτάσεις αναφορικά με την προβολή ζωής και τεχνητής ζωής τίθονται από την οπτική της μηχανικής διασύνδεσης, ως ορίζοντες και πειραματικές ιδέες, τις οποίες μπορούμε να σκεφτούμε και να αναγάγουμε την σύγχρονη οικολογία των μέσων μαζικής ενημέρωσης.

Ως εκ τούτου, οι ιοί – και η ανόργανη ζωή εν γένει – πρέπει να θεωρούνται ως διαδικασίες και όχι ως σταθερές οντότητες. Οι ιοί, εξ ορισμού, συνιστούν μηχανισμούς ζεύξης παρασιτισμού και προσαρμογής. Βέβαια μπορεί να μην συνιστούν «ζωή», όπως αυτή προσδιορίζεται από την καθημερινή χρήση ή ως μια γενική κατανόηση υπό τη βιολογική έννοια, αλλά παραμένουν φαντάσματα της οικολογίας των μέσων ενημέρωσης που μας καλούν να τα οικειοποιηθούμε , τουλάχιστον, υπό τους όρους μιας υποτιθέμενης «ζωή”. Θεωρώντας έναν ιό ως μηχανή που έχει μολυνθεί, “ένα πρόγραμμα που μπορεί να«μολύνει» άλλα προγράμματα, με κατάλληλη τροποποίηση ώστε να περιλαμβάνει, ενδεχομένως, ένα εξελιγμένο, αντίγραφο του εαυτού του»[31], επισημαίνει μια αδυναμία, εστιάζοντας σε ιούς per se, και ζητεί να προωθούμε μια ευρύτερη πολιτιστική προοπτική αντιμετώπισης τέτοιων διαδικασίων λοίμωξης. Στο πλαίσιο λογικής των “σκεπτόμενων” μηχανικών κυκλώματων, η ιογενής λοίμωξη αποτελεί μέρος της αρχιτεκτονικής των υπολογιστών, η οποία αποτελεί μέρος του τεχνικού τομέα και της γενεαλογίας παρόμοιων τεχνικών μηχανημάτων των μέσων ενημέρωσης, η οποία με τη σειρά της επιδιώκει να συνδεθεί με καταβολές πολιτικών βιολογικών, οικονομικών, κοινωνικού χαρακτήρα , και ούτω καθεξής. Οι ιοί δεν παράγουν μόνο αντίγραφα του εαυτού τους, αλλά συμμετέχουν επίσης και σε μια διαδικασία αυτοποίηση: είναι οι ίδιοι οίκημα κατ’ επανάληψη, επειδή αυτο-αναπαράγονται, δηλαδή, είναι εξέλιξη των χαρακτηριστικών του πολιτισμού του δικτύου. Αναφορικά με αυτό, συνιστούν μηχανικά υποκέιμενα από ένα είδος.[32] Αυτή η ιογενής δραστηριότητα μπορεί να θεωρηθεί και ως την αναδημιουργία του συνόλου οικολογίας των μέσων μαζικής ενημέρωσης, ως αναπαραγωγή των οργανωτικών χαρακτηριστικών επικοινωνίας, αλληλεπίδραση, δικτύωση και αντιγραφή, ή αυτο-αναπαραγωγής. [33] Αυτή την προσέγγιση έχουν την τάση να ακολουθούν οι Maturana και Varela εκφράζοντας την ιδέα ότι τα ζωντανά συστήματα είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με το περιβάλλον τους και εργάζονται για τη διατήρηση χαρακτηριστικών και μοντέλων που προάγουν την οικολογία. Ως τέτοιοι σχηματισμοί, καταλαμβάνουν μια ορισμένη θέση στο πλαίσιο της ευρύτερης οικολογίας: “Για να αναπτυχθεί ως μέλος μιας κοινωνίας θα πρέπει να γίνει δομικό στοιχείο εντός της: να συνδέεται δομικά με μια κοινωνία, η οποία συνίσταται στην ύπαρξη δομών που οδηγούν στην επιβεβαίωση της συμπεριφοράς της κοινωνίας,» [34] γράφει ο Maturana.

Οι “λοιμώξεις” ή συνδέσεις αποτελούν μέρος της γενεαλογίας του ψηφιακού πολιτισμού, ακόμη και πριν τη δεκαετία του 1980, υπό την έννοια αυτοματισμού, όπως εισάγεται από τον John von Neumann, ο οποίος συχνά χρησιμοποιεί το χαρακτηρισμό “πρόγονοι των σύγχρονων ημερών” αναφερόμενος στα σκουλήκια και τους ιούς. Ο Von Neumann ασχολείται συστηματικά με την θεωρία του αυτοματισμού. Η έννοια “αυτοματισμός” εδώ αναφέρεται σε “οποιοδήποτε σύστημα το οποίο επεξεργάζεται πληροφορίες, ως μέρος ενός μηχανισμού αυτορύθμισης.»[35] Η αυτοματοποίηση καθιστά δυνατή την αναπαραγωγή λογικών μηχανισμών ελέγχου, οι οποίοι συμπεριλαμβάνονται (με βάση τη θεωρεία McCulloch-Pitts περί νευρώνων) μαζί με τους απαραίτητους διαύλους επικοινωνίας μεταξύ αρχικού αυτόματου και ενός υπό κατασκευή, καθώς και ο «μυς» καθιστά δυνατή τη δημιουργία. Αυτό το κινητικό μοντέλο αυτοματοποίησης απορρίφθηκε σύντομα, ωστόσο, αφού αποδείχθηκε ότι είναι δύσκολο να γίνει αντιληπτό: μια φυσική αυτοματοποίηση ήταν εξαρτημένη από το περιβάλλον της για την προμήθεια πόρων και την παροχή μιας τέτοιας οικολογίας αποδείχθηκαν υπερβολικά δυσλειτουργικές. Έτσι, με τις συμβουλές από τον φίλο του Stanislav Ulam, ο Von Neumann, στράφηκε στην ανάπτυξη κυψελοειδών μοντέλων αυτοματοποίησης, τυπικά μοντέλα του συστήματος αναπαραγωγής με «κρυστάλλινους κανονικότητες»[[36]. Ένα από τα μοντέλα για την επίσημη των μοτίβων αυτο-αναπαραγωγής ήταν η ίδια η πρωτόγονη ζωή βακτηριοφάγων οργανισμών.[37]

Η φύση, με τη μορφή των χαρακτηριστικών των απλών οργανισμών, μετατράπηκε σε διεπαφή ως μέρος αυτών των τυποποιημένων μοντέλων προς υπολογισμό. Κυψελοειδή αυτόματα, ως δύο διαστάσεων πίνακες κυττάρων, με κάθε κελί να συνιστά μια δικιά του πεπερασμένη αυτόματοποίηση, κατάσταση η οποία καθορίζεται από τα γειτονικά κύτταρα, έπρεπε να νοηθεί ως δομή παρόμοια του νεύρου. Μόλις τεθηκαν σε δράση, με αυτοποίηση φάνηκε να παίρνουν μια δική τους ζωή, όπως αποδεικνύεται τη δεκαετία του 1970 από τον John Conway στα εργαστήρια του MIT με τη δική του εκδοχή, μια διαδικασία η οποία συμπτωματικά ονομάζεται «Ζωή». Αυτές ήταν κυρίως οι μηχανές έλξης και οριοθετούνται με τυπικά χαρακτηριστικά ως ένα οικοσύστημα μεταξύ δύο διαστάσεων. Ενώ ένα μόνο κύτταρο δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ζωντανός οργανισμός, με την όποια έννοια της λέξης, το όλο σύστημα, το οποίο βρισκόταν σε συνεχή αλληλεπίδραση, φαινόταν να περιέχει αξιόλογες εξουσίες του υπολογισμού και εμφάνισης.

Τέτοιες ιδέες, έγιναν μέρος των θεωριών πολυπλοκότητας, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για κατανόηση της διαδικασίας λειτουργίας της (υπολογιστικής) φύσης και ζωής: με τη βοήθεια τυπικών μαθηματικών μοντέλων, υπολογιστών και ίσως και την οντολογία του κόσμου, καθώς βασίστηκαν σε μορφές αλληλεπίδρασης μεταξύ οιονών αυτόνομων μονάδων. Αυτό σχετίζεται με την ανάγκη μου να τονίσω ότι, ακόμη και αν η σύγχρονη ψηφιακή κουλτούρα, στην αρχαιολογία προσδέθηκε στη σημασία του Β ‘Παγκοσμίου Πολέμου, την κυβερνητική και στρατιωτική προέλευση των υπολογιστών, και τη δικτύωση, εγγενώς εργάζεται ως τεχνολογία θανάτου. Επίσης, υπάρχει ένα άλλο θέμα, το οποίο μέχρι στιγμής δεν έχει φωτιστεί. Ο ρόλος των διαγραμμάτων ζωής στη διάσταση των ηλεκτρονικών υπολογιστών.[38] Εκτός από στρατιωτικά πλαίσια, γεγονός που καταδεικνύει, για παράδειγμα, ο von Neumann και το έργο του Wiener, υπάρχει επίσης η προσπάθεια για “σχεδιασμό σχετικά απλών ομοιώματων βιολογικών συστημάτων, με τη βοήθεια μορφών μαθηματικών μοντέλων ή ηλεκτρονικά κυκλώματα.» [39] Οι πτυχές αυτές θα πρέπει να μας οδηγήσουν στην ανάδειξη επί του προσκηνίου νέων γενεαλογίων των υπολογιστών, ως σημεία αναφοράς για τη σύγχρονη κατάσταση των μέσων ενημέρωσης. Οι προοπτικές αυτές θα πρέπει να συνθέτουν επιπλέον τις αντιλήψεις μας για την ιστορία των ιών και ιογενών προγραμμάτων, καθώς και να μας κάνουν να αναθεωρήσουμε κάποιες βασικές παραδοχές σχετικά με τη σύγχρονη κουλτούρα της τεχνολογίας, η οποία λειτουργεί όλο και περισσότερο ως πρότυπο και σχεδιάζεται ως μια σύνθετη, διασικτυακή οικολογία.

Αλλά, λαμβάνοντας υπόψη την «φύση της ψηφιακής κουλτούρας», πρέπει όντως αυτές οι καταβολές τους πρέπει να θεωρηθούν ως μεταφορές, οι οποίες ισχύουν για έρευνες σε εργαστήρια υπολογιστών, ή θα μπορούσε η διασύνδεση ζωής (ή τουλάχιστον η επιστήμη βιολογίας) και της τεχνολογίας να τεθούν σε μια πιο θεμελιώδη βάση; Αντί να περιορίσουν τις εργασίες σχεδιασμού στο επίπεδο της μεταφορικής και της γλώσσας, θα μπορούσε επίσης να αρθρωθεί λόγος για τα διαγράμματα σχεδιασμού στον υπολογιστή, την καθοδήγηση έρευνας και εφαρμογής. Κατά το δεύτερο ήμισυ του εικοστού αιώνα, η έρευνα και στα δυο πεδία, της βιολογίας και της πληροφορικής, όπου στοιχεία του ενός χρησιμοποιούνται στο άλλο και αντίστροφα, έτσι ώστε το ανθρώπινο ον και η φύσης του εν γένη, έγινε όλο και περισσότερο αντιληπτή υπό το πρίσμα της πληροφορικής (ιδιαίτερα με την έξαρση της έρευνας στο διάσταση του DNA) και της πληροφορικής, κυριάρχησαν μοντέλα τα οποία εγκρίθηκαν από μια έρευνα αναφορικά με τον εγκέφαλο και, αργότερα, από μια οικολογική έρευνα. Έτσι, όπως ο von Neumann εμπνεύστηκε σχεδίασε τους υπολογιστές, αντανακλούσε ένα θέμα για το σχεδιασμό οργάνων και οργανισμών [40] αναπαριστώντας, μηχανήματα τα οποία θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ημι-ανεξάρτητα ως φυσικά όντα. Ως φύση κατέστη το τελικό υποθετικό σημείο αναφοράς της ψηφιακής κουλτούρας, όχι τόσο ακολουθώντας, αλλά ως μια ενεργή διασύνδεση ανάμεσα στην τεχνολογία και τη βιολογία.

Αυτό που θέλω να τονίσω είναι ότι η διασύνδεση δεν υφίσταται μόνο σε επίπεδο γλώσσας, γεγονός το οποίο μας επιτρέπει όχο μόνο να μιλάμε μόνο για τις μεταφορές στον πολιτισμού του υπολογιστή (ως πολιτιστική μελέτη προοπτικών δεν είναι τόσο συχνή), αλλά επίσης μας επιτρέπει να αντιληφθούμε τη βιολογία των υπολογιστών και ως μια οργανωτική δομή κατανοώντας ως κάποιο βαθμό τους βιολογικούς οργανισμούς, τα οικολογικά πρότυπα και τα χαρακτηριστικά ζωής, τα οποία χαράζουν κατεύθυνση, ως μέρος ενός σχεδιασμού και εφαρμογής της ψηφιακής κουλτούρας.[41] Κατά την έννοια αυτή, η πολιτιστική θεωρία της ψηφιακής κουλτούρας θα μπορούσε να στραφεί στη βιολογία, ενισχύοντας κατ’ αυτό τον τρόπο τη διασύνδεση με την έννοια που παραδειγματικά εισάγουν οι Μaturana και Varela. Την έννοια της αυτοποίησης (autopoietic), η οποία αναφέρεται στη ζωτικότητα των μηχανών που ως συστατικό διαθέτουν ένα λειτουργικό μέρος του ambiance. Όπως σημειώνει ο Guattari στο Chaosmosis, αυτή η ιδέα θα μπορούσε να εφαρμοστεί, προσφέροντας μια ανάλυση των κοινωνικών μηχανημάτων — και ως εκ τούτου συμβάλλοντας στην ανάλυση των κοινωνικών μηχανημάτων του δικτυακού πολιτισμού, ή των μέσων μαζικής ενημέρωσης στην οικολογία της δικτύωση [42]. Τα υποσύνολα τρέφουν τη δομή, ενώ εκείνα με τη σειρά τους τρέφονται από το σύνολο. Ακόμη, η διαφορά μεταξύ της απλής μηχανικής επανάληψης και της δημιουργίας των εμβριακών συστημάτων,. όπως σημειώνει ο guattari[43], αποτελεί σημαντικό στοιχείο — στο οποίο θα επανέλθουμε αργότερα με μια συζήτηση σχετική με την ζωτικότητα των συνθηκών διαβίωσης του συστήματος.

Διανέμοντας βιολογικές διεργασίες

Να επαναλάβουμε ότι οι πληροφορικοί ιοί είναι μηχανήματα, με την έννοια που εισάγεται από τους Deleuze και Guattari, οι οποίοι αναφερόμενοι σε διαδικασίες λήψης αποφάσεων, φθάνουν πέρα από τα ορατά συνόρα, αναζητώντας λειτουργικές ζεύξεις. Σε μια περιορισμένη προοπτική, αυτό σημαίνει ότι συντάσσονται σε φακέλους που έχουν μολυνθεί. Διευρίνοντας, ωστόσο τον ορίζοντα διακρίνουμε, ότι αυτοί οι σύνδεσμοι συνιστούν εγγενείς συνδέσεις στο επίπεδο των “σκεπτόμενων” μηχανών, οι οποίες συνθέτουν την αρχιτεκτονική των υπολογιστών εν γένει.

Στον τομέα της πληροφορικής, η διατύπωση ιδεών περί ζεύξης και βιολογικής σκέψης, απόκτησαν συνοχή, ιδιαίτερα κατά τη δεκαετία του ’70, χρονική περίοδο όπου ξεκινά η άνθηση διάφορων διαικτύακών εφαρμογών. Το Αrpanet (1969) πρωτοστατεί, φυσικά, αλλά ακολουθούν και πολλοί άλλοι. Η δικτύωση ταυτίζεται με νέα πρότυπα προγραμματισμού, τα οποία παρέχουν μια γόνιμη πλατφόρμα νέων ιδεών ψηφιακής οντολογίας. Οι Ιοί και Σκουλίκια συνιστούν ένα λειτουργικό στοιχείο εντός αυτής της νέας εξέλιξης των ηλεκτρονικών υπολογιστών. Κατά συνέπεια, η πρώτη αναφορά πραγματικής αρχειοθέτησης ιού φαίνεται ως ο ιός creeper, που κατανέμεται στο δικτύου arpanet το 1970. Ο creeper είναι ένα χρήσιμό πρόγραμμα το οποίο αφορά τη δοκιμασία δυνατοτήτων του δικτύου πληροφορικής. Εμπνευσμένοι από το πρώτο πρόγραμμα, το οποίο κατέγραψε ο πρωτοπόρος δικτύου Bob Thomas, πολλοί προγραμματιστές πραγματοποίησαν παρόμοιες εφαρμογές προγραμμάτων ιών.[44]

Κατά τη δεκαετίας του ’80 πραγματοποιούνται πειράματα μετρήσεων για το πρόγραμμα worm από τη Xerox, ενώ παρόμοιες φιλοδοξίες έχει και το ερευνητικό κέντρο της Alto. Όπως περιγράφεται από τους συμμετέχοντες ερευνητές, John Shoch και John Hupp, τα προγραμμάτα worm ουσιαστικά διέπονται από λειτουργίες αντιγραφής τμημάτων του προγράμματος σε βραδυπορείς μηχανές του δίκτυου. Το πρόβλημα, όπως αποδεικνύεται από τον ιό creeper, συνλισταται στο πώς θα μπορούσε να ελέγθεί η εξάπλωση. Ακόμη και κατά τις μετρήσεις της, η εταιρεία Alto συνάντησε παρόμοια προβλήματα ελέγχου όταν το πρόγραμμα worm παρέμεινε να τεχει καθ’ ‘ολη τη διάρκεια της νύχτας για να «γλιτώσει»: «Το worm φόρτωσε γρήγορα το προγράμμα σε αυτό το νέο τμήμα του στόλου· το πρόγραμμα αρχίσε να τρέχει και γρήγορα συντριβή, αφήνοντας το worm ελλιπές – το οποίο πεινασμένο ακόμη αναζητούσε νέα τμήματα.”[45]

Ωστόσο, τα προγράμματα αυτά σχεδιάστηκαν από επιστήμονες της Alto – σε ένα «εργαστήριο worms» για κάθε είδος – οι οποίοι έθεσαν χρήσιμους στόχους. Το βασικό πρόγραμμα δοκιμών αποτελούνταν από ένα υπαρξιακό worm το οποίο είχε ως μοναδικό στόχο την επιβιώση και τον πολλαπλασιασμό. Η πληροφορία worm σχεδιάστηκε για τη διανομή μηνυμάτων σε ένα δίκτυο. Άλλες λειτουργίες περιλαμβάνονταν στο σήμα συναγερμού ρολόι του worm, όπως η χρήσιμη πολυμηχανή ντοκυμαντέρ, η οποία χρησιμοποιεί μια συμπεριφορά παρόμοια και διαγνωστικά κριτήρια με το πρόγραμμα worm.[46] Το σημαντικό είναι ότι βασικά τα arpanet ως πρόγραμματα δίκτυου περιλαμβάνουν επιλεγμένες διαδικασίες του προγράμματος worm, καθιστώντας εφικτή τη διάκριση μεταξύ «κανονικών» προγραμμάτων και παρασιτικών διαδικασιών, διφορούμενη.

Ομοίως, η ιδέα της μεταγωγής υπό τη μορφή πακέτου η οποία πρωτοστάτησε με συνοδοιπόρο το arpanet κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1970, εισήγαγε τοπικές πληροφορίες στη διάσταση των επικοινωνιών: αντί να ελέγχονται από ταβ πάνω από μία συγκεντρωτική και ιεραρχική θέση, ο έλεχγος των δικτύων επικοινωνιών διανέμεται σε μικρά πακέτα, τα οποία εντοπίζουν, το καθένα χωριστά τον προορισμό του,από αποστολέα στον παραλήπτη. Κατά κάποιο τρόπο, τέτοια πακέτα εμπεριέχουν την ιδέα της αυτονομίας και των τοπικών υπηρεσιακών πληροφοριών από τον πυθμένα των συστημάτων, ενώ το δίκτυο εν γένη είχε συσταθεί σε ένα πολυεπίπεδα κατανεμημένο σύστημα.[47] Από τότε, η βασική αρχιτεκτονική του Διαδικτύου βασίστηκε σε στοιχεία τα οποία θεωρείθηκαν έξυπνα υπό την έννοια ότι περιλαμβάνουν ταυτά καθ’ αυτά οδηγίες για μετακίνηση, χρησιμοποιώντας αντίστοιχα δίκτυα για εκπλήρωση των λειτουργιών τους. Κατά την έννοια αυτή, μπορούμε δικαιολογημένα να υποστηρίξουμε ότι αρχικά τα προγράμματα worm – και εν μέρει των ιών- βρίσκονται στο διάγραμμα του δικτύου πληροφορικής γενικά. Η συνεχιζόμενη αμφιθυμία μεταξύ ανώμαλων και φυσιολογικών λειτουργιών συνιστά μέρος του προβλήματος του ιού ακόμα και σήμερα. Τοιουτωτρόπως, τα ίδια τα προγράμματα μπορούν να ορίζονται ως χρήσιμα σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο και ως μη ωφέλιμα σε ένα άλλο, γεγονός το οποίο δεν έχει αλλάξει κατά τη διάρκεια της σύγχρονης ιστορίας του λογισμικού υπολογιστών.[48] Ομοίως, πολλά προγράμματα βασικών υπηρεσιών κοινής ωφελείας παρουσίαζαν για σειρά ετών ιογενή γνωρίσματα, ακόμη και αν συχνά τέτοιου είδους προγράμματα θα έπρέπε να φέρουν τη συγκατάθεση λειτουργείας του χρήστη.[49]

Φυσικά, μπορεί να υποστηριχθεί ότι τα εν λόγω προγράμματα συνιστολυσαν απλώς ήσσονος σημασίας πειράματα, μια σημασία η οποία δεν πρέπει να υπερεκτιμάται. Ωστόσο, καταδεικνύουν αρκετά γνωρισμάτα ενός νέου πρότυπου πληροφορικής και επιστημών γενικά. Στην επιστήμη των υπολογιστών οι ιδέες του κατανεμημένου προγραμματισμού και, αργότερα, των νευρικών δικτύων προγραμματισμού, για παράδειγμα, έμοιαζε να κερδίζει έδαφος, αποτελώντας αναπόσπαστο μέρος των νέων (μη γραμμικών) δεδομένων που σχετίζονται με την ψηφιακή κουλτούρα. Αυτό οφειλόταν στην αυξανόμενη πολυπλοκότητα των νέων δικτύων υπολογισμού και επικοινωνίας. Δεδομένου ότι οι υπολογιστές ήδη είχαν – από το 1970 – υπερβεί την εκπλήρωση λειτουργιών υπολογισμού μαθηματικών πράξεων και θεωρούνταν πλέον ως «πιο σύνθετα συστατικά συστήματα και λειτουργίες» τα οποία δεν ενσωματώθηκαν εξ’ αρχής -αλλά από «υποσυστήματα» και «πακέτα», η βασική ιδέα μιας δράσης ενσαρκώθηκε από το σχεδιασμό αλγορίθμων για την εκτέλεση μιας αποστολής και την επίτευξη ενός στόχου πέρασε στη διάσταση του παλιομοδίτικου. Η λύση δώθηκε μέσω της διανομής του σχεδιασμού η οποία υποστηρίζοντσν από τα περιβάλλοντα. [50]

Από μια γενεαλογική σκοπιά, ενδέχεται να ισχυρίζονται ότι, αυτό αποτελούσε μια συνέχεια στα προβλήματα είχε ήδη συναντήσει ο στρατός. Το όλο φάσμα της κυβερνητικής και ανθρωπομηχανικής αρμονίας θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μέρος της πολυπλοκότητας δομών της στρατιωτικής διοίκησης και ελέγχου για τις οποίες οι υπολογιστές συνισούσαν προϋπόθεση και σημαντική ελπίδα στο επίπεδο πρόθεσης για συμπλήρωση, ως εκπαιδειτικό μέσο, της βασικής εκπαίδευσης των στρατηγών, αξιωματικών και στρατιωτών.[51] Κατά αυτή την έννοια, οι εν λόγω οικολογίες δικτύου, δεν συνιστούν απλώς πολύπλοκα συστήματα με μια χροια αυτο-οργάνωσης, αλλά και σχεδιασμένα συστήματα, τα οποία αποσκοπούν στο να ελέγχουν την πολυπλοκότητα και η ανάδραση βρόγχων του συστήματος. Οι ιών και worms των ηλεκτρονικών υπολογιστών, καθώς και ο ηλεκτρονικός πολιτισμός εν γένει, έχει, τουλάχιστον εν μέρει, εκ προθέσεως κατασκευαστεί, αν και δεν θα μπορούσαμε να τους υποβιβάσουμε σε μια απλή ανθρώπινη επινόηση. Αντιθέτως, συνιστούν στο σύνολο της δομής τους μείγματα αυτο-οργάνωσης, με πολύ σταθερή και συνεκτική γραμμική κατασκευή, ενώ τα πολύπλοκα δαιδαλώδη υποσυστήματα τους αναπτύσσονται με ένα δυναμικό τρόπο.

Έτσι, εκτός από στρατιωτικούς σκοπούς, η (τεχνητή) ζωή (ή ακριβέστερα οι σχετικές επιστήμες, όπως η βιολογία) συνιστολυν μια άλλη όψη του ιστορικού πλαίσιου το οποίο αντιπροσωπεύουν. Επιπλέον, κατά τη διανομή προγραμματισμού, οι τεχνικοί νευρώνες του δικτυακού προγραμματισμού εισήχθησαν κατά το δεύτερο ήμισυ της δεκαετίας του 1980. Παρόλο που τα θέματα αυτά είχαν συζητηθεί χρόνια νωρίτερα, η πραγματική έκρηξη πραγματοποιήθηκε με την συγκαιριακή εκδήλωση ενδιαφέροντος για προγράμματα τα οποία θα διέθεταν ικανότητα εκμάθησης:

Παρόλο που, στην προαναφερθήσα έκρηξη ενδιαφέροντος, επέδρασαν πολλοί διαφορετικοί παράγοντες, είναι δεδομένο ότι η ανακάλυψη των αλγορίθμων επέτρεψε την υπόσταση των δικτυακών νευρώνων, οι οποίοι διέθεταν κρυμμένα στρώματα «εκμάθησης» λειτουργιών – εντολών, όπως για παράδειγμα η διαδικασία εκμάθησης του πως να επιτύχουμε μια συγκεκριμένη αποστολή είχε βαθιά επιρροή στις πρόσφατες τότε εξελίξεις στις δικτυακών νευρώνων. Η επιρροή αυτή ήταν τόσο μεγάλη, ώστε για πολλές νεοεισερχόμενες χώρες στον αντίστοιχο τομέα η έκφραση «δικτυακοί νευρώνες» συνδέονται με κάποιο είδος «εκμάθησης» […].[52]

Τέτοιες θεματικές της επιστήμης των υπολογιστών ανταποκρίνονται ικανοποιητικά στη γενική μετατόπιση της έμφασης κατανόησης της πληροφορίας από την κορυφή προς τη βάση στην κατανόηση της προς την αντίθετη φορά (από τη βάση προς την κορυφή). Αυτή η λογική διέπει την κατανομή συστήματων μάθησης και προσαρμογής, συμβάλλει στην καλύτερη απεικόνιση πειραμάτων που σχετίζονται με το shoch-hupp, και ίσως ακόμη και τον ιό creeper. Ενδιαφέρον παρουσιάζει δε, στα εν λόγω ρεύματα εξέλιξης των ιογενών προτύπων μάθησης η συνέχιση τους στο δρόμο κατά την αρχή της δεκαετίας του 1990, όταν δώθηκε μια νέα ώθηση. Στις αρχές της δεκαετίας 1990, επίσης, έγινε αντιληπτή ο πρώτος πολυμορφικός ιός, ο οποίος έμοιαζε να είναι σε θέση να εξελίσσεται ανάλογα με δράσεις του “αντιβιοτικού”.[53] Ακόμη, όπως για παράδειγμα διατείνεται ο Cohen, τα έμβια προγράμματα εμφάνιζαν σημάδια ζωής μόνον ως μέρος του περιβάλλοντός τους. Με άλλα λόγια, όπως και ο ίδιος είχε υποστηρίξει δέκα χρόνια νωρίτερα, ένα ζωντανό σύστημα απαρτίζονταν από ζώντα συστατικά, ενδυνάμει αναπαραγωγικά, ενώ δεν ήταν όλα τα συστατικά στοιχεία ζωντανά και αναπαραγωγικά.[54] Οι ιοί ως προσαρμόσιμα, αυτο-αναπαραγωγικά και εξελικτικά προγράμματα συνιστούσαν έτσι τουλάχιστον μέρος ενός έμβιου συνόλου, ακόμη και αν δεν πρόκειται για μορφές τεχνητής ζωής με την κυριολεκτική έννοια του όρου.[55] Αυτές ήταν οι καινούριες μαχανές του Darwin[56], σημείο αναφοράς της οντολογίας μιας νέας ψηφιακής κουλτούρας, ενσωματώνοντας τη βασική καπιταλιστική ψηφιακή ουτοπία των έξυπνων πράκτορων, των ημι-αυτόνομων προγραμμάτων. Τοιουτωτρόπως, διευκόλυναν τις πιέσεις προς τα (ά)τομα αυξάνοντας την εισροή παρεχόμενων πληροφοριών.[57] Πρόκειται για ευφυής παράγοντες, οι οποίοι μεριμνούν για τα συνήθη καθηκόντων του υπολογιστή σας ή διατρέχουν οι errands ως επιφυλάσσει εισιτηρίων, ώστε να ρυθμίζουν συνεδριάσεις, εύρεση κατάλληλων πληροφοριών στο Διαδίκτυο και ούτω καθ’ εξής. Σύμφωνα με την J. Macgregor Wise, η οποία με σύνεση αναφέρει, ότι οι αλλαγές στην κατανόηση της υπόστασης του οργανισμού, κατά την εποχή της ψηφιακής κουλτούρας»[58] και εδώ θα μπορούσαμε επίσης να τονίσουμε ότι τα προγράμματα αυτά πράγματι ήταν το αποκορύφωμα των βασικών δυνατοτήτων στο πλαίσιο της οντολογίας της ψηφιακής κουλτούρας. Αντιπροσωπεύουν μια νέα κατηγορία φορέων και λειτουργιών που κυκλοφορούν και διαχέονται σε όλα τα τεχνολογικά δίκτυα.

Ένας τρόπος να αντιληφθούμε αυτή την αλλαγή είναι να κάνουμε ένα παραλληλισμό με το kuhnian πρότυπο μετατόπισης, κατά το οποίο η «ζωής» δεν περιορίζεται πλέον, ως υπόσταση, σε ορισμένες χημικές ενώσεις άνθρακα, αλλά βασίζεται στην ύπαρξη συγκεκριμένων οργανισμών. Όπως δήλωσε ο Manuel Delanda, περίπου στις αρχές της δεκαετίας 1990, για τις τεχνητές ζωής εφαρμογές στο διάσταση της επιστήμης των υπολογιστών:

Κατά το διάστημα των τελευταίων τριάντα ετών ζήσαμε ένα παρόμοιο πρότυπο μετατόπιση στην επιστημονική έρευνα. Πιο συγκεκριμένα, μια προσήλωση που υπήρχε τους προηγούμενους αιώνες στα «συντηρητικά συστημάτα» (φυσικά συστήματα τα οποία, για όλους τους λόγους, απομονώνονταν από το περιβάλλον τους) ερμηνεύει τον τρόπο αντίληψης αναφορικά με τα περισσότερα συστήματα. Δηλαδή, να τα δούμε υπό το πρίσμα της φύσης που τα περιβάλλει, με αποτέλεσμα τα συστήματα αυτά να υπόκεινται στις ροές του θέματος και ενέργειας κινούμενα συνεχώς εν μέσω αυτών. Ένα τέτοιο, φαινομενικά, απλό πρότυπο μετατόπισης με τη σειρά του, μας επιτρέπει να διακρίνουμε φαινόμενα τα οποία, πριν από λίγες δεκαετίες, απορρίπτονταν, αν είχαν εντοπιστεί, τιτλοφορούμενα ως ανωμαλίες.[59]

Αυτό, επίσης, ισχύει και στην μετατόπιση της έμφασης από την αρχή πρόβλεψη σχετικά με την τεχνητή νοημοσύνη και τα αντίστοιχα παραδείγματα στον τομέα της πληροφορικής, διαπιστώνοντας ότι ο παράγοντας διασύνδεσης λειτουργεί ως η γόνιμη οδό η οποία θα πρέπει να ακολουθείται σε θέματα προγραμματισμού, όπως αναφέρεται ανωτέρω. Η πολυπλοκότητα και η διασύνδεση μετατράπηκαν σε λέξεις-κλειδιά στην ψηφιακή κουλτούρα κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980 και μετά. Οι μη γραμμικές διεργασίες της σκέψης και των ηλεκτρονικών υπολογιστών εξέφρασαν τις «νέες ιδέες της φύσης ως έναν υπολογιστή και των υπολογιστών ως μέρος της φύσης,»[60]: μη ελαττώσιμη στα αναλυτικά τμήματα αλλά αντιθέτως μια συνολικά αναδυόμενη λειτουργία. Συγκεκριμένα αυτό αποτυπώθηκε σε διαγράμματα της ψηφιακής οικολογίας ως εξάρτηση ολοένα και περισσότερο ιογενών υπολογιστών και ημι-αυτόνομων προγραμμάτων. Όπως ο Τόνι Sampson περιγράφει το νέο αυτό όραμα της ψηφιακής κουλτούρας χαραχτηριζόμενο από την καθολική επικράτηση Ιογενών Μηχανών:

Το ιογενές οικοσύστημα προσφέρει μια εναλλακτική εκδοχή στην ικανότητα των μηχανών να σκέφτονται, όπως προτεινει ο Neumann. Κλειδί για αυτό το σύστημα συνιστά ένας ακίνδυνος ιός, ο οποίος συμβαδίζει και αναπαρινστά την ηθική της ανοικτής κουλτούρας. Αξιοποιώντας και ανάγωντας τη βιολογική γνώση στα δεδομένα των ακίνδυνων ιογενών υπολογιστών και τον τρόπο αναπαραγωγής τους, προκειμένου να επιτύχει τους στόχους του, το πληροφοριακό περιβάλλον εξελίσσεται αντί να «σχεδιάζει κάθε βήμα της διαδρομής»‘ […] Το ιογενές οικοσυστήμα δείχνει πώς και σε ποιο βαθμό η διασπορά ιών μπορεί σχεδιασμένα να εξελίσσεται στη διάσταση των ηλεκτρονικών υπολογιστών, χρησιμοποιώντας το πλεονέκτημα της κοινής επεξεργασίας όλων διασυνδεμένων μηχανών. Οι πληροφορίες εισέρχονται στους διασυνδεμένους μεταξύ τους υπολογιστές, μολύνοντας και ένα πρόγραμμα αποκωδικοποιεί τις καταχωρήσεις του χρήστη. Ο ακίνδυνος ιός διέρχεται μέσω του κεντρικού υπολογιστή του δικτύου με τις όποιες πρόσθετες τροποποιήσεις έγιναν από τον φορέα του ιού.[61]

Συνεπώς, πλέον κανένα μοντέλο, είτε του Turing, είτε του «Neumann» ή οποιουδήποτε άλλου σχεδιαστή ως δημιουργός (demiurge, όπως χρησιμοποιείται στο γνωστικισμό) υπολογιστών ή/και προγραμμάτων λειτουργικού και λογισμικού, εκτός όπως πρόγονοί μιας μεταανθρώπινης (posthumanity) ψηφιακής κουλτούρας ιογενών οργανισμών. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η διατύπωση τέτοιων διευκρινήσεων, στις αρχές του 1990, ως απόπειρα προσδιορισμού του περιβάλλοντος της ιογενούς οικογλογίας της ψηφιακής κουλτούρας. Οι διαευκρινήσεις αυτές συμβαδίζουν μια σειρά άλλων στο επίπεδο του μεταανθρωπισμού και του αυτοματοποιημένου πολιτισμού των μέσων ενημέρωσης που διαμορφώνουν τη διάσταση της τεχνητής ζωής.[62] Η καθολική ιογενής μηχανή, επίσης, φαίνεται να ενσαρκώνει την οπτική και τις απόψεις που εισάγονται από τον Friedrich Κittler, ο οποίος αναφέρεται στην έννοια της μηχανικής υποκειμενικότητας όσον αφορά την ηλικία των “σκεπτόμενων” μηχανών: ο Κittler θεωρεί ότι, η μηχανική υποκειμενικότητα έλαβε υπόσταση μεσα από τη συνειδητοποίηση των, υπό συνθήκες, οδηγιών, ένα σύστημα γνωστό και ως η σύζευξη εάν/τότε σε προγράμματα κώδικα.[63] Αυτό σημαίνει ότι ένα πρόγραμμα μπορεί να διενεργεί αυτόνομα τη διαδικασία αλλαγής/τροποποίησης του τρόπου λειτουργίας του, από τη στιγμή που τίθεται σε λειτουργία. Στο σχήμα του Κittler, όταν πλέον δεν υφίσταται ανθρώπινη παρέμβαση στις δυνατότητες των υπολογιστών, στο προσκύνιο εισέχεται ένα νέο είδου Υποκειμενικότητα σχηματίζοντας μια αντίστοιχη μορφή κοινωνίας. Υπό αυτή την οπτική γωνία, μέσα από τη θεωρία που διατυπώνει, ο Cohen, σε ειρωνικό τόνο, αναφερόμενος στην δημοσιοποίηση του πρώτου κρούσματος προσβολής συστήματος από ιό, τον λεγόμενο Morris Worm (1988), διαπιστώνει ότι, στην πραγματικότητα, δεν αυτό το φαινόμενο δεν ήταν εκείνη την εποχή τίποτα παραπάνω από «Το (σύγχρονο) παγκόσμιο ρεκόρ υψηλής ταχύτητας υπολογισμού»[64]. Εν τέλη, μέσα από μια εκτενή περιγραφή, αποδεικνύει, τις δυνατοτήτες με τις οποίες είναι προικισμένη η ημι-αυτόνομη μηχανική οντότητα των προγράμματων των υπολογιστών, τα οποία στη διάσταση της πληροφοριακής ψηφιακής κουλτούρας , υπό συνθήκες δίνανται να εκτελούν διεργασίες, χωρίς να απαιτείται η παρέμβαση του ανθρώπινο στο κύκλωμα (αυτοματοποίηση). Αυτό το σκεπτικό εξελίσσεται αναφορικά με τη πιθανότητα το κύκλωμα να αποκλείει τον ανθρώπινο παράγοντα.

Οικολογία των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης: Ζωή και Εδαφοποίηση

Στο περιβάλλον της ψηφιακής κουλτούρας βρήκε πρόσφορο έδαφος μια νέα φυλή, λειτουργικών προγραμμάτων, στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές των δεκαετίών 1980 και 1990, έστω και αν αυτά τα προγράμματα συνιστούσαν απλώς μια πτυχή εκφράσεων του ηλεκτρονικού πολιτισμού, όπως διαμορφώθηκε μέσα από τάσεις και προσδοκίες, μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ατενίζοντας αυτά τα προγράμματα και τον αντίστοιχο ψηφιακό διαδικτυακό πολιτισμός, ως κομμάτι καινοτομιών οι οποίες οδήγησαν στο καινούριο πεδίο της τεχνητής ζωής, το φαινόμενο αυτό αναγνωρίζεται ως μία σημαντική προσπάθεια να χρησιμοποιηθεί η τεχνητή ζωή για την αποκωδικοποίηση νέων εννοιών, σκεπτικών και περιεχομένων της εποχής. Επιπλέον, ενδιαφέρον παρουσιάζουν παραδείγματα των δυνατοτήτων που διανοίγονται μέσα από τις γλώσσες προγραμματισμού και την κατασκευή της ψηφιακής αρχιτεκτονικής του δικτύου, η οποία δομείται από στοιχεία όπως πληροφορικές ίνες και προγράμματα worms. Τέτοιες κατασκευές μπορούν να θεωρηθούν ως προβολές, δείκτες ή συμπτώματα των ισχυρότερων πολιτιστικών τάσεων που σχετίζονται με (και πραγματεύονται την) κατανόηση της έμβιας υπόστασης των μέσων μαζικής ενημέρωσης, ο (αυτοματοποιημένος) πολιτισμός που παράγεται διαμέσου των δικτυωμένων ψηφιακών μέσων, και κατ’ επέκταση, η οικολογία του αντίστοιχου περιβάλλοντος (διάστασης) εντός του οποίου διαδραματίζεται, υπό τέτοια μορφή, η τεχνητή ζωή. Συγκεκριμένα, η σύνδεση και αλληλεπίδραση φύσης και βιολογίας, για την υλοποίηση της μέρους της ψηφιακής αρχιτεκτονική, λειτούργησε ως ακρογωνιαίος λίθος. Στη βάση τέτοιων θεμελίων στήνεται η οικολογία των ψηφιακών διαδικτυομένων πολυμέσων, ως μια κεντρική τάση. Σημείο τομή για τέτοιους συλλογισμούς και την επέκταση τους στάθηκε η πρωτοποριακή προσέγγιση και εργασία των Von Neumann, Wiener και άλλων πάνω σε αυτό το ζήτημα.

Από την άλλη πλευρά, αυτή η εισαγωγή αυτής της εννοιολογικής προοπτικής των μέσων μαζικής ενημέρωσης ως μια οικολογία, η οποία χρησιμοποιεί όρους όπως ζωή, ή τεχνολογικό δυναμικό, προτείνει εργαλεία προβλέποντας ένα τρόπο κατανόησης της πολυπλοκότητας, της διασύνδεσης και της ευελιξίας, ως παράγοντες που διαμορφώνουν τις προϋποθέσεις λειτουργίας του πυρήνα των σύγχρονων μέσων μαζικής ενημέρωσης. Κατά κάποιον τρόπο, το γεγονός αυτό τονίζει την ανάγκη εδαφικοποίησης και εφαρμογής των θεωριών περί ψηφιακής κουλτούρας στον κυβερνοχώρο (Wiener, Von Neumann), δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην έννοια “κυβερνοχώρος” (Μaturana, Varela, Luhmann, Βateson), οι οποίοι παρέχουν μια οπτική πρόσφορη για πιο λεπτή και πολυεπίπεδη κατανόηση των τεχνολογιών διασύνδεσης που εφαρμόζονται από τον σύγχρονο πολιτισμό. Τέτοια σχέδια και προσανατολισμοί τείθονται ως κύρια προτεραιότητα κατά την πραγματοποίηση της σύζευξης και συνδεσμού συστημάτων, περιβάλλοντος και των χαραχτηριστηκών αυτο-οργάνωσης μέσα από την οποία λειτουργεί αυτή η πολυπλοκότητα. Ως εκ τούτου, η οπτική υπό την οποία προσεγγίζεται το θέμα της οικολογίας από τον Gregory Βateson, προσδίδοντας στην έννοια της οικολογίας μια ερμηνεία ως η «μελέτη αλληλεπίδρασης και επιβίωσης ιδεών και προγραμμάτων (δηλαδή διαφορές, πολυεπίπεδες διαφοροποιήσεις, κ. λπ.) οι οποίες εντοπίζονται σε κυκλώματα»[65], στοιχείο που προτρέπει να δοθεί η πρωταρχική σημασία στην ζεύξη οργανισμών και περιβάλλοντος, αντιλαμβανόμενη (η σύζευξη) ως βασική μονάδα μέσα από την οποία λειτουργεί η εξέλιξη[66].

Ως οικολογία θα πρέπει να νοείται η αυτο-χορήγηση συστημάτων, ή διαδικασιών, οι οποίες χρησιμοποιούνται ως ερμηνευτηκά εργαλεία, προκειμένου να κατανοήσουμε τη λειτουργία του συστήματος, καθώς και εξηγήσεις στο γιατί δεν είναι εφικτή η απόσπαση μερικών μόνο στοιχείων από τη συνθετική συνεκτικότητα (χαραχτηρίζοντας ορισμένα στοιχεία, για παράδειγμα, ως ανώμαλα). Αντιθέτως, πρέπει να επικεντρωθούμε στην ερώτηση που θέτει ο Μaturana: «Πώς συμβεί κάτι τέτοιο, αφού ο οργανισμός έχει τέτοια δομή, ώστε να μπορεί να λειτουργεί ικανοποιητικά στο περιβάλον εντός του οποίου υφίσταται;»[67]. Με άλλα λόγια, η προσέγγιση τέτοιων συστήματων θα πρέπει να γίνεται με προσοχή τέτοια ώστε να επιτρέπει επίσης την αντίληψη και κατανόηση αυτού που ορίσαμε ως ψηφιακή κουλτούρα ως μια σειρά από ζεύξεις στις οποίες οι διάφοροι «μικροοργανισμοί» ή «εξαρτήματα», που τις απαρτίζουν, συμμετέχουν στην αυτοποίηση του γενικού συστήματος, η οποία, την περίπτωσή μας, συνθέτει την ψηφιακή κουλτούρα της δικτύωσης. Ως σύστημα αυτοποίησης ορίζεται ένα σύστημα αναπαραγωγής, το οποίο ως στόχο έχει τη διατήρηση ενότητας και συνοχής στην οργανωτική μορφή:

Η εν λόγω κυκλική οργάνωση συνθέτει ένα ομοιοστατικό σύστημα, του οποίου η λειτουργία συμπεριλανβάνει την παραγωγή και διατήρηση αυτής της ίδιας της κυκλικής οργάνωσης, προσδιορίζοντας τα κατασκευαστικά στοιχεία που αναφέρονται ως στοιχεία τα οποία εξασφαλίζουν τη σύνθεση ή τη συντήρηση. Επιπλέον, η εν λόγω κυκλική οργάνωση ορίζει ένα ζωντανό σύστημα ως μονάδα αλληλεπιδράσεων, η ύπαρξη και λειτουργία της οποίας θεωρείται κομβική, προκειμένου να διατηρηθεί η λειτουργία της μονάδας, ως ενότητα, ό,τι δεν εμπεριέχεται σε αυτή τη μονάδα θεωρείται, είναι έξω από αυτήν, ή δεν υφίσταται.[68]

Από αυτή την προοπτική, τα worms και οι ιοί των υπολογιστών δεν είναι τόσο ανώμαλα, τυχαία ή περιστασιακά εμφανιζόμενα στοιχεία σε (κλειστά) συστήματα τα οποία, υπό διαφορετικές συνθήκες, θα λειτουργούσαν χωρίς τριβές, μιας και έρχονται αντίθετα σε αντίθεση, ως κομμάτι της οικολογίας εντός της οποίας συνδυάζονται. Ναι, τέτοια προγράμματα συνιστούν συχνά πηγές θορύβου και στρέβλωση και μπορεί να στραφούν εναντίον των αρχών του δικτύου, αλλά πιο ουσιαστικά επαναλαμβάνουν τα θεμελιώδη στοιχεία από τα οποία απαρτίζεται η οικολογία δικτύου, τα οποία καθιστούν αποτελεσματική την αναπαραγωγής του. Φυσικά, αυτό αναφέρεται στο γεγονός ότι οι ιοί και τα worms δεν περιέχουν βλαπτικά λειτουργικά φορτία, ώστε να χαραχτηριστούν ως ιοί και worms. Ως εκ τούτου, θα πρέπει επίσης να εξετάζονται τέτοιου είδους φορείς σχετικά με το επίπεδο (μηχανικής) απόσπασης της οικολογικής τους συζεύξης μέσα από τη μεταφορά του διαχωρισμό από το ζωικό βασίλειο στη μηχανική της δικτύωσης.

Υπό την έννοια αυτή, η οικολογία του δίκτυου πρέπει να θεωρηθεί ως αποτελείται τόσο πραγματικών όσο και εικονικών στοιχείων, προκειμένου να απελευθερώσει μια ορισμένη δυναμική και το βραχυκύκλωμα της, συχνά υπερβολικά συντηρητικής εστίασης στην ομοιόσταση, όπως διαπιστώθηκε σε ορισμένες πτυχές των θεωρίες που αναφέρονται στα συστήματα. Όταν οι Μaturana και Varela, για παράδειγμα, τείνουν να υπογραμμίζουν ότι το κυκλικό σύστημα ομοιόστασης αυτο-περιβάλλει, χρησιμοποιώντας μια διαλεκτική που εισάγεται από του Guattari, η οποία πραγματεύεται την ύπαρξη μια συνεχής διαδικασίας ελέγχου και πειραματισμού των ορίων του οργανισμού. Αυτή η διαλεκτική μας διευκολύνει να δούμε ποιες είναι οι δυνητικές εικονική τάσεις αυτής της οικολογίας.[69] Υπό αυτή την έννοια, οι οικολογίες εντός των οποίων ενυπάρχουν τα μέσα ενημέρωσης δεν είναι απλά συστήματα τα οποία διανύουν τροχιά κενών επανάληψεων, αλλά συνάμα επηρεάζουν και τους φορείς ζωής, αναζητώντας και ελέγχοντας συνόρα και κατώτατα όρια.

Οι Ιοί και τα worms αναπαριστούν τάσεις στο πλαίσιο του παρόντος της μηχανικής οικολογίας της ψηφιακής κουλτούρας των τελευταίων δεκαετιών. Είναι μέρος της μηχανικής κατηγοριοποίησης (σε τεχνητά έμβια είδη) του δικτυακού πολιτισμού, η οποία μπορεί να εκληφθεί ως το επίπεδο ενδεχόμενων αλληλεπιδράσεων και συνδέσεων. Παραλληλίζεται με ένα αεροπλάνο, το οποίο έχει ορισμένες ιδιότητες κάτω από ορισμένες συνθήκες (εικονική πραγματικότητα). Τότε οι αντίστοιχα ορισμένες ειδικές πραγματοποιήσεις, ή απομονώσεις είναι δυνατό να συμβούν. Έτσι, υπολανθάνει πάντοτε η προοπτική της (μη γραμμικής) εξέλιξης σε μια τέτοια προσπάθεια κατανόηση της εικονικής πραγματικότητας. Η εικονική διάσταση, ως ένα αεροπλάνο σε δυναμικό περιβάλλον είναι κάτι που δεν υφίσταται πραγματικά (μολονότι εμφανίζεται πραγματικά) για να βρίσκεται εντός μιας συνεχής διαδικασίας ως γενόμενο. Όπως ακριβώς η φύση δεν μπορεί να αξιοποιηθεί ως κάτι πραγματικά «δεδομένο», τοιουτωτρόπως οι οικολογίες των μέσων μαζικής ενημέρωσης θα πρέπει να θεωρηθούν ως αεροπλάνα που παρέχουν, ως επαναφορτιζόμενα αποθεματικά, όπως σημειώνει ο Brian Μassumi περιγράφοντας περίπου το χαρακτήρα της εικονικότητας και την καθιστά αρμόδια για τη «διοχέτευση δυναμικού σε συνήθη πλαίσια», όπως «η φύση είναι κάτι “δεδομένο»», αλλά στην πραγματικότητα αντανακλά “την παροχή — του δυναμικού”[70]. Καθώς ο Μassumi εξελίσει τη σκέψη του, σε αυτό που υπό την ορολογία του Spinoza ορίζεται ως «φυσικό χαρακτηριστικό», όπου η φύση δεν μπορεί να υποβιβαστεί σε μια πραγματική ουσία, μια απλή εκτεταμένη και εξαντλήσιμη πηγή. Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να υπογραμμίσουμε το γεγονός ότι σε αυτή τη στάση της ενεργού δημιουργίας, η οικολογία των ΜΜΕ δεν μπορεί να θεωρηθεί ως στατική, αποτελούμενη από hylomorphic δομές αυτόνομων τεχνολογιών, αλλά ως δραστικές διαδικασίες δημιουργίας, ή ως χρήσιμο προσανατολισμό στον ορίζοντα, εντός του οποίου αναλογιζόμαστε τα μέσα μαζικής ενημέρωσης ως προϋπόθεση της ψηφιακής κουλτούρας.[71]

Εν ολίγοις, σχετικά με το όχημα της οικολογίας των μέσων μαζικής ενημέρωσης ως ένα συστήμα το οποίο επιβιώνει αυτόνομα, καθίσταται άτοπη η ονοματοποίηση ορισμένων στοιχείων ως «ανώμαλα», ως εξωτερικά στοιχεία του συστήματος, για κάθε στοιχείο, δίνεται από το εικονικό σύστημα (καθώς το ίδιο και η εικονικότητα του δεν μπορούν να εκληφθούν ως δεδομένα, αλλά υπό διαμόρφωση εφαρμοσμένες ιδέες). Αντίθετα, ο όρος «ανωμαλία», ως ένας εναλλακτικός ορισμός, συνιστά έναν ιδιαίτερο φορέα ορισμένων πτυχών των δυνατοτήτων τους σε αυτό το επίπεδο και δεν συμβολίζει απαραίτητα διαταραχές του συστήματος. Επιπλέον, συμβαδίζοντας με το πνεύμα της θεωρίας επικοινωνίας των Shannon και Weaver, οι οποίοι αναγνωρίζουν ότι ο θόρυβος είναι εσωτερικό στοιχείο σε οποιοδήποτε σύστημα επικοινωνίας, μπορεί να ειπωθεί ότι κάθε οικολογικό σύστημα των ΜΜΕ έχει το δικό του λευκό θορύβο, ουσιαστικό χαραχτηριστικό για κάθε λειτουργικό συστήμα. Μερικές φορές, φυσικά, ο θόρυβος μπορεί να γίνει υπερβολικά μεγάλος, γεγονός που καθιστά αναγκαία τη θέσπιση μιας αλλαγής και μετάβασης προς έναν άλλο αστερισμό.[72] Επίσης, ουσιαστικά, η φύση ενεργεί μέσω παρασίτησης και μετάδοσης. Η φύση καθίσταται στην πραγματικότητα αφύσικη στο πλαίσιο της διαρκούς μηχανικής προσαρμογής.

Από την άποψη του σχεδιασμού του έμφυτου στοιχείου, η φύση δεν έχει συσταθεί γύρω από μια έλλειψη, ούτε κατά την έναρξη ο άνθρωπος διαδραμάτιζε έναν υπερεξέχοντα ρόλο, αντίθετα, συνεχώς λειτουργεί ως ένα πρότυπο αυτοδημιουργικής διαδικασίας: «Αυτός είναι μόνος τρόπος μέσα από τον οποίο η φύση λειτουργεί – εναντία στον ίδιο της τον εαυτό.»[73] Αυτή είναι επίσης η οπτική η οποία συμφωνεί με την προαναφερθήσα ορολογία του Spinoza για την κατανόηση της ζωής, η οποία τη θεωρεί ως ένα επιτήδευμα: ως κινήσεις, παύσεις και εντάσεις εντός ενός συμμετρικού σχεδίου της φύσης (είτε ανφερόμαστε στην οικολογία των μέσων μαζικής ενημέρωσης, είτε σε οποιαδήποτε άλλη). Επομένως, η φύση δεν συντίθεται απλώς από μια συγκεκριμένη ουσία ή υπόμια μορφή, αλλά συνιστά δυναμικό αλληλεπιδρών σύστημα, συνδέοντας το έργο του Guattari, περί εικονικής οικολογίας, οικοσοφία: «πέρα από τις σχέσεις των εκφρασμένων δυνάμεων, η εικονική οικολογία δεν θα απλώς προσπάθεια να διατηρήθουν τα αδύναμα είδη της πολιτιστικής ζωής, αλλά εξίσου μια προσπάθεια να δημιουργούν οι αναγκαίες προϋποθέσεις για τη δημιουργία και ανάπτυξη των άνευ προηγουμένου σχηματισμών της Υποκειμενικότητας. Τέτοιες πρωτόγνωρες προϋποθέσεις, οι οποίες ποτέ, μέχρι στιγμής, δεν είχαν συλληφθεί ή διαιστανθεί.»[74] «Το ποσοτικό ήθος του πειράματος σε ένα έργο της οικοσοφίας, εντός του οποίου καλλιεργούνται «νέα συστήματα αξιοποίηση, μια νέα γεύση Ζωής.«[75]

Η οικολογία των ΜΜΕ, λοιπόν, δεν βασίζεται αποκλειστικά και μόνο σε τεχνικά ή κοινωνικά στοιχεία, για παράδειγμα, αλλά και σε ένα συνοθύλλευμα σχέσεων ανάμεσα σε ετερογενείς τομείς στα πλαίσια των οποίων ο συμπορευόμενος ρυθμός μιας τέτοιας οικολογία διαρκώς εξελίσσεται.[76] Ως τεχνικά εικονικά αντικείμενα (ή φορείς καθιέρωσης) έχουν συσχετιστεί με το τεχνικό περιβάλλον (υπό την έννοια ότι ο ιός αποτελεί μέρος του περιβάλλον της τεχνητής νόησης), οι τεχνικές λεπτομέρειες οι οποίες διέπονται από τα αποκαλούμενα ανθρώπινα στοιχεία του συστήματος, μας οδηγούν στην συνειδητοποιήση τις πολλαπλές συνδυασμών των οικολογιών, οι οποίες αποτελούνται από το συνδυασμό κοινωνικού, πολιτικού, οικονομικού, τεχνικού, απόκτησης τμημάτων κ.α.[77]. Επιπλέον, όπως κάποιοι επικριτές έχουν υπογραμμίσει, τα worms και οι ιοί που δρούν στους υπολογιστές δεν είναι συγκρίσιμα στοιχεία με τα βιολογικά φαινόμενα επειδή αποτελούν ένα μέρος μόνο του ψηφιακού κώδικα και προγραμματίζονται από τον άνθρωπο. Αντί της συμπεριλαμβάνοντας, μια τέτοια κοινωνική κατασκευαστική προοπτικών θα πρέπει, μάλλον, αντιληφθούμε πώς αυτό δείχνει ότι οι άνθρωποι (όπως αποκαλεί ο Κittler ως ανθρωπίνα όντα) τα οποία αποτελούν επίσης μέρος της οικολογίας των μέσων μαζικής ενημέρωσης: οι ανθρώποι ως μέρος της μηχανικής σύνθεσης, η οποία συνδέει και οργανώνει ανθρώπινα και μη ανθρώπινα στοιχεία σε λειτουργικά συστήματα. Υπό αυτή την έννοια θα ήταν μια ενδιαφέρον να αναλύσουμε πώς ιού-γραπτώς πρακτικές που συνδέονται με το γενικό φορέα της «ιογενής αυτοποίηση», το συμβιωτικό δίκτυο οικολογίας. Είτε, για να αναφέρουμε ένα άλλο παράδειγμα: πώς τα μέσα μαζικής ενημέρωσης τεχνολογικής λογική των worms και των ιών ταιριάζουν με τη λογική του δικτύου οργάνωσης, τη συλλογική προγραμματισμού και «σμηνών» όπως αναλύθηκε από τους Hardt και Negri.[78]

Οι διαταραγμένοι χώροι που απαρτίζουν το δίκτυο, όπως ο Tiziana Terranova αναφέρομενοι σε αυτά, υποστηρίζουν ότι το ιογενές λογισμικό, αλλά και στις ιδέες και επηρεάζει, είναι κατά συνέπεια, για να εκτελούν επικεφαλής και ρητά. Όσο για αναφορές όπως για παράδειγμα ότι «Το Διαδίκτυο δεν είναι τόσο ένα ενιαίο ηλεκτρονικό δίκτυο, όσο ένα χαοτικό ενημερωτικό περιβάλλον.» Κάτι τέτοιο συνάδει και με τη δική μου αντίληψη σχετικά με την έννοια της εικονικότητας που προβάλλεται μέσα από την οικολογία των μέσων μαζικής ενημέρωσης: οι οικολογίες των ΜΜΕ δεν απαρτίζονται από ομοιοστατικά δικτύα ή άκαμπτες δομές, αλλά μόνον από εν μέρει σταθερή συστήματα (multiplicities) με τη δυναμικότητα του αορίστου γενομένου. Συζητώντας στη διάσταση της βιολογικής πληροφορικής, ζήτημα το οποίο αναφέρεται στην αναδυόμενη από τα κάτω «εξουσία των μικρών»[79], ο Terranova σημειώνει ότι τα εν λόγω συστήματα δεν ακολουθούν οποιαδήποτε απλή μορφή αυτοποιητικής κυκλοφορίας της μηχανικής επανάληψης, μάλλον, «εξελίσσεται πάντα γινόμενο κάτι άλλο».[80] Αυτό το «κάτι άλλο» το οποίο καθίσταται στο επίκεντρο της μηχανικής κατηγοριοποίησης αφορά το ερώτημα του τι πρέπει να ενσωματωθεί ως μέρος της μιας οικολογίας για την κατανόηση των μέσων ενημέρωσης καθώς και: Δεν έχουμε να κάνουμε με άκαμπτες δομές ή εφαρμογή εκτιθέμενων ιδέων, αλλά με πιθανές τάσεις οι οποίες καλλιεργούνται και δοκιμάζονται κατόπιν προκειμένου να δημιουργηθούν εναλλακτικές εξελίξεις στον ψηφιακό δίκτυο πολιτισμό.

Σημειώσεις:
—————

[1] Humberto R. Maturana και Francisco J. Varela: Αυτοποίηση και Νοημοσύνη. Η αντίληψη των συνθηκών διαβίωσης, Dordrecht και London: D. Reidel, 1980, p.6.

[2] Katie Hafner & John Markoff. Cyberpunk: Outlaws and Hackers on the Computer Frontier. London: Fourth Estate, 1991, p.254.

[3] Douglas Rushkoff. Media Virus!, New York: Ballantine Books, 1996, p.247.

[4] Αναφορικά με τους ιούς του καπιταλισμού και των υπολογιστών, δείτε Jussi Parikka. «Digital Monsters, Binary Aliens – Computer Viruses, Capitalism and the Flow of Information.» Fibreculture, issue 4, Contagion and Diseases of Information, edited by Andrew Goffey, http://journal.fibreculture.org/issue4/issue4_parikka.html.

[5] Deborah Lupton. «Panic Computing: The Viral Metaphor and Computer Technology.» Cultural Studies, vol. 8 (3), October 1994, p. 566.

[6] «Επιστήμη: Ίσως οι ιοί συνιστούν σύνδεσμο με ζωή” SunHerald, Μάιος 12, 2004, http://www.sunherald.com/mld/sunherald/news/nation/8649890.htm.

[7] Δείτε Bruno Latour. Ποτέ δεν έχουμε υπάρξει μοντέρνοι. Νέα Υόρκη και Λονδίνο: Harvester Wheatsheaf, 1993

[8] Επιπροσθέτως με τις προοπτικές που προβάλλονται από π.χ., τους Friedrich Kittler και Paul Virilio, δείτε π.χ., Stephen Pfohl. «Το Κυβερνητικό Ντελίριο του Norbert Wiener.» CTheory 1/30/1997, http://www.ctheory.net/text_file.asp?pick=86. Δείτε επίσης Paul E. Edwards. Ο Κλειστός Κόσμος. Ηλεκτρονικοί Υπολογιστές και Πολιτική του Λόγου στον Ψυχρό Πόλεμο της Αμερικής Cambridge & London: The MIT Press, 1996.

[9] Δείτε Pierre Sonigo & Isabelle Stengers. L’Évolution. Les Ulis: EDP Sciences, 2003, 149. Η προσσέγγιση του οικοσυστήματος των μέσων μαζικής ενημέρωσης συνδέεται συνήθως με αναλύσεις των Marshall McLuhan (βλ. στμ), Neil Postman καθώς και την επονομαζόμενη Σχολή του Toronto. Αναφορικά με μια κριτική αξιολόγηση κάποιων ζητημάτων ευάμιλων με το οικοσύστημα των μέσων μαζικής ενημέρωσης δείτε Ursula K. Heise. «Μη Φυσικά Οικοσυστήματα: Η Μεταφορά του Περιβάλλοντος στη Θεωρεία των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης.» Configurations, Vol. 10, issue 1, Winter 2002, pp. 149-168. Δείτε επίσης Matthew Fuller’s το πρόσφατο βιβλίο Οι κοσυστήματα των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης: Υλικές Ενέργειες στην Τέχνη και τον Τεχνοπολιτισμό. Cambridge, MA: MIT Press, 2005. Ο Fuller διακρίνει τρία σκέλη στην οικολογία των μέσων μαζικής ενημέρωσης: 1) την οργανωτική κατανόηση της οικολογίας της πληροφοριοποίησης στους χώρους εργασίας, κλπ., 2) τα περιβαλλοντολογικά οικοσυστήματα των μέσων μαζικής ενημέρωσης, όπως π.χ. των McLuhan, Lewis Mumford, Harold Innis, Walter Ong και Jacques Ellul, οι οποίοι δίνουν έμφαση σε βιολογικά φαινόμενα όπως η ομοιόσταση και η ισορροπία, και 3) υπολογισμοί του μεταδομισμού (poststructuralist) της οικολογίας των μέσων μαζικής ενημέρωσης, π.χ. από τους N. Katherine Hayles και Friedrich Kittler, μια προσέγγιση η οποία μπορεί να θεωρηθεί ότι δίνει έμφαση σε μια πολύ ανθρωπιστική πλευρά της δεύτερης κατηγορίας. Ο Fuller επιπροσθέτει (σ. 3-5.) σε κάτι το οποίο ήδη έχει τονιστεί από τον Félix Guattari αναφορικά με τον πειραματισμό και τη σχολαστικότητα ως βασικά στοιχεία του σχεδίου του, κάτι που θεωρώ ως πολύ αξιόλογο προσανατολισμό, καθώς συνεισφέρει σε σημαντικό βαθμό ως συμπλήρωση προοπτικών που δίνονται π.χ. από τον Kittler του.

[10] Δείτε Gilles Deleuze. Spinoza: Πρακτική Φιλοσοφία. Μετάφ. Robert Hurley. San Francisco: City Lights Books, 1988, p. 123.

[11] Δείτε Eugene Thacker. «Βιοθεωρεία/βιοφιλοσοφία για τον 210 Αιώνα.” CTheory 9/6/2005, http://www.ctheory.net/articles.aspx?id=472. Επιπροσθέτως, εντόπισα έννοιες που εισάγει ο Alex Galloway αναφορικά με έννοιες της protocological φύσης των ιών παρόμοια με γενεαλογικούς σημείο μου. Οι ιοί δρουν ως παράγοντες οι οποίοι επωφελούνται από το αρχιτεκτονικό, ωστόσο η εμβέλεια των φορέων τους υπερβαίνει τα προκαθορισμένα όρια. Βλ. Alexander Galloway. Πρωτόκολλο. Η επαναπροσαρμογή του Ελέγχου μετά την Αποκέντρωση. Cambridge, MA & London: The MIT Press, 2004, p.186.

[12] Fred Cohen. «Ιοί Ηλεκτρονικών Υπολογιστών – Θεωρεία και Πειράματα”. DOD/NBS 7ο Συνένδριο Σχετικά με την Ασφάλεια των Ηλεκτρονικών Υπολογιστών, originally appearing in IFIP-sec, 1984, Online: http://www.all.net/books/virus/index.html.

[13] Thierry Breton & Denis Beneich. Softwar. Paris: Robert Laffont 1985.

[14] Cohen, «Ιοί Ηλεκτρονικών Υπολογιστών – Θεωρεία και Πειράματα.”

[15] Rudy Rucker, R.U. Sirius & Queen Mu (eds.). Mondo 2000. A User’s Guide to the New Edge. London: Thames & Hudson, 1993, p.276. Η αναφορά του πεντάγωνου για το έτος 1984 «Οι στρατηγικές των ηλεκκτρονικών υπολογιστών», στόχευε στη γεφύρωση του “χάσματος λογισμικού” με την Ιαπωνία και θεμελιώθηκε στις ιδέες των αυτόνομων μηχανών επίθεσης και τα οράματα των ηλεκτρονικών μαχών λογισμικού της δεκαετίας του 1990. Manuel DeLanda. Ο Πόλεμος Στην Εποχή Των Έξυπνων Μηχανων. Νέα Υόρκη: Zone Books, 1991, pp.169-170.

[16] Δείτε Tony Sampson. «Ένας Ιός στην Πληροφοριακή διάσταση.” M/C:Ένα Οδοιπορικό στα Μάσα Μαζικής Ενημέρωσης και τον Πολιτισμό, 2004, http://journal.media-culture.org.au/0406/07_Sampson.php. Η προσέγγιση μέσα από το έργο του Cohen συχνά δεν λαμβάνονταν υπόψη θεωρώντας ότι δεν εντοπίζει μια πραγματική απειλή. Αρκετοί από τους σχολιαστές ήταν πολύ επιφυλακτικοί για το ενδεχόμενο μιας ευρείας κλίμακας διάδοση αυτών των προγραμμάτων. Αυτοί θεωρούσαν τις δοκιμές του Cohen ως επικίνδυνες, με την έννοια ότι με την δημοσίευση του έργου του θα διαδοθούν οι γνώσεις που απαιτούνται για τη δημιουργία ιών.

[17] Fred Cohen. «Ιοί Ηλεκτρονικών Υπολογιστών.» Διατριβή η οποία παρουσιάστηκε στο Πανεπιστήμιο της Νότιας Καλιφόρνιας, Δεκέμβριος 1986, p. 12.

[18] Cohen, «Ιοί Ηλεκτρονικών Υπολογιστών,» p. 25.

[19] Αυτό σήμανε τον εντοπισμό προβλημάτων μεταβατικότητας, κατά τη ροή πληροφοριών, και σε γενικές γραμμές, στη τάση ανταλλαγής και δικτύωσης. Ακόμη και αν επιλεχθεί η απομόνωση για προστασία και απόλυτη ασφάλεια από ιούς και άλλα προβλήματα του δικτύου, αυτό δεν ήταν μια εφικτή επιλογή σε έναν κόσμο που εξαρτάται όλο και περισσότερο από την ομαλή ροή των πληροφοριών, ως τελικό προϊόν του καπιταλισμού. Η μεταβατικότητα των πληροφοριών σημαίνει ότι κάθε ροή πληροφοριών από το Α στο Β και από το Β στο Γ σημαίνει επίσης έναν απευθείας σύνδεσμο από το Α έως Γ. Κατά συνέπεια, συνιστά ουσιαστικά ένα «ανοιχτό» σύστημα χρηματικών ροών (όπου το «άνοιγμα» του συστήματος, ωστόσο, εξαρτάται από τη λογική των σημείων). Το μοντέλο του διαχωρισμού διτυπώθηκε ως το στοιχειώδες όριο σε αυτή τη ροή, το κλείσιμο ενός συστήματος σε υποσύνολα, και κατά συνέπεια περιορίζει την ελεύθερη ροή των πληροφοριών. Ο Cohen παραθέτει το μοντέλο ασφαλείας Bell-LaPadula (1973) και την αρτιότητα του υποδείγματος Biba (1977) ως πολιτικές οι οποίες «διαχωρίζουν τα συστήματα σε κλειστά υπό μεταβατικότητα υποσύνολα.» Αυτά τα μοντέλα που ασχολούνται με τον έλεγχο ροής πληροφοριών ήταν από τις πρώτες τεχνικές παραδείγματα ασφάλειας υπολογιστών. Βλ. Cohen, «ιοί ηλεκτρονικών υπολογιστών, σελ. 84. «Είναι σαφές ότι, αν δεν υπάρχει κοινή χρήση, δεν μπορεί να υπάρξει διάδοση των πληροφοριών ανάμεσα στα υποκείμενα, και ένας ιός δεν μπορεί να εξαπλωθεί.”

[20] Cohen, «Ιοί ηλεκτρονικών υπολογιστών,» pp.13-14.

[21] Mark A. Ludwig. Ιοί Ηλεκτρονικών Υπολογιστών, Τεχνητή Ζωή και Εξέλιξη. Tucson, Arizona: American Eagle Publications, 1993, p.22.

[22] Chris Langton. «Τεχνητή Ζωή.» Στο: Τεχνητή Ζωή. Τα Πρακτικά Ενός Διεπιστημονικού Εργαστήριου για την Σύνθεση και Προσομοίωση των Ζωντανών Συστημάτων. Held September, 1987 στο Los Alamos, New Mexico. Εκδόθηκε από τον Christopher G. Langton. Redwood City, CA: Addison Wesley, 1989, 2. Δείτε επίσης Claus Emmeche. Ο Κήπος στη Μηχανή. Οι αναδυόμενες επιστήμες της τεχνητής ζωής. Princeton: Princeton University Press, 1994. Christopher G. Langton (ed). Τεχνητή Ζωή. Μια ανασκόπηση. Cambridge & London: The MIT Press, 1997.

[23] Richard Dawkins. Το εγωιστικό γονίδιο. Oxford: Oxford University Press, 1977, p. 206.

[24] Tierra ιστοσελίδα http://www.his.atr.jp/~ray/tierra/

[25] Cohen, «Ιοί Ηλεκτρονικών Υπολογιστών,» pp.52-53.

[26] Belinda Barnet. «Τεχνολογικές Μηχανές και Εξέλιξη.» CTheory 3/16/2004, http://www.ctheory.net/text_file.asp?pick=414. Η Barnet αναπαριστά στο δοκίμιό της «Τεχνική Μηχανές και Εξέλιξη» το ζήτημα της τεχνολογικής εξέλιξης και της ζωής με τη βοήθεια των Bernard Stiegler, Niles Eldredge, André Leroi-Gourhan και Félix Guattari, μεταξύ άλλων. Η Barnet υποστηρίζει μια δυναμική προοπτική της τεχνολογίας. Με άλλα λόγια, η Barnet φαίνεται να είναι αποφασισμένη να βρει εναλλακτικές λύσεις για μια πιο παραδοσιακή πολιτιστική μελέτη προκειμένου να συνβάλλει στην κατανόηση της τεχνολογίας, η οποία μειώνει τη δυναμική της για προθέσεις, προβολές και ομιλίες ανθρώπινης προέλευσης.

[27] Gilles Deleuze & Félix Guattari. A Thousand Plateaus. Capitalism and Schizophrenia. Minneapolis & London: University of Minnesota Press, 1987, p. 330.

[28] Paul Bains. «Subjectless subjectivities.» In: A Shock to Thought. Expression After Deleuze and Guattari, edited by Brian Massumi. London & New York: Routledge, 2002, pp. 101-116. Andrew Murphie & John Potts. Culture & Technology. New York: Palgrave Macmillan, 2003, pp.30-35. This way of thinking about media ecologies could also be called eco-ethology, which underlines the connected nature of the world, applicable not only to biological phenomena but to media technological environments of connection as well. In this view, the being of an entity is only because of a world for which the entity is — an affirmation of a certain theme of immanence that Isabelle Stengers sees flowing from the Stoics to Spinoza, Leibniz and Whitehead and on from Marx to Deleuze. Sonigo & Stengers, pp.134-144.

[29] Cohen, «Ιοί Ηλεκτρονικών Υπολογιστών,» p.222.

[30] See Ludwig. Cf. Eugene H. Spafford. «Computer Viruses as Artificial Life.» In: Artificial Life. An Overview, edited by Christopher G. Langton. Cambridge & London: The MIT Press, 1997.

[31] Cohen, «Ιοί Ηλεκτρονικών Υπολογιστών» 12.

[32] Δείτε Bains.

[33] Η ιδέα των μιμιδίων ως μηχανές πολιτιστικής αναπαραγωγής θα μπορούσε να παρέχει ένα γόνιμο τρόπο κατανόησης της αφαιρετικής μηχανής πολιτισμού του δικτύου Δείτε Fuller, 111-117.

[34] Maturana and Varela, p.xxvii. Cf. Maturana and Varela, p. 9.

[35] William Aspray. John von Neumann and the Origins of Modern Computing. Cambridge, MA.: The MIT Press, 1990, p.189.

[36] Aspray, pp.202-203.

[37] Steve J. Heims. John von Neumann and Norbert Wiener. Από Μαθηματικά στις Τεχνολογίες Ζωής και Θανάτου. Cambridge, Massachusetts: The MIT Press, 1980, pp. 204-205, 212. Aptly, οι αρχικές εφαρμογές των «προγράμματων-βακτήριων» σε μεγάλα συστήματα υπολογιστών εντάσσεται στις παλαιότερες μορφές απειλές στον προγραμματισμό. Αν και δεν συνιστούν ρητά πρόκληση βλάβης, όμως έχουν ως σκοπό να αναπαράγονται εκθετικά, γεγονός που θα μπορούσε να «φράξει» τη χωρητικότητα επεξεργαστή, μνήμη και χώρο στο δίσκο του υπολογιστή.Thomas R. Peltier. «Η Απειλή του Ιού». Computer Fraud & Security Bulletin. June 1993, pp. 13-19.

[38] Cf. Heims.

[39] Heims, p. 325.

[40] Aspray, p.191.

[41] Σχετικά με αυτό το θέμα δείτε Nancy Forbes. Απομιμήσεις της Ζωλης: πώς η βιολογία συνιστά έναν εμπνευσμένο υπολογισμό. Cambridge MA: The MIT Press, 2004. Cf. Tiziana Terranova. Διαδικτυακός Πολιτισμός: Πολιτικές στην Εποχή της Πληροφορίας. London: Pluto Press, 2004, 98-130.

[42] Félix Guattari. Chaosmosis: An Ethico-Aesthetic Paradigm. Sydney: Power Publications, 1995.

[43] Félix Guattari. The Three Ecologies. London: The Athlone Press, 2000, p. 61.

[44] Hafner & Markoff, p.280. Allan Lundell. Ιός! Ο Μυστικός Κόσμος των Ηλεκτρονικών Επιδρομικών Φυλών και Καταστροφής. Chicago & New York: Contemporary Books, 1989, p.21. Σύμφωνα με τον Lundell, ο ιός Creeper ήταν ένας ιός που διέφυγε και σχεδιάστηκε ένα ειδικό πρόγραμμα Reaper για την εκκαθάριση του διαδικτύου από ιούς Creeper.

[45] John F. Shoch & Jon Hupp. A. «Τα προγράμματα ‘worm’ — Οι πρώιμες εμπειρίες στη διανομή υπολογισμών.» Επικοινωνίες της ACM, Vol.25, issue 3, March 1982, p.175.

[46] Shoch & Hupp, pp. 176-178.

[47] Robert E. Kahn. «Δίκτυα για Αναβαθμισμένο Προγραμματισμό.» Επιστημη Αμερικής 10/1987. Για την ιστορία μεταγωγής υπό μορφή πακέτου, δείτε Janet Abbate. Διερευνώντας το Διαδίκτυο, MA & London, England: The MIT Press, 2000, pp. 27-41. Ο Matthew Fuller εισάγει, ωστόσο, μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα οπτική όταν υπογραμμίζει την ιεραχική φύση των τεχνικών που σχετίζονται με τη μεταγωγή υπό μορφή πακέτου: ακόμη και αν υπολανθάνει η αυτο-οργάνωση, ταυτόχρονα καθίσταται ελεγχόμενη από πρωτόκολλα και άλλες κοινωνικο-τεχνικές διαστάσεις.even though it connotates self-organisation, it is at the same time controlled by protocols and other socio-technical dimensions. Fuller, 128-129. Ανατρέξτε επίσης στον Galloway.

[48] Cf. David Harley, Robert Slade & Urs Gattiker. Σχετικά με τους Ιούς: Κατανοώντας και μετρώντας το Επικίνδυνο Λογισμικό. Νέα Υόρκη: Osborne/McGraw-Hill, 2001, p.189. Στο “Σχετικά με τους Ιούς” δίνεται έμφαση στο γεγονός ότι ακόμη και αν το πρόγραμμα Shoch-Hupp-worm ήταν ένα πρόγραμμα αναπαραγωγής worm, δεν διατίθονται κάποιες προϋποθέσεις ασφάλειας, ούτε απόκρυψης. Ibid., p. 21. Συχνά οι ερευνητές προστατευτικών προγραμμάτων από ιούς τονίζουν ότι, ακόμη και οι καλοπροαίρετοι ιοί είναι επιζήμιοι δεδομένου ότι με το που μολύνουν τους υπολογιστές, εκτρέπουν και ακινητοποιούν τους πόρων (μνήμη) τους από την κανονική λειτουργία του συστήματος.

[49] Spafford. «Computer Viruses as Artificial Life», p. 263. Spafford’s text, originally from early 1990s, provides in general a useful discussion concerning the aliveness of computer viruses.

[50] Terry Winograd. «Πέρα από τις Γλώσσες Προγραμματισμού.» Επικοινωνίες για το ACM, vol. 22, 7 / Ιούλιος 1979, pp. 391-401. Jerome A. Feldman. «Υψηλό Επίπεδο Προγραμματισμού για Διανομή Υπολογισμού.» Επικοινωνίες για το ACM, vol. 22, 6 / Ιούνιος 1979, pp.353-368.

[51] Δείτε Heims 1980, 313-314.

[52] Jorge M. Barreto. «Νευρολογικό Δίκτυο Μάθησης: Ένα Νέο Πρότυπο Προγραμματισμού;» Διαδικασίες του 1990 ACM SIGBDP διάσκεψη σχετικά με τις Tάσεις και Kατευθύνσεις στα εξειδικευμένα συστήματα, Νέα Υόρκη: ACM Press, p.434.

[53] Επιπροσθέτως, όπως έδειξε ο Mark Ludwig (47), οι εν λόγω αυτο-αλλάγής των ιών ήταν απλώς η εικόνα της δυνατότητα τους να συγκαλύπτονται, αλλά δεν πρόκειται ακριβώς για μετάλαξη ή εξέλιξη.

[54] Frederick B. Cohen. Είναι Ζωντανό! Η Νέα Φυλή Συνθηκών Διαβίωσης Προγραμμάτων των Ηλεκτρονικών Υπολογιστών. Νέα Υόρκη: John Wiley & Sons, 1994, p.21.

[55] Cf. Ludwig. Δείτε επίσης Spafford.

[56] Cf. Simon Penny. «The Darwin Machine.» Telepolis 09.07.1996, http://www.heise.de/tp/r4/artikel/6/6049/1.html.

[57] See Nicholas Negroponte. Being Digital. London: Hodder & Stoughton, 1995, pp. 149-159.

[58] Wise J. Macgregor. Exploring Technology and Social Space. Thousand Oaks: Sage, 1997, pp.150-157.

[59] Manuel DeLanda. «Nonorganic Life.» In: Incorporations, edited by Jonathan Crary and Sanford Kwinter. New York: Zone Books, 1992, p. 129. In relation to this theme of non-organic life, see DeLanda’s analyses of the computational mechanosphere in War in the Age of Intelligent Machines, pp.120-178.

[60] Sherry Turkle. Life On the Screen: Identity in the Age of Internet. London: Weidenfeld & Nicolson, 1996, p. 136.

[61] Sampson, «Ένας Ιός στη Διάσταση της Πληροφορίας.»

[62] Ο Cf. N. Katherine Hayles χαρτογραφεί τη διαλεκτική του μεταανθρωπισμού σχετικά με το πώς διαμορφώθηκε και εγκαθιδρύθηκε ως τέτοιος (posthuman): Φορείς Ιών στον Κυβερνοχώρο, τη Λογοτεχνίας και την Πληροφορική. . Σικάγο IL: University of Chicago Press, 1999.

[63] Friedrich Kittler. Gramophone, Film, Typewriter. Stanford CA: Stanford University Press, 1999, p. 258.

[64] Steven Levy. Τεχνητή Ζωή. Μια Έκθεση Σημείων Επαφής των Πεδίων Πληροφορικής και Βιολογία. New York: Vintage Books, 1993, p. 324.

[65] Gregory Bateson. Βήματα για μια Οικολογία του Μυαλού. New York: Ballantine Books, 1972, p.483.

[66] Ο Lynn Margulis είναι ένας ακόμα πρωτοπόρος στο κομμάτι αυτής της κατεύθηνσης σκέψης περί συμβιωτικής εξέλιξης.

[67] Maturana και Varela, p. xvi.

[68] Maturana and Varela, p. 9. Οι Maturana και Varela ορίζουν τη μηχανή αυτοποίησης ως εξής: “Μια μηχανή η οποία έχει οργανωθεί (ορισμένη ως ολότητα) ως ένα δίκτυο διαδικασιών παραγωγής, μετατροπής και καταστροφής των κατασκευαστικών υποσυνόλων που λειτουργούν παράγουντας στοιχεία τα οποία (i) μέσω αλληλεπιδράσεων και μετατροπών αναγεννιούνται και υλοποιούν δίκτυα ή διαδικασίες (σχέσεις), οι οποίες τα παράγουν· και (ii) αποτελούν, ως συγκεκριμένο κομμάτι ενότητας εντός του περιβάλλοντος στο οποίο υπάρχουν, οριοθετώντας το απαραίτητο πεδίο για την πραγματοποίηση τους ως τέτοια δίκτυα.» (p.135)

[69] Δείτε Guattari. Chaosmosis, pp. 37, 91-93.

[70] Δείτε Brian Massumi. Παραβολές για το Ιογενές: Κυκλοφορία, Επηρροή, Αισθητικότητα. Durham & London: Duke University Press, 2002, p. 237.

[71] Δείτε Elisabeth Grosz. «Στοχαζόμενοι το καινούριο: Από το Μέλλον που Ακόμη δεν Έχει Γίνει Αντιληπτό” στο: Elisabeth Grosz (ed.): Γενόμενα. Εξερευνήσεις στο Χρόνο, τη Μνήμη και το Μέλλον. Ithaca & London: Cornell University Press,1999, pp. 15-28. για τις μηχανικές κατηγορίες, δείτε Manuel DeLanda. «οι Μηχανικές Κατηγορίες.» V2, 1997, Στο διαδίκτυο στην ιστοσελίδα http://framework.v2.nl/archive/archive/node/text/default.xslt/nodenr -70071. Δείτε επίσης Fuller 17-20.

[72] Δείτε Michel Serres. Οι Παραβολές. Baltimore & London.: The Johns Hopkins University Press, 1982.

[73] Deleuze & Guattari. A Thousand Plateaus, pp.241-242. Φυσικά, ενυπάρχουν ανώμαλοι οργανισμοί, σε κάθε περιβάλλον, υπό την έννοια της δινιτικά επιβλαβούς λειτουργίας, για την ίδια την ύπαρξη του περιβάλλοντος από το οποίο υποστηρίζονται — έχουμε παραδείγματα τέτοιων προγραμμάτων. Για παράδειγμα ο ιός Leligh (1987) ήταν πράγματι πολύ καταστροφικός, αφού δεν επέτρεψε πιθανότητες της ίδιας του της διάδοσης πέρα από το σύστημα υπολογιστών του πανεπιστημίου, όπου αρχικά είχε διαπιστωθεί. Όμως, κάτι τέτοιο αναπαριστά απλώς τη δομική λειτουργία των ιών.

[74] Guattari. Chaosmosis, p. 91.

[75] Ibid., p. 92. Ο Guattari δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην αισθητική των μηχανών σε αυτή την καλλιέργεια μιας οικονικής οικολογίας. Συνεπώς, τα χαραχτηριστηκά της οικολογικής ανάλυσης θα μπορούσαν να συνδέονται με ζητήματα τακτικής που ακολουθούν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και μέσων τέχνης. Cf. Galloway, p. 175-238.

[76] Δείτε Guattari. Τρείς Οικολογίες. Δείτε επίσης Chaosmosis, pp. 39-40.

[77] Οι εκτιμήσεις κοινωνικών και ψυχικών σχεδιασμών έχουν επίσης πραγματωθεί αλληλένδετα με τη διαδρομή της οικολογίας των μέσων μαζικής ενημέρωσης της καθολικής ιογενούς μηχάνης όπως αναλύθηκε ανωτέρω. Με άλλα λόγια, ενώ υποστηρίζω την σπουδαιότητα των ιών και worms για την κατανόηση αυτής οικολογία, σε πιο επίσημο επιπέδο, επιστήμονες και ερευνητές θα πρέπει να διατυπώσουν ιδέες αναφορικά με τους «πληροφορικούς ιούς ως μορφή τεχνητής ζωής» ή «ακίνδυνων ιών» έχουν θεωρηθεί ως ανεύθυνοι. Tony Sampson. «Η Κακή Ιδέα του Dr Aycock’s: Συνιστά η Καλή χρήση των Ιών του Υπολογιστή μια Κακή Ιδέα;» M/C Journal 8.1 (2005). 20 Jun. 2005 http://journal.media-culture.org.au/0502/02-sampson.php.

[78] Michael Hardt and Antonio Negri. Πολλαπλότητα: Ο Πόλεμος και η Δημοκρατία στην Εποχή της Αυτοκρατορίας. New York: The Penguin Press, 2004, p.91-93, 340. Cf. Parikka.

[79] Terranova, p. 103.

[80] Ibid.

——————–

Διπλωματούχος φιλοσοφίας ο Jussi Parikka είναι ένας ερευνητής στο Πανεπιστήμιο της Φινλανδίας. Ολοκληρώνει το διδακτορικό του πραγματευόμενος την πολιτιστική και ιστορική εξέλιξη των worms και ιών του υπολογιστή. Επιπλέον, είναι συνεπιμέλητής βιβλίων στα μέσα ενημέρωσης αρχαιολογίας, και μέσα μαζικής ενημέρωσης θεωρία, καθώς και σχετικά με την πολιτιστική θεωρία των σκουπιδιών και άλλων ανώμαλων αντικειμένων της ψηφιακής κουλτούρας. Ιστοσελίδα: http://users.utu.fi/juspar.

Ο συγγραφέας θέλει να ευχαριστήσει θερμά τους Matthew Fuller, Milla Tiainen, Pasi Väliaho, όπως επίσης και τους ανώνυμους αναγνώστες καθώς και τους συντάκτες του CTheory για την προσοχή, τις συμβουλές και τα σχόλια τους. TIESU-project (http://www.hum.utu.fi/historia/kh/tiesu/) αν επιθυμείτε να συνεισφέρετε οικονομικά.

Ημερομηνία Δημοσίευσης: 12/15/2005
Πηγή: http://www.ctheory.net/articles.aspx?id=500

 

Σημειώσεις του μεταφραστή:

 

 

Marshall McLuhan: Έμεινε στην ιστορία σαν ο πατριάρχης της σύγχρονης επικοινωνιακής «ηθικής» (δηλαδή ιδεολογίας) όταν το 1964, στο Understanding Media: The Extensions of Man διατύπωνε την διάσημη πια θέση το μέσο είναι το μήνυμα. Μια προσσέγιση του ζητήματος βλ. στην ιστοσελίδα http://www.sarajevomag.gr/vivliothiki/au_th/au_th_01.html

 

Ο όρος αυτοποίηση (autopoiesis) σημαίνει «αυτοδημιουργία» και εκφράζει μία θεμελιώδη διαλεκτική σχέση μεταξύ μορφής και λειτουργίας. Εισήχθη στο επιστημονικό λεξιλόγιο από τους Χιλιανούς βιολόγους Ουμπέρτο Ματουράνα και Φρανσίσκο Βαρέλα το 1973. Ως αυτοποιητικό σύστημα ορίζεται ένα ιεραρχικώς αυτοοργανούμενο σύστημα, τα μέρη του οποίου παρασκευάζουν τα θεμελιώδη συστατικά που αποτελούν το ίδιο το σύστημα με στόχο να διατηρήσουν σταθερή την κατάστασή του παρά τις πιθανές περιβαλλοντικές μεταβολές. Η διαδικασία αυτή ονομάζεται αυτοποίηση και τα αυτοποιητικά συστήματα ορίζονται κατ’ αντιδιαστολή με τα αλλοποιητικά, δηλαδή συστήματα τα οποία παρασκευάζουν και δίνουν ως έξοδο συστατικά άλλων συστημάτων. Η αυτοποίηση προέκυψε ως εφαρμογή της θεωρίας συστημάτων στη βιολογία με στόχο τον ορισμό της ζωής.

βλ. http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CF%85%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7

 

John von Neumann βλ. http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%95%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%AE%CE%BC%CE%B7_%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CF%83%CF%84%CF%8E%CE%BD

 

 

 

 

Η αρχιτεκτονική των ηλεκτρονικών υπολογιστών από: http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:Von_Neumann_architecture_el.png

 

 

Οι σύγχρονοι ηλεκτρονικοί υπολογιστές σχεδιάζονται με βάση τις αρχές που διατυπώθηκαν τη δεκαετία του 1940 από τον Τζον φον Νόιμαν στο Ινστιτούτο Προηγμένων Επιστημών στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον. Αυτές οι θεμελιώδεις αρχές, οι οποίες αναφέρονται παρακάτω, συνιστούν την αρχιτεκτονική φον Νόιμαν.

  • Τα δεδομένα και οι εντολές των εκτελούμενων προγραμμάτων αποθηκεύονται σε μια μοναδική μνήμη εγγραφής-ανάγνωσης.

  • Τα περιεχόμενα της μνήμης αυτής μπορούν να διευθυνσιοδοτηθούν κατά κελί, χωρίς να μας ενδιαφέρει ο τύπος των δεδομένων που περιέχεται εκεί.

  • Η εκτέλεση των εντολών του προγράμματος πραγματοποιείται σειριακά (εκτός και αν υπάρχει ρητή διακλάδωση), από μια εντολή στην επόμενη.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Κυτταρικό αυτόματο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

(Ανακατεύθυνση από Κυτταρικά αυτόματα)

Ο ηλεκτρονικός υπολογιστής CM-5 λειτουργεί και λύνει προβλήματα με την μέθοδο του κυτταρικού αυτόματου. Ένα κυτταρικό ή κυψελικό αυτόματο (αγγλ. cellular automaton) είναι ένα υπολογιστικό μοντέλο συστημάτων με αναδυόμενη πολυπλοκότητα. Τα κυτταρικά αυτόματα μελετώνται στη θεωρία υπολογισμού, στη φυσική, στη θεωρητική βιολογία και αλλού. Επινοήθηκαν κατά τη δεκαετία του 1940 από τον μαθηματικό Τζον φον Νόιμαν, με σκοπό την τυπική περιγραφή των λειτουργιών του βιολογικού κυττάρου. Έγιναν περισσότερο γνωστά κατά τη δεκαετία του 1980 από τον Αμερικανό επιστήμονα υπολογιστών Κρίστοφερ Λάνγκτον, θεμελιωτή του γνωστικού πεδίου της τεχνητής ζωής.

Πρόκειται για μια «κοινωνία» ατόμων (ψηφιακών και όχι μόνο), που κινούνται καθώς περνά ο χρόνος σε ένα πλέγμα (είτε τετραγώνων είτε άλλων σχημάτων που είναι συνήθως δισδιάστατα) με βάση προκαθορισμένους απλούς κανόνες. Με βάση τους κανόνες αυτούς, κινούνται, ζευγαρώνουν, γεννούν και πεθαίνουν, ή ακόμα τρέφονται. Όσο περιπλοκότερες λειτουργίες τούς δοθούν, τόσο περισσότερα μπορούν να κάνουν.

Τέτοιου είδους πειράματα χρησιμεύουν κατ’ αρχάς στην προσομοίωση της συμπεριφοράς ζωντανών βιολογικών οργανισμών. Αλλά έχουν επίσης και άλλες εφαρμογές. Για παράδειγμα, μελετάται έτσι η αυτοοργάνωση μιας κοινωνίας ανεξαρτήτων μελών, η εξέλιξή της, η δημιουργία εικόνας τάξης από μια τυχαία κατάσταση αταξίας, ακόμα και η μαθηματική τυχαιότητα σε μια κοινότητα. Παράλληλα όμως, μπορεί να είναι και ένα πολύ ενδιαφέρον ερευνητικό παιχνίδι, με εντελώς απρόβλεπτη και χαοτική συμπεριφορά των ατόμων του.

 

 

 

 

 

Δοκιμή turing η δοκιμή turing, είχε μια σημαντική και χαρακτηριστική συμβολή στη συζήτηση σχετικά με τη τεχνητή νοημοσύνη: εάν είναι δυνατό να ειπωθεί ότι μια μηχανή γνωρίζει και μπορεί να σκεφτεί. Καθολική μηχανή Τούρινγκ, δηλαδή ότι οποιοδήποτε πρακτικό πρότυπο υπολογισμού έχει είτε ένα ισότιμο είτε ένα υποσύνολο των ικανοτήτων μιας μηχανής Τούρινγκ.Μηχανή Τούρινγκ

Η μηχανή Τούρινγκ (Turing machine) είναι μια βασική αφηρημένη μηχανή που μεταχειρίζεται σύμβολα, η οποία, παρ’ όλη την απλότητά της, μπορεί να προσαρμοστεί έτσι ώστε να προσομοιώσει τη λογική οποιουδήποτε αλγορίθμου. Οι μηχανές Τούρινγκ περιγράφηκαν το 1936 από τον Άλαν Τούρινγκ. Ενώ σχεδιάστηκαν για να είναι τεχνικά εφικτές, οι μηχανές Τούρινγκ δεν προορίζονταν να είναι πρακτική υπολογιστική τεχνολογία, αλλά ένα νοητό πείραμα για τα όρια των μηχανικών υπολογισμών. Έτσι, δεν κατασκευάστηκαν στην πραγματικότητα. Η μελέτη των αφηρημένων τους ιδιοτήτων φανερώνει πολλές αρχές της επιστήμης υπολογιστών και της θεωρίας πολυπλοκότητας.

Μια μηχανή Τούρινγκ που μπορεί να προσομοιώσει μια οποιαδήποτε άλλη μηχανή Τούρινγκ λέγεται Καθολική Μηχανή Τούρινγκ (ή απλά καθολική μηχανή). Ένας πιο μαθηματικός ορισμός με παρόμοια «καθολική» φύση τέθηκε από τον Αλόνζο Τσερτς, του οποίου η εργασία πάνω στο λογισμό λάμδα συνυφαίνεται με αυτή του Τούρινγκ σε μια τυπική θεωρία υπολογισμού που είναι γνωστή ως η θέση Τσερτς-Τούρινγκ. Η θέση λέει ότι οι μηχανές Τούρινγκ όντως εμπεριέχουν την ανεπίσημη έννοια της αποδοτικής μεθόδου στη λογική και τα μαθηματικά, και δίνουν έναν ακριβή ορισμό ενός αλγορίθμου ή μιας μηχανικής διαδικασίας.

 

Δείτε επίσης: http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%86%CE%BB%CE%B1%CE%BD_%CE%A4%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B9%CE%BD%CE%B3%CE%BA, http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CE%B7%CF%87%CE%B1%CE%BD%CE%AE_%CE%A4%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B9%CE%BD%CE%B3%CE%BA και αναφορικά με την υλοποίηση της μηχανής turing: http://aturingmachine.com/index.php

Kittler sees an autonomy in technology and therefore disagrees with Marshall McLuhan‘s reading of the media as «extensions of man»: «Media are not pseudopods for extending the human body. They follow the logic of escalation that leaves us and written history behind it. (Kittler in Geschichte der Kommunikationsmedien. In: Jörg Huber, Alois Martin Müller (publishers): Raum und Verfahren).http://en.wikipedia.org/wiki/Friedrich_Kittler

Ecosophy and ecophilosophy are neologisms formed by contracting the phrase ecological philosophy.

Confusion as to the meaning (suggesting that such a meaning should be singular and exact) of ecosophy is primarily the consequence of it being used to designate different and often contradictory (though conceptually related) concepts by the Norwegian father of deep ecology, Arne Næss, and French post-Marxist philosopher and psychoanalyst Félix Guattari.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s