cfp: Critical Underpinnings of User/Survivor Research and Co-Production

Philosophy, Psychiatry & Psychology Call for Papers:

Critical Underpinnings of User/Survivor Research and Co-Production

Guest Editors: Jayasree Kalathil, PhD & Nev Jones, PhD(c)

Editorial Assistant: Clara Humpston, M.Sc.

Over the past several decades, user/survivor leadership in research as well as academic “co-production” (understood as a more robust form of academic co-leadership and shared decision making as opposed to nominal or tokenistic participatory methods) has gained strong traction in the areas of mental health services research, program evaluation, policy reform and, to a lesser extent, philosophy and cultural theory. In spite of these advances, the theoretical assumptions and implications involved in such projects remain largely underdeveloped and critically un-interrogated. Likewise, critiques of user/survivor involvement and leadership rarely make their way into peer-reviewed publications, for the most part enduring in the space of informal conversations and behind-the-scenes decision-making. Certain areas of academic scholarship, including the medical humanities and philosophy of psychiatry and psychology, have similarly failed to consider the unique theoretical contributions scholars or others with lived experience might be in a position to make. Literary and philosophical analyses of others’ first person accounts, narratives or memoirs often exclude any discussion of the role or contribution of first person theory.

The goal of the current call for papers is to solicit proposals aimed at tackling the ‘hard’ questions implicated in processes of user/survivor inclusion, exclusion and co-production. Proposals will be considered for inclusion in one or more special issues of the journal Philosophy, Psychiatry and Psychology as well as a planned edited book tentatively targeted for Oxford University Press’ International Perspectives on Philosophy & Psychiatry series. We are soliciting proposals in English from a range of disciplines as well as from diverse positions and standpoints, including but not limited to individuals who identify as service users or survivors. We particularly encourage the submission of papers that critically appraise user/survivor research, leadership or co-produced work (again, both from peer and non-peer scholars and stakeholders).

Examples of topics of interest include (but are emphatically not limited to):

critical explorations of the meaning and value of ‘expertise by experience’, particularly with respect to theoretical and philosophical work
implications of the heterogeneity of service experiences, madness/disorder, temporal trajectories of distress and/or recovery, and identity
political issues involved in the marginalization and othering of user/survivors with intersecting socio-political minority identities
methodological and ethical considerations (including inter- and trans-disciplinarity, leadership in the humanities and basic and translational science vs. applied mental health services research)
interrogating key terms: user involvement, co-production, control, leadership, co-leadership
ethical and methodological issues in relation to academic and theoretical engagement with personal narratives of madness/mental health (including autobiographies and memoirs)
divisions between academia, community-based engagement, policy and organizational development, and activism
Proposal details:

We are asking for proposals including title, five key words and a focused, 500-word abstract. The special issue editors will get back to potential authors within 6 weeks. Please note that all full submissions will be subject to blinded peer review.

Proposal deadline: Jan. 15th, 2014

Please send proposals to or contact Jayasree Kalathil ( or Nev Jones ( with any questions.

Βιβλιοπαρουσίαση-συζήτηση για το κίνημα Occupy στις ΗΠΑ, Α.Σ.Ο.Ε.Ε. 27/11 19:00

Με αφορμή την έκδοση του βιβλίου με τίτλο “Το κίνημα occupy στις ΗΠΑ” από την συλλογικότητα Insurgent Notes σε μετάφραση της Συνέλευσης για την Κυκλοφορία των Αγώνων (ΣΚΥΑ –, θα πραγματοποιηθεί βιβλιοπαρουσίαση με ταυτόχρονη παρουσία αγωνιστή-συμμετέχοντα στο κίνημα Occupy New York την Τετάρτη 27/11 στις 19:00 στην ΑΣΟΕΕ.

Η διεθνής γλώσσα του Occupy

Το κίνημα Occupy στις ΗΠΑ, μια βιβλιοπαρουσίαση

Το βιβλίο «Το κίνημα Occupy στις ΗΠΑ» που κυκλοφόρησε πρόσφατα η Συνέλευση για την Κυκλοφορία των Αγώνων (ΣΚΥΑ) αποτελεί μετάφραση του 5ου τεύχους (Γενάρης 2012) της αμερικάνικης ριζοσπαστικής επιθεώρησης InsurgentNotes πάνω στο κίνημα αυτό που πριν από περίπου δυο χρόνια συντάραξε απ’ άκρη σ’ άκρη τις ΗΠΑ. Πρόκειται για μια συλλογή άρθρων πολιτικοποιημένων αγωνιστών που συμμετείχαν ενεργά στο κίνημα Occupy σε διαφορετικές πόλεις των ΗΠΑ. Άρθρα ανάλυσης τα οποίοι συζητούν την εμπειρία εμπλοκής στο κίνημα, εκθέτουν τα προβλήματα, κρίνουν τις αντιλήψεις που κυριάρχησαν στη διάρκειά του και επιχειρούν μια κριτική προσέγγιση των πρακτικών και των δράσεων που ακολουθήθηκαν.

Το κίνημα Occupy δεν ήρθε από το μέλλον. Αντίθετα, όπως δείχνουν τα κείμενα που συμπληρώνουν τον τόμο, ενσωμάτωσε, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, γόνιμα την εμπειρία από αντιστάσεις και αγώνες που, έστω κι αν δεν ήταν πάντοτε όλοι τους φανεροί, παρόλα αυτά ήταν υπαρκτοί στις, κινηματικά άγνωστες, ΗΠΑ: από τις διαδηλώσεις στο Seattle του 1999, τους εργατικούς αγώνες των προηγούμενων ετών (π.χ. τoslowdown των εργαζομένων στα μέσα μαζικής μεταφοράς), το παράδειγμα των αγώνων σε διάφορες χώρες όπως αυτό της Αργεντινής, αλλά και από οργανωτικές μορφές λήψης των αποφάσεων (όπως π.χ. το people’smic).

Στη βάση της διαμαρτυρίας ξαναβρίσκουμε αντιλήψεις και ζητήματα που σε διεθνές επίπεδο θέτουν τα κινήματα των τελευταίων χρόνων: απόρριψη των κομματικών ηγεσιών, δυσπιστία προς τις πολιτικές πρωτοπορίες, αμφισβήτηση των παραδοσιακών πολιτικών ταυτοτήτων, κριτική στον αφηρημένο ιδεολογικό λόγο, ξεπέρασμα παλιών δογματικών αντιλήψεων, άρνηση διατύπωσης αιτημάτων προς το Κράτος ή τους πολιτικούς του φορείς.

Στον αντίποδα, βλέπουμε να ξανατίθεται το ζήτημα των αναγκών, της ισότητας, της σύνδεσης των αγωνιζόμενων υποκειμένων, αλλά και η υιοθέτηση οριζόντιων μορφών λήψης των αποφάσεων. Από την απεργία εισιτηρίου που επιχείρησε να θέσει το ζήτημα μιας διαφορετικής σχέσης μεταξύ εργαζομένων στα ΜΜΜ με τους χρήστες τους, τους επιβάτες δηλαδή, μέχρι τη σύνδεση των αγωνιστών του Occupy με τους εργαζόμενους στα λιμάνια και τον αποκλεισμό των λιμανιών της Δυτικής ακτής, ως απάντηση στα μέτρα λιτότητας και στις περικοπές μισθών και δικαιωμάτων, το κίνημα Occupy υπήρξε αυτό ακριβώς το σύνολο αγώνων που επιχείρησε να οικοδομήσει μια μορφή αντίστασης πάνω στο ξεπέρασμα παραδοσιακών οργανωτικών μορφών, συνδικαλιστικών πλαισίων και περιεχομένων που έχουν πλέον ξοφλήσει.

Όλα τα κείμενα αναφέρονται στην αναμφίβολη αξία, στην επίδραση και στον αντίκτυπο που άφησε το κίνημα Occupy σε όσους συμμετείχαν σε αυτό μετά από χρόνια κινηματικής υποχώρησης και ήττας των εργατικών αγώνων στη χώρα αυτή. Όπως αναφέρει η συλλογικότητα BlackOrchid από το OccupySeattle: «Για μήνες, παρακολουθούσαμε καθώς απεργιακά κύματα, καταλήψεις και εξεγέρσεις σάρωναν την υφήλιο […]. Για μήνες, αναρωτιόμαστε γιατί το προλεταριάτο των ΗΠΑ παρέμενε τόσο παθητικό μπροστά στον ταξικό πόλεμο» (σ. 111). Αξία που αποτυπώνεται στην ίδια την αλλαγή στάσης ακόμα και των πιο πολιτικοποιημένων του συνιστωσών που συμμετείχαν στις διαδικασίες του, μέσα από την καλλιέργεια ενός διαφορετικού, μη σεχταριστικού όπως το θέτουν, κλίματος το οποίο: «έκανε ευκολότερο για νέο κόσμο να δουλέψει μαζί μας, χωρίς να χρειάζεται να διαπεράσει τα όρια μιας κλίκας ή το εμπόδιο της υπεροψίας κάποιων». Όπως αναφέρουν το γεγονός αυτό βασίστηκε σε μια αλλαγή προτεραιοτήτων που στο επίκεντρό της έθετε τις «ανάγκες της παρούσας στιγμής και όχι στα ιδεολογικά ρήγματα που δημιουργήθηκαν από διαμάχες δέκα ή είκοσι χρόνια πριν» (σ. 113).

Από την άλλη όμως πλευρά, οι αγωνιστές που καταθέτουν την εμπειρία τους στα άρθρα του τόμου, δεν κρύβουν κάτω από το χαλί τα σοβαρά προβλήματα και ούτε αποσιωπούν τις ανεπάρκειες αυτού του κινήματος. Αντίθετα, στέκονται πάνω στη σύγκρουση με βαθιά ριζωμένες αντιλήψεις και πρακτικές που στάθηκαν εμπόδιο στην περαιτέρω εξάπλωσή του και επιτίθενται στις λογικές εκείνες που συσκοτίζουν την κατανόηση της παρούσας κρίσης του καπιταλισμού: η αντίληψη του 99% σε αντίθεση με το 1%, οι «διεφθαρμένοι» πολιτικοί, η μονόπλευρη εστίαση στη «χρηματιστικοποίηση», αλλά και η πασιφιστική ιδεολογία ή η αντίληψη για το ρόλο των αρχών και των μπάτσων. Όπως όμως δείχνουν οι εμπειρίες των αγωνιστών που συντάσσουν τα κείμενα δεν είναι δυνατή οποιαδήποτε απόπειρα οικοδόμησης ενός κινήματος χωρίς τη διαρκή σύγκρουση με ευρέως διαδεδομένες αντιλήψεις και στερεότυπα που μέχρι πρότινος έμοιαζαν με θέσφατα.

Ακόμα εξάλλου και όσα αποτελούν πραγματικά όρια ενός αγώνα μπορούν να ξεπεραστούν μέσα από τον ίδιο τον αγώνα ενάντια στα πραγματικά του όρια. Και κατά παράδοξο τρόπο, μπορεί οι αδυναμίες ενός κινήματος αν διαβαστούν κριτικά να είναι οι πιο γόνιμες για όσους συμμετέχουν σε αυτό την ίδια στιγμή που για όσους κρίνουν τα πράγματα από έξω και εκ του ασφαλούς να θεωρούνται οι πιο άγονες.

Όπως αναφέρουν οι συντάκτες των InsurgentNotes: «Σαν τους Αργεντίνους πικετέρος που συνειδητοποίησαν τα όρια του στενά εργοστασιακού αγώνα και τον διεύρυναν στα σούπερ-μάρκετ, τα νοσοκομεία και τα μπλοκαρίσματα δρόμων, το OccupyWallStreet ανακάλυψε αυτήν ακριβώς τη μορφή μαχητικής οργάνωσης του αγώνα όπου ακούστηκαν και έγιναν ορατές, με τη βοήθεια της έξυπνης χρήσης των νέων μέσων κοινωνικής δικτύωσης, χίλιες διαφορετικές ανάγκες και χίλιες διαφορετικές αρνήσεις».


Το σκάνδαλο ‘Ψυχαργώς’ στην μνημονιακή ολοκλήρωσή του: Ιδιωτικοποίηση της Ψυχικής Υγείας και εξαθλίωση των ψυχικά πασχόντων

Κείμενο των Γ. Αστρινάκη, Γ. Κοκκινάκου, Κ. Μάτσα, Θ. Μεγαλοοικονόμου, Κ. Μπαϊρακτάρη για «ΨΥΧΑΡΓΩΣ»

                                            αντίσταση στην διάλυση της δημόσιας ψυχικής υγείας
                                            σημαίνει διεκδίκηση ενός χειραφετητικού συστήματος
                                       που αποκαθιστά τον Λόγο και τα δικαιώματα
των συνανθρώπων με ψυχιατρική εμπειρία 
Ένα προμελετημένο έγκλημα βρίσκεται αυτή τη στιγμή σε εξέλιξη στο χώρο της Ψυχικής Υγείας, με την αδίστακτη εφαρμογή των νεοφιλελεύθερων πολιτικών μέσω του μνημονίου, που οδηγούν με ραγδαίους ρυθμούς στην περαιτέρω κοινωνική απόρριψη/εξοστρακισμό των ανθρώπων με προβλήματα ψυχικής υγείας, μέσα από την πλήρη και στοχευμένη απεξάρθρωση/διάλυση του συστήματος των δημόσιων υπηρεσιών και την αντικατάστασή τους από πλήρως ιδιωτικοποιημένες υπηρεσίες, κερδοσκοπικές και δήθεν «μη κερδοσκοπικές» (ΜΚΟ), όπου πρόσβαση θα έχουν μόνο όσοι θα μπορούν να πληρώσουν.
Το «σύμφωνο Λυκουρέντζου-Αντόρ», στο οποίο προβλέπεται το «κλείσιμο των ψυχιατρείων» (ΨΝΑ, Δρομοκαίτειο, ΨΝΘ) μέχρι το τέλος του 2015, είναι ακριβώς το σύμφωνο αυτής της ιδιωτικοποίησης, καθώς η δέσμευση για το  fast track κλείσιμο των δημόσιων ψυχιατρείων «πληρώθηκε», από τη ΕΕ, με 105 εκ. ευρώ για την  διάσωση των ΜΚΟ της ψυχικής υγείας για τρία χρόνια, έτσι ώστε να στηριχτεί η διαδικασία του κλεισίματος και ταυτόχρονα να δοθεί ο χρόνος στις ΜΚΟ για να βρουν (όσες από αυτές καταφέρουν να βρουν) τρόπους επιβίωσης και πηγές χρηματοδότησης, ώστε, από το 2016, να υποκαταστήσουν το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος των δημόσιων υπηρεσιών. Πηγές χρηματοδότησης μη κρατικές, πλέον, αλλά από τα ίδια τα άτομα με προβλήματα ψυχικής υγείας που λαμβάνουν τις υπηρεσίες τους. Από αυτή την άποψη, δεν ήταν χωρίς αποτέλεσμα τα «πάνω-κάτω», τα ταξίδια στελεχών των κρατικοδίαιτων επιχειρήσεων του Δικτύου ‘Αργώς’, από τους διαδρόμους του Υπουργείου στις Βρυξέλλες, μέχρις ότου επιτευχθεί το σύμφωνο.
Η επίκληση των προ 15ετίας τεθέντων στόχων του ‘Ψυχαργώς’ για το «κλείσιμο των ψυχιατρείων το 2015» είναι καθαρά προσχηματική καθώς καμιά από τις προϋποθέσεις που θα έκαναν δυνατό το «κλείσιμο» δεν πραγματοποιήθηκε: ούτε οι εκάστοτε ηγεσίες του Υπουργείου είχαν ποτέ μια συγκροτημένη πολιτική για την Ψυχική Υγεία στην κατεύθυνση ενός «βασισμένου στην κοινότητα» συστήματος, ούτε η ψυχιατρική κοινότητα, στην πλειονότητά της, έδειξε ενδιαφέρον για μια ψυχιατρική μεταρρύθμιση ως ξεπέρασμα του κυρίαρχου ψυχιατρικού παραδείγματος, προς μια ψυχιατρική «κουλτούρα, πρακτική και σύστημα» συνυφασμένων με την αποκατάσταση του Λόγου και των δικαιωμάτων των ατόμων με ψυχιατρική εμπειρία. 

Βέβαια, για να γίνει δυνατή η όποια συζήτηση και για να ξεσκεπαστούν τα όποια άλλοθι της στυγνής εφαρμογής των περικοπών του μνημονίου, πρέπει να ξεκαθαριστεί τι εννοεί ο καθένας με το «κλείσιμο του ψυχιατρείου»: εννοεί την υπέρβαση της ιδρυματικής ψυχιατρικής και του ψυχιατρικού παραδείγματος στο οποίο βασίζεται, προς ένα ολοκληρωμένο, βασισμένο στην κοινότητα, δίκτυο υπηρεσιών, έτσι ώστε το «κλείσιμο του ψυχιατρείου» να έλθει όταν οι υπηρεσίες που θα το αντικαταστήσουν θα έχουν ήδη μπει σε λειτουργία (δηλαδή, την Αποϊδρυματοποίηση), ή εννοεί την απλή κατάργησή του, στη λογική της Απονοσοκομειοποίησης, με το πέταγμα ασθενών και προσωπικού στο δρόμο και το πέρασμα μεγάλου μέρους των λειτουργιών του στον ιδιωτικό τομέα;
Σε κάθε περίπτωση, η «ελληνική ψυχιατρική μεταρρύθμιση» μετατράπηκε -με πλυντήριο και την λεγόμενη «Κοινωνική Ψυχιατρική»- σε μιαν απλή χωροταξική μετεγκατάσταση της ιδρυματικής ψυχιατρικής στην κοινότητα. Μεταστέγαση, δηλαδή, των χρονίως νοσηλευομένων των ψυχιατρείων σε εξωνοσοκομειακές στεγαστικές δομές, ξενώνες, οικοτροφεία, προστατευόμενα διαμερίσματα. Δομές που συχνά αναπαράγουν την ιδρυματική λογική, χωρίς καμιά αλλαγή του «παραδείγματος», καμιά αλλαγή του «τρόπου σκέψης και πράξης» της ψυχιατρικής, καμιά συστημική αλλαγή: απόδειξη ότι το 55% των νοσηλειών πανελλαδικά εξακολουθούν να είναι ακούσιες.
Δεν έγιναν ποτέ τα «ολοκληρωμένα δίκτυα των κοινοτικών  υπηρεσιών» (με ΚΨΥ κλπ), που θεωρούνται προϋπόθεση για το κλείσιμο των ψυχιατρείων. Δεν έχει γίνει, «παραμονές του κλεισίματος», ούτε καν το πρώτο (και εκ των ουκ άνευ) βήμα στην όποια διαδικασία ψυχιατρικής μεταρρύθμισης, που είναι η τομεοποίηση των υπηρεσιών. 
Αυτό που δημιουργήθηκε είναι ένα νεο-ιδρυματικό σύστημα, όπου, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, αναπαράγεται η ιδρυματική καθημερινότητα, η αφαίρεση του Λόγου και της ελευθερίας των «φιλοξενούμενων», ή των «χρηστών» των υπηρεσιών ψυχικής υγείας, με όρους και συνθήκες όπου δεν υπάρχει ο άνθρωπος ως ύπαρξη με τις ανάγκες της, αλλά, ιδιαίτερα στις μέρες μας, αποκλειστικά η εκπλήρωση των μνημονιακών δεσμεύσεων.
Εμπειρίες/νησίδες, όπως, μεταξύ άλλων, αυτή του ψυχιατρείου Χανίων στην Κρήτη, του οποίου το κλείσιμο συνοδεύτηκε, σε σημαντικό βαθμό, από την δημιουργία δικτύου τομεοποιημένων, εναλλακτικών κοινοτικών υπηρεσιών, δεν αποτελούν παρά εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα.  
Ηδη από την δεκαετία του ΄90 παρατηρούμε την σταδιακή εμφάνιση πολιτικών και πρακτικών ιδιωτικοποίησης της δημόσιας φροντίδας ψυχικής υγείας. Από το 2000, με το ‘Ψυχαργώς’, η ιδιωτικοποίηση παίρνει τη μορφή της ραγδαίας ανάπτυξης τόσο του κρατικοδίαιτου «μη-κυβερνητικού» τομέα, όσο και του εμπορευματοποιημένου  παραδοσιακού ιδιωτικού  ψυχιατρικού τομέα.
Ο πακτωλός κοινοτικών κονδυλίων για την λεγόμενη «ψυχιατρική μεταρρύθμιση» και η «αγωνία» της απορρόφησης των διαθέσιμων κονδυλίων αποτελούν τα οχήματα επιτάχυνσης της λεγόμενης «αποασυλοποίησης», του  δήθεν εκσυγχρονισμού, αλλά και της μετάβασης σε σχέδια και πρακτικές όχι με οδηγό την αλλαγή του επιστημονικού παραδείγματος και την Αποϊδρυματοποίηση, αλλά την συνέχιση της διαχείρισης των ατόμων με ψυχιατρική εμπειρία από ειδικούς, πολιτικούς και επιχειρηματίες, δηλαδή την κατασκευή νέων χώρων κοινωνικού αποκλεισμού.
Ο «τρίτος πυλώνας», οι «μη κυβερνητικές» οργανώσεις, γνωρίζει πρωτοφανή ανάπτυξη. Βασικό χαρακτηριστικό αυτού του πυλώνα -σε πείσμα ακόμα και της ιστορικής  προέλευσης των πραγματικών μη-κυβερνητικών οργανώσεων ως πολιτικά και οικονομικά ανεξάρτητα από κυβερνήσεις και οικονομικά συμφέροντα κινήματα- η χρηματοδότησή τους από δημόσιους, εθνικούς και κοινοτικούς, πόρους.
Οι «εκθέσεις ιδεών» διαφόρων εμπειρογνωμόνων για την «ψυχιατρική μεταρρύθμιση»  στην Ελλάδα συγκροτούν περισσότερο βιβλιογραφικά αναγνώσματα ξένων εμπειριών και άλλοθι απορρόφησης κονδυλίων παρά Εθνικά Σχέδια για μιαν άλλη συνάντηση με τον ψυχικό πόνο και τους ψυχικά πάσχοντες συνανθρώπους μας. Στην πραγματικότητα, ο ρόλος των αρμόδιων οργάνων από πλευράς ΕΕ ήταν η διασφάλιση της ύπαρξης και της ενίσχυσης των ΜΚΟ, ως μέρους μιας κίνησης ιδιωτικοποίησης και βαθμιαίας απόσυρσης (και ταυτόχρονα αυστηρής λογιστικής προσέγγισης) του δημόσιου σε πανευρωπαϊκή κλίμακα, καθώς και η μέσω δήθεν «κριτικών επισημάνσεων» διασφάλιση της απορρόφησης των κονδυλίων, για ένα δυσλειτουργικό νεο-ιδρυματικό μόρφωμα, για το οποίο καμιά πλευρά, ούτε αυτοί που έλαβαν το χρήμα, ούτε αυτοί που το έδιναν, δεν μπορούν τώρα να υποκρίνονται ότι «δεν ήξεραν», επί τόσα χρόνια, τι γινόταν, τι ήταν αυτό που παράγονταν, τι ήταν αυτό στο οποίο συναινούσαν να παράγεται.
Είναι σαφές ότι αυτό που επιβάλλει την τρέχουσα πολιτική του Υπουργείου δεν είναι η προ 15ετίας δέσμευση για το «κλείσιμο των ψυχιατρείων» ως προϊόντος της (μόνο ως ανέκδοτο, πλέον) «ολοκλήρωσης της μεταρρύθμισης», αλλά η μνημονιακή δέσμευση για προσαρμογή (σύνθλιψη) και της Ψυχικής Υγείας στη νεοφιλελεύθερη πολιτική. Στην πλήρη, λογιστικού τύπου προσαρμογή της Ψυχικής Υγείας στους «διατιθέμενους πόρους», δηλαδή, σε μηδενικούς πόρους, γιατί μόνο αυτούς διαθέτει το σύστημα για τους ψυχικά πάσχοντες και όλες γενικά τις κοινωνικές ομάδες (σήμερα πια, για την πλειονότητα της κοινωνίας) που αντιμετωπίζει ως αντιπαραγωγικές, ως κοινωνικό βάρος και περιττές.
Η πολιτική για την Ψυχική Υγεία, όπως για την Υγεία γενικότερα, συμπυκνώνεται στα θέσφατα που, με το γνωστό του τρόπο, εκφράζει ο Υπουργός Υγείας Αδ. Γεωργιάδης: «Δεν είναι ώρα για το κράτος ν΄ αυξήσει τις δομές του αλλά να τις μειώσει», «οι δομές που θα μείνουν, θα λειτουργούν με τη μορφή των ιδιωτικών σε ένα βαθμό», «ο ιδιωτικός τομέας είναι πολύ πιο αποτελεσματικός από τον Δημόσιο», «να δούμε ποια (δομές ψυχ. υγείας) μπορούμε να χρηματοδοτούμε και ποια όχι», «δεν μπορούμε να εξασφαλίσουμε την πρόσβαση όλων των πολιτών στην Υγεία» κοκ.
Το σχέδιο που υλοποιούν είναι αυτό της ‘Αναθεώρησης του Ψυχαργώς’, που συνέταξε επιτροπή που είχε συστήσει ο τότε Υπουργός Υγείας Λοβέρδος, αποτελούμενη από γνωστούς ιδιοκτήτες ΜΚΟ, που έχουν συντελέσει στην  ιδιωτικοποίηση της Ψυχικής Υγείας (και οι οποίοι ποντάρουν στην περαιτέρω ιδιωτικοποίησής της), καθώς και από «πάντα πρόθυμους» συνεργάτες από τα ψυχιατρεία.
Αυτό που προβλέπεται είναι η εκχώρηση των πάντων, ακόμα και των Κέντρων Ψυχικής Υγείας, στον ιδιωτικό τομέα και η ανάθεση στο Δημόσιο μόνο της επιτήρησης/φύλαξης των «ακαταλογίστων» του άρθρου 69 (αν και, ακόμα και γι΄ αυτό, αφήνονται παράθυρα να το αναλάβουν ιδιωτικές εταιρείες), καθώς και της νοσηλείας «οξέων περιστατικών» σε μονάδες «δημόσιων» νοσοκομείων. Είναι ένα σχέδιο/όχημα της ιδιωτικοποίησης, της συρρίκνωσης/συγχώνευσης υπαρχόντων μονάδων, απολύσεων του προσωπικού και πετάγματος των ασθενών στους δρόμους. 
 Ηδη, η μια υπουργική εγκύκλιος/απόφαση μετά την άλλη επιχειρούν να επιβάλλουν ένα όχι απλά «κλείσιμο», αλλά μια ταχεία, όπως-όπως, εκδίωξη (μετακίνηση, όπως το λένε) των ασθενών χρόνιας παραμονής από τα ψυχιατρεία – πολλών εξ΄ αυτών σε ιδρύματα/κολαστήρια «προνοιακού» τύπου, όπως των Λεχαινών κλπ, αλλά και στο δρόμο. Πρόκειται όχι για μια «μετάβαση σε στεγαστικές δομές», που απαιτεί τους χρόνους της, το εξατομικευμένο θεραπευτικό πλάνο και τις κατάλληλες δομές, αλλά για «έξωση» – μια έξωση σε άμεσο συγχρονισμό με την «έξωση» του προσωπικού, με τις διαθεσιμότητες/κινητικότητες που ετοιμάζονται και οι οποίες κάνουν το όλο εγχείρημα πιστό αντίγραφο της πολιτικής του πρώτου διδάξαντος στην Καλιφόρνια της δεκαετίας του 60, του μετέπειτα προέδρου των ΕΠΑ Ρ. Ρήγκαν, όταν έκλεισε τα ψυχιατρεία, απέλυσε το προσωπικό και πέταξε τους ασθενείς στο δρόμο. Σήμερα, ωστόσο, πρόκειται για ένα εγχείρημα που προοιωνίζεται να έχει πολύ χειρότερα αποτελέσματα, ακόμα και από αυτά που είχε εκείνο, που έδωσε, τότε, το όνομά του (ρηγκανισμός) στις πρακτικές αυτής της διαδεδομένης, έκτοτε, ανά την υφήλιο και νεοφιλελεύθερης κοπής, Απονοσοκομειοποίησης.
Μια από αυτές τις εγκυκλίους επιτάσσει ανώτατα όρια χρόνου νοσηλείας για τους νοσηλευόμενους στις ψυχιατρικές μονάδες, σε λογικές όπου η μείωση του χρόνου νοσηλείας δεν θα σημαίνει το ξεπέρασμα των πρακτικών εγκλεισμού και ιδρυματισμού και την στήριξη στην κοινότητα, αλλά την ταχεία καταστολή της «οξείας ψυχοπαθολογίας»  -έχει ήδη μπει στα σκαριά η επέκταση της χρήσης του ηλεκτροσόκ- και το «γρήγορο εξιτήριο», με όποιες συνέπειες κι΄ αν έχει αυτό για τον ασθενή. Προβλέπει, επίσης, και διαδικασίες που θα επιτρέπουν στο μέλλον και την έξωση από τις στεγαστικές δομές, με κριτήρια που πάντα θα είναι σε θέση να επινοούνται, ανάλογα με τις εκάστοτε ανάγκες της δημοσιονομικής προσαρμογής.
Καθώς με την ταχεία, όπως-όπως, πλήρωση των λιγοστών κενών θέσεων στις όποιες στεγαστικές δομές, δεν θα υπάρχει, στο προσεχές μέλλον, δυνατότητα φιλοξενίας σ΄ αυτές και με δεδομένη την ανυπαρξία κοινοτικών μονάδων «στήριξης στον τόπο κατοικίας» των ανθρώπων που θα παίρνουν το «γρήγορο εξιτήριο» (αλλά και κοινωνικών παροχών για να μπορούν να τραφούν, να έχουν πρόσβαση στη θεραπεία τους και γενικά να επιβιώσουν), το ήδη υπαρκτό φαινόμενο της «περιστρεφόμενης πόρτας» θα γίνει ο κανόνας: η εναλλαγή του κοινωνικού αποκλεισμού με τον εγκλεισμό, νοσηλεία για γρήγορη καταστολή και «έλεγχο των συμπτωμάτων» και επιστροφή στο «χώρο του κοινωνικού αποκλεισμού» για όσο διάστημα η ψυχική οδύνη δεν γίνεται «ενοχλητική», έτσι ώστε να γίνει «αντικείμενο προσοχής» και να κινητοποιήσει τους σχετικούς μηχανισμούς του κοινωνικού ελέγχου. 
Θεωρούμε ότι η απάντηση σ΄ αυτή την  ανθρωπιστική καταστροφή που προωθεί με την πολιτική της η τωρινή ηγεσία του Υπουργείου Υγείας (και η οποία, στα περιεχόμενά της, αγγίζει και δομικά σχετίζεται με τις αντιλήψεις της Χρυσής Αυγής περί «στείρωσης και ευθανασίας των ψυχικά πασχόντων»), δεν είναι η υπεράσπιση του ψυχιατρείου (ενός άκρως αντιθεραπευτικού και κατασταλτικού θεσμού), αλλά η πιο σθεναρή από ποτέ διεκδίκηση της ουσίας αυτού που ήταν πάντοτε η υπέρβαση του ψυχιατρείου: η κατάργηση της ιδρυματικής βίας, των εξουσιαστικών σχέσεων, των πρακτικών του εγκλεισμού, η αποκατάσταση του Λόγου και των δικαιωμάτων των ατόμων με ψυχιατρική εμπειρία, η δημιουργία των όρων για ισότιμο διάλογο μεταξύ θεραπευτών και θεραπευομένων, η λήψη μέτρων για αξιοπρεπή κοινωνική, αλλά και εργασιακή, ένταξη, ο ενεργός πρωταγωνιστικός ρόλος των λειτουργών και των άμεσα ενδιαφερομένων ατόμων με ψυχιατρική εμπειρία στις διαδικασίες μετασχηματισμού και ξεπεράσματος του ιδρύματος, ενάντια σε άνωθεν διαδικασίες διοικητικού κλεισίματος και αδειάσματος του ψυχιατρείου, η ενεργός συμμετοχή της κοινωνίας κοκ.
Αυτές οι διαδικασίες είναι ασυμβίβαστες με οποιαδήποτε έννοια διαθεσιμότητας/κινητικότητας/απολύσεων του προσωπικού, και, αντίθετα, απαιτούν προσλήψεις προσωπικού.
Είναι ασυμβίβαστες με την επικείμενη παρακράτηση των συντάξεων των φιλοξενουμένων σε στεγαστικές δομές.
Είναι ασυμβίβαστες με την ύπαρξη ανασφάλιστων ψυχικά πασχόντων (και όχι μόνο), με τους ποικίλους περιορισμούς/εμπόδια/μειώσεις στις συντάξεις και τα επιδόματά τους, στην ανυπαρξία ευκαιριών εργασιακής ένταξης, συνεταιριστικών ή άλλων.
Είναι ασυμβίβαστες με την εγκαθιδρυμένη αδιαφορία για την μη εφαρμογή της όποιας νομοθεσίας προάγει την υπεράσπιση των δικαιωμάτων τους (για την ακούσια νοσηλεία, την δικαστική συμπαράσταση κλπ).
Θεωρούμε ότι πρέπει άμεσα να υπάρξει ένα πλατύ μέτωπο, ένα κίνημα «από τα κάτω», των ανθρώπων με ψυχιατρική εμπειρία, λειτουργών των υπηρεσιών, οικογενειών, κοινωνικών κινημάτων, για να μην περάσουν αυτά τα εν τη ουσία ανθρωποκτόνα σχέδια. Να είναι το κίνημα αυτό μια ουσιαστική στιγμή στην διαδικασία αποκατάστασης του Λόγου των ανθρώπων με ψυχιατρική εμπειρία και των δικαιωμάτων τους – ένα εκ των οποίων είναι  η άμεση ακύρωση, με νομοθετική πράξη, της παρακράτησης των συντάξεων.
Να διεκδικηθεί η άμεση ακύρωση του «συμφώνου Λυκουρέντζου-Αντόρ» και όλων των μνημονιακών  πολιτικών που κρύβονται πίσω από αυτό.
Να υπάρξει επαρκής χρηματοδότηση για την Ψυχική Υγεία και ολοκλήρωση του μετασχηματισμού και της υπέρβασης των ψυχιατρείων, στην λογική της Αποϊδρυματοποίησης και όχι της Απονοσοκομειοποίησης και του απλού «κλεισίματος».
Να μην υπάρξει καμιά διαθεσιμότητα/κινητικότητα/απόλυση και αντίθετα, να γίνουν προσλήψεις του αναγκαίου προσωπικού. Ολο το προσωπικό των ψυχιατρείων είναι αναγκαίο (και μάλιστα, δεν επαρκεί) για έναν ουσιαστικό μετασχηματισμό του συστήματος ψυχικής υγείας, πέρα από το ψυχιατρικό ίδρυμα.
Να μπει φραγμός στην ιδιωτικοποίηση της Ψυχικής Υγείας και να διασφαλιστεί ο δημόσιος και δωρεάν χαρακτήρας της. Να αναλάβει το Δημόσιο όλες τις δομές και τις υπηρεσίες των ΜΚΟ, που έχουν γίνει με κρατικές και κοινοτικές χρηματοδοτήσεις, να διασφαλιστούν οι θέσεις εργασίας του προσωπικού και η αξιοπρεπής και θεραπευτική φιλοξενία των ενοίκων.
Καταλαβαίνουμε ότι όλα τα παραπάνω σημαίνουν ανατροπή του μνημονίου. Σημαίνουν μαζική αντίσταση και πολιτικές ανατροπές.
Αλλά «δεν υπάρχει άλλος δρόμος» προκειμένου ν΄ αποφευχθεί η «μαζική ευθανασία» που ετοιμάζουν.
7 Νοέμβρη 2013
Γιώργος Αστρινάκης, Δ/ντής ψυχίατρος, Δρομοκαίτειο
Γιώργος Κοκκινάκος, Δ/ντής ψυχίατρος, ΚΨΥ Χανίων
Κατερίνα Μάτσα, ψυχίατρος, τ. Δ/ντρια 18 Ανω, ΨΝΑ
Θόδωρος Μεγαλοοικονόμου, Δ/ντής ψυχίατρος ΨΝΑ
Κώστας Μπαϊρακτάρης, αν. καθηγητής, Τμήμα Ψυχολογίας, ΑΠΘ