Η κρίση της Αριστεράς: αναμετάδοση μιας εκδήλωσης από το Πλατύπους

Η νεότευκτη οργάνωση Πλατύπους Θεσσαλονίκης διοργάνωσε μια πολύ ενδιαφέρουσα εκδήλωση για την κρίση της Αριστεράς με συμμετοχές από το Σύριζα, Ανταρσύα, ΑΚ και τον Στ. Μαυρουδέα. Μπορείτε να την παρακολουθήσετε στο vimeo πιο κάτω:

Εκεί φτάσανε;



ένας άνθρωπος 80+ χρονών, με φάτσα γνωστή παντού στην Ελλάδα, να τον ψεκάζουν έτσι;

Νομίζω ότι αυτές οι εικόνες συμβολίζουν πολύ περισσότερα από την τυφλή και ανεγκέφαλη βία του κράτους…

Κινηματόραμα: ένα online ημερολόγιο των κινηματικών εκδηλώσεων

http://www.kinimatorama.net

== τι θα βρειτε ==

  •  όλες τις κινηματικές εκδηλώσεις, ταξινομημένες ανά:

-είδος (προβολή, πορεία, συζήτηση, κλπ)
-πόλη (χανιά, ξάνθη, μυτιλήνη, κλπ)
-συλλογικότητα που διοργανώει
-θεματική (φύλο, αντιρατισμός, αληλεγγύη, κλπ)
-τοποθεσία (στέκια, καταλήψεις, πλατείες, κλπ)

  • χάρτη πρόσβασης

http://kinimatorama.net/map

  • δυνατότητα δημιουργίας ατζέντας. φτιάξτε τη δική σας ατζέντα με τις εκδηλώσεις που σαν ενδιαφέρουν, ώστε εύκολα να τις προωθείτε. χρήσιμο για συλλογικότητες…

http://kinimatorama.net/help

  •  λίστες ανακοινώσεων και προγραμματισμού εκδηλώσεων

http://kinimatorama.net/user_mailman_register

  •  μια ώθηση προς ένα ποιο οργανωμένο κίνημα…

== τι δεν θα βρειτε ==

  •  αυθόρμητες εκδηλώσεις, όπως το κάλεσμα συγκέντρωσης αλληλεγγύης μετά από μια πορεία, για τις συλλήψεις της
  •  τα … ξεχασμένα. Εκδηλώσεις που αν και έχουν προγραματιστεί καιρό, δημοσιεύονται στο internet λίγες ώρες πριν γίνουν. Όσο και αν προσπαθούμε να τις προλάβουμε όλες, ε όλο και κάποια θα μας ξεφύγει…
  •  διπλές καταχωρήσεις για την ίδια εκδήλωση
  •  ανεπιβεβαίωτες εκδηλώσεις. Αν και πάντα υπάρχει το ενδεχόμενο να μας ξεφύγει κάτι. Οπότε καλού κακού, επικοινωνήστε με τη συλλογικότητα που το διοργανώνει, αν κάτι σας φαίνεται μούφα. Ειδικά στο Δεκέμβρη, που η διαχείρηση θα εντατικοποιηθεί…

== πάρτε μέρος! ==
βοηθήστε μας να ξετρυπώσουμε εκδηλώσεις. Δημοσιεύστε τις εκδηλώσεις σας. Προτείνετε sites ή blogs που δεν έχουμε βρει ακόμη. Αναλυτικά για το πως μπορείς να συνεισφέρεις, στο
http://www.kinimatorama.net/publish/

== διαδώστε το! ==
Το kinimatorama είναι ένα κινηματικό εργαλείο. Στείλτε το σε φίλες και φίλους, στις συλλογικότητες σας και γενικά όπου νομίζετε ότι θα φανεί χρήσιμο.
Βάλτε ένα banner στο site σας: http://www.kinimatorama.net/banners
Προωθήστε εκδηλώσεις που θεωρείτε ενδιαφέρουσες. Σε κάθε εκδήλωση, υπάρχει η επιλογή «Αποστολή» για αυτό το λόγο…

== χρησιμοποιήστε το! ==

Μέσω RSS και iCal (σύντομα και widgets) μπορειτε να περάσετε την πληροφορία στο site/blog σας.

www.kinimatorama.net/

2 ομιλίες του Badiou στην Αθήνα

Διεθνές συνέδριο –

Παρασκευή 20 και Σάββατο 21 Νοεμβρίου 2009
Auditorium του Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών

«Ο Alain BADIOU και οι όροι της φιλοσοφίας: η πολιτική, η τέχνη, η επιστήμη, ο έρωτας»

Όλοι, ή σχεδόν όλοι, οι σπουδαίοι φιλόσοφοι θεώρησαν υποχρέωσή τους να βρεθούν αντιμέτωποι με τις προκλήσεις των πλατωνικών κειμένων. Ωστόσο η σκέψη του 20ού αιώνα μπορεί να θεωρηθεί ως βαθιά αντι-πλατωνική. Αυτή τουλάχιστον είναι η άποψη του φιλοσόφου Alain Badiou, ο οποίος προτείνει μια επιστροφή του Πλάτωνα στο φιλοσοφικό προσκήνιο του 21ου αιώνα.

Για δύο μέρες, φιλόσοφοι, στοχαστές, δημοσιογράφοι θα συζητήσουν παρουσία του Alain Badiou, την πλατωνική διάσταση του έργου του.
Οργάνωση: Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών, Περιοδικό αληthεια, Εκδόσεις Πατάκη, Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Παρασκευή 20 Νοεμβρίου:
17.00’ :Έναρξη συνεδρίου από τους κα Catherine SUARD, Σύμβουλο συνεργασίας και Μορφωτικής δράσης, διευθύντρια του Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών, κα Μυρτώ Ρήγου , καθηγήτρια στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, κα Άννα Πατάκη, διευθύντρια των Εκδόσεων Πατάκη.
17.10’: Παρουσίαση του συνεδρίου από τον κο Δημήτρι Βεργέτη, ψυχαναλυτή, μεταφραστή, διευθυντή του περιοδικού αληthεια.
17.20’: Dimitra Panopoulos, agrégée φιλοσοφίας, « Για ένα πλατωνικό θέατρο », Άρης Στυλιανού, επίκουρος καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, « Το καθεστώς του πολλαπλού», Δημήτρις Βεργέτης, « Το καθεστώς της έμφυλης διαφοράς στον Μπαντιού και τον Λακάν»
18.50’: Andrew GIBSON, καθηγητής του Πανεπιστημίου του Λονδίνου, « Να ξαναστοχαστούμε τη λογική της διαλειπτικότητας : ο Μπαντιού, ο Πλάτωνας και Λογικές των κόσμων ».
19.30’: Παρουσίαση του κου Alain Badiou από την κα Aude LANCELIN, δημοσιογράφο του περιοδικού Nouvel Observateur, φιλόσοφο, συγγραφέας του « Οι φιλόσοφοι και ο έρωτας ».
Διάλεξη του κου Alain BADIOU, « Σε τι χρησιμεύει η φιλοσοφία σήμερα ». Θα ακολουθήσει συνομιλία του με την κα Aude LANCELIN.

Σάββατο 21 Νοεμβρίου:
10.00’: Παναγιώτης Σωτήρης, διδάσκων στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου, « Οντολογία και πολιτική στο έργο του Αλαίν Μπαντιού », Σάββας Μιχαήλ, δοκιμιογράφος, «Ζώντας με την Ιδέα »
10.45’ Alessandro RUSSO, διδάσκων στο Πανεπιστήμιο της Μπολόνια, «Ο Μπαντιού και η πολιτιστική επανάσταση », Κατερίνα Κέη, φιλόσοφος, « Οικουμενικότητα και ουτοπία», Βαγγέλης Μπιτσώρης, συγγραφέας, μεταφραστής, «Aλαίν Mπαντιού, Zακ Nτερριντά: Tι συμβαίνει με το συμβάν;».
12.30’ Βίκη Σκούμπη, αρχισυντάκτρια του περιοδικού αληthεια « Το «μη υπαρκτό» στο έργο του Πάουλ Τσέλαν», Γιώργος Βέλτσος, ποιητής, καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Αθηνών, «Η εποχή των ποιητών».
13.30’ Κλείσιμο του συνεδρίου από τον κ. Alain BADIOU
14.00’ Λήξη του συνεδρίου
Είσοδος ελεύθερη – ταυτόχρονη μετάφραση – Τις ομιλίες θα ακολουθήσει συζήτηση με το κοινό.

 

Δ Ι Α Λ Ε Ξ Η: «Η ιδέα του κομμουνισμού σήμερα»

Σάββατο 21 Νοεμβρίου 2009, ώρα 18.30

Αίθουσα εκδηλώσεων της ΕΣΗΕΑ (Ακαδημίας 20)

Ομιλητής: Αλαίν Μπαντιού (Alain Badiou)

Φιλόσοφος, Ecole Normale Superieure, Πρόεδρος του Διεθνούς Κέντρου Μελετών της Σύγχρονης Γαλλικής Φιλοσοφίας (C.I.E.P.F.C.)

Η διάλεξη θα δοθεί επ΄ ευκαιρία της ελληνικής έκδοσης του βιβλίου του Αλαίν Μπαντιού «Η κομμουνιστική υπόθεση», Εκδόσεις Πατάκη, 2009

θα υπάρχει ταυτόχρονη μετάφραση

 

ΕΣΗΕΑ – Ινστιτούτο Ν. ΠΟΥΛΑΝΤΖΑΣ

Το ζήτημα της δημόσιας απεξάρτησης

στο indymedia έχει σειρά άρθρων για τη διαμάχη που έχει ξεσπάσει σε σχέση με τη σύσταση ΜΚΟ μεταξύ του 18άνω και της Νομαρχίας, με σκοπό την παροχή υπηρεσιών απεξάρτησης σε χρήστες. Μπορείτε να δείτε περισσότερα εδώ: http://athens.indymedia.org/front.php3?lang=el&article_id=1033783

Παραθέτουμε το άρθρο από την Κόντρα, και την απάντηση της Κατ. Μάτσα, ψυχιάτρου και επιστ. υπεύθυνης του 18άνω:


Τι έγινε στο «18 Ανω»;


Το τελευταίο διάστημα, το «18 Ανω» βρέθηκε στο επίκεντρο
μιας σφοδρής αντιπαράθεσης, που έχει ως επίδικο την
προσπάθεια δημιουργίας «αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρίας» (ΜΚΟ,
δηλαδή) ανάμεσα σ’ αυτό και τη Νομαρχία Αθηνών. Η
επιστημονικά υπεύθυνη και «ψυχή» του «18 Ανω» Κατερίνα Μάτσα
(ΚΜ στο εξής) τοποθετήθηκε δημόσια στο θέμα, καταγγέλλοντας
πως ενορχηστρώνεται μια εκστρατεία λάσπης ενάντιά της και
ενάντια στο «18 Ανω». Πριν δούμε το ιστορικό της
αντιπαράθεσης του τελευταίου μήνα, ας δούμε τα γεγονότα,
γιατί αυτά είναι που έχουν σημασία, πέρα από τις εκ των
υστέρων ερμηνείες που δίνονται σ’ αυτά.

 


Το «18 Ανω», ως μονάδα του κρατικού ΨΝΑ ήρθε σε συμφωνία με
τη Νομαρχία Αθήνας για τη δημιουργία μιας ΜΚΟ, που θα
λειτουργούσε ένα πρόγραμμα απεξάρτησης (25 θέσεων,
εσωτερικής διαμονής). Η ΜΚΟ θα απορροφούσε 2 εκατ. ευρώ από
τη νομαρχία. Στο καταστατικό της υπό ίδρυση ΜΚΟ διαβάζουμε
ότι αυτή μπορεί να ιδρύσει παραρτήματα ή γραφεία σε άλλες
περιοχές της Ελλάδας, ότι έχει ως αντικείμενο δραστηριότητας
την εξάρτηση από ουσίες σε όλο το εύρος του φαινομένου, ότι
στα έσοδά του περιλαμβάνονται έσοδα από ευρωπαϊκές και
εθνικές επιχορηγήσεις και δωρεές από δημόσιους φορείς και
ιδιωτικές επιχειρήσεις του εσωτερικού και του εξωτερικού,
ότι η διάρκεια της ΜΚΟ είναι 10ετής, αλλά μπορεί όποιο από
τα δύο μέρη θέλει να τη συνεχίσει.

 


Εχουμε, δηλαδή μια τυπική ΜΚΟ, σαν αυτές που λυμαίνονται την
αποασυλοποίηση. Το ότι αυτή τη ΜΚΟ τη συγκροτούν δυο
δημόσιοι φορείς δεν σημαίνει απολύτως τίποτα. Εχουμε το
παράδειγμα των εταιριών που δημιουργούν οι ΟΤΑ, οι οποίες
έχουν γίνει όχημα για την ιδιωτικοποίηση υπηρεσιών, την
ανατροπή εργασιακών σχέσεων και το χαράτσωμα των δημοτών. Σ’
αυτές τις περιπτώσεις οι καλές προθέσεις δεν παίζουν καμιά
σημασία. Αλλωστε, με καλές προθέσεις συνοδεύονται στην
έναρξή τους όλες οι αντίστοιχες πρωτοβουλίες και ξέρουμε που
οδηγούνται.

 


Σε ό,τι αφορά το «18 Ανω» και προσωπικά την ΚΜ εδώ έχουμε
μια τεράστια υποχώρηση. Εχουμε το άνοιγμα μιας «κερκόπορτας»,
περιβεβλημένης με το κύρος της μοναδικής μονάδας απεξάρτησης
που ανήκει στο ΕΣΥ. Αντί να πάμε μπροστά, προς τη δημιουργία
πολλών «18 Ανω», πάμε πίσω, στην εμπλοκή του «18 Ανω» στη
δημιουργία ΜΚΟ, που είναι –σε κάθε περίπτωση– ιδιωτικές
εταιρίες, παρά τη διακήρυξή τους περί «μη κερδοσκοπικού
χαρακτήρα».

 


Η ΚΜ διέπραξε ένα σοβαρότατο λάθος αρχών, καθώς όχι μόνο
συναίνεσε στη δημιουργία αυτής της ΜΚΟ, αλλά και εμφανίστηκε
επισπεύδουσα. Σε έγγραφό της (10.10.08) προς τη διοίκηση του
ΨΝΑ, διαμαρτύρεται για την καθυστέρηση στη δημιουργία της
ΜΚΟ, υποβάλλει η ίδια προς έγκριση το καταστατικό της ΜΚΟ
και –το χειρότερο– κλείνει το έγγραφό της σημειώνοντας ότι
«το 18 Ανω ανήκει στο ΕΣΥ και η επιλογή του για την
υλοποίηση προγράμματος θα πρέπει να αποτελέσει πρότυπο για
όλους». Δηλαδή, καλεί ουσιαστικά και άλλες θεραπευτικές (και
όχι μόνο) μονάδες του Δημόσιου να επιδοθούν στη δημιουργία
ΜΚΟ, προκειμένου να αντλήσουν πόρους που δεν διαθέτει το
Δημόσιο. Ειδικά αυτή η παράγραφος μας οδηγεί έξω από τα όρια
του «στιγμιαίου λάθους» και μας οδηγεί σε σκέψεις περί
αλλαγής προσανατολισμού.

 


Τα πράγματα τα έκανε χειρότερα η ίδια η ΚΜ, που ξεκίνησε
πρώτη τη δημόσια αντιπαράθεση, προφανώς για να προλάβει την
επέκταση της «ιδιωτικής», που μάλλον έπαιρνε διαστάσεις. Με
επιστολή της που δημοσιεύτηκε στην «Αυγή» και το «Πριν» στις
5 Απρίλη, απέδωσε σε «κύκλους προσκείμενους στο ΚΚΕ εντός
και εκτός ΨΝΑ» τη «διάδοση της φήμης για τη σύσταση εκ
μέρους μου μη κερδοσκοπικής εταιρίας». Εγραψε διάφορα περί
λάσπης σε βάρος της και προέταξε ως ασπίδα τον αγώνα της για
τη δημιουργία και την ανάπτυξη του «18 Ανω». Στο τέλος,
αναφέρθηκε σε «πρόταση στο ΨΝΑ να συσταθεί η εταιρία ανάμεσα
στα δύο δημόσια νομικά πρόσωπα», προκειμένου να ξεπεραστεί ο
«κυκεώνας του δημόσιου λογιστικού» και να εκταμιευτούν τα
χρήματα που διέθετε η νομαρχία. Σημείωνε, δε, ότι «και αυτή
η πρόταση έχει ήδη απορριφθεί», χωρίς να αναφέρει από ποιους
και για ποιο λόγο.

 


Ας ξεκαθαρίσουμε, καταρχάς, ένα θέμα. Εδώ και χρόνια οι
σχέσεις του Περισσού με την ΚΜ και το «18 Ανω» ήταν πολύ
καλές, σχέσεις συνεργασίας. Από κάποια στιγμή και μετά οι
σχέσεις αυτές χάλασαν, προφανώς γιατί ο Περισσός ήθελε το
«18 Ανω»  παρακολού-θημα της πολιτικής του και η ΚΜ δεν
συναίνεσε. Προφανώς ο Περισσός περίμενε στη γωνία για να
πάρει ρεβάνς και προφανέστατα η ΚΜ του έδωσε την ευκαιρία με
τη συμμετοχή της στη δημιουργία της ΜΚΟ. Η ηγεσία του
Περισσού δεν δικαιούται να μιλά για τέτοια θέματα. Αυτοί που
έχουν πάρει εκατομμύρια επί εκατομμυρίων ως επιχορηγήσεις
για κτίρια και επιχειρήσεις, πάει πολύ να «τη βγαίνουν» σ’
έναν άνθρωπο που –αν μη τι άλλο– ακόμη και στα λάθη του δεν
επεδίωξε προσωπικό όφελος. Από την άλλη, όμως, και η ΚΜ δεν
είχε το δικαίωμα να κρύβεται πίσω από την επίθεση του
Περισσού, προσπαθώντας να οξύνει τα ανακλαστικά του
«εξωκοινοβουλευτικού» χώρου, χωρίς να λέει όλη την αλήθεια
και χωρίς να δίνει όλα τα σχετικά έγγραφα, για να μπορεί ο
καθένας να κρίνει και να τοποθετηθεί.

 


Ακολούθησε επώνυμη παρέμβαση πρώην θεραπευτή του «18 Ανω»
στο Indymedia, ο οποίος έδωσε στη δημοσιότητα και τα σχετικά
έγγραφα, τα οποία επικαλεστήκαμε στην αρχή αυτού του
σημειώματος. Η ΚΜ επανήλθε με άρθρο της στην εφημερίδα
«Αριστερά!» της ΚΟΕ (24.4.09) στο οποίο αυτή τη φορά κάνει
λόγο για «κύκλους εντός και εκτός ΚΚΕ» που χρησιμοποιούν
«τόσο τον Ριζοσπάστη όσο και το Indymedia». Kαι αυτή τη φορά
επικαλείται τους αγώνες της, ενώ επί της ουσίας υποστηρίζει
για πρώτη φορά ότι «το 18 Ανω αποδέχτηκε την πρόταση
προκειμένου να αγοραστεί με αυτό το ποσό ένα κτίριο». Αμέσως
μετά, όμως, κάνει λόγο για «δυσκολίες του δημόσιου
λογιστικού και γραφειοκρατικές αγγυλώσεις» που «μας έκαναν
να εξετάσουμε θετικά την πρόταση της Νομαρχίας για τη
σύσταση μη κερδοσκοπικής εταιρίας». Δεν μπορεί να διαφεύ-γει
της ΚΜ το γεγονός ότι το «δύσκαμπτο και γραφειοκρατικό
κράτος» είναι η προμετωπίδα όλων των μικιαρχών που νέμονται
την αποασυλοποίηση, αλλά και όλων των κηρύκων της καλυμμένης
ιδιωτικοποίησης. Πώς χρησιμοποιεί την ίδια επιχειρηματολογία
μ’ αυτούς ένας άνθρωπος σαν την ΚΜ; Δυο απαντήσεις χωρούν εν
προκειμένω: ή άλλαξε άποψη ή η έννοια της αυτοκριτικής τής
είναι ξένη και εχθρική και γι’ αυτό, αντί να παραδεχτεί
έντιμα ότι έκανε λάθος κάτω από την πίεση της
πραγματικότητας, προσπαθεί να πείσει τους πάντες ότι έχει
δίκιο.

 


Η τρίτη παρέμβαση της ΚΜ δημοσιεύτηκε στο Indymedia,
απευθύνεται στους συναδέλφους της και είναι η μεγαλύτερη σε
έκταση. Και πάλι έχουμε σαν ασπίδα τους αγώνες της για το
«18 Ανω» (και όχι μόνο), έχουμε και ολίγη Κούνεβα
(απαράδεκτο!), έχουμε και ένα ποτ-πουρί από παλαιότερες
αναφορές της ενάντια στην ιδιωτικοποίηση και τις ΜΚΟ, αλλά
για την ταμπακέρα δεν έχουμε τίποτα, εκτός από έναν μικρό
υπαινιγμό: «Ολα αυτά με έκαναν, παρά την επί της αρχής
αντίθεσή μου στη σύσταση εταιριών, που εξακολουθεί να
υπάρχει, να εισηγηθώ τελικά τη σχετική πρόταση στη Διοίκηση
του ΨΝΑ». Ομως, όταν έχεις αντίθεση επί της αρχής, δεν
εισηγείσαι το αντίθετο. Κι όταν αυτό το πράγμα το έχεις
εισηγηθεί ως πρότυπο, πού «κολλάει» η αντίθεση επί της
αρχής;

και η απάντηση:

Αγαπητοί συνάδελφοι

Τον τελευταίο
καιρό δέχομαι μια βρώμικη επίθεση, που στηρίζεται στην παραποίηση της
αλήθειας και στη συκοφαντία για να σπιλώσει το πρόσωπό μου, τους
αγώνες, την ιστορία μου, το ρόλο μου στο 18 άνω, στο Δαφνί και στο
κίνημα συνολικά. Απευθύνομαι λοιπόν σε όλους εσάς που με γνωρίζετε και
σε άλλους που έχουν απλά ακούσει για μένα, για να αποκαταστήσω την
αλήθεια και την τιμή μου. Γιατί έμαθα στη ζωή μου να κοιτάζω τους
άλλους στα μάτια και να υποστηρίζω πάντα στην πράξη όσα στα λόγια
διακηρύσσω. Γιατί δεν έχω τίποτα να κρύψω από κανένα.
Επί
δεκαετίες μέσα στο κίνημα, στο πλευρό των καταπιεσμένων, των
αποκλεισμένων, των καταδιωγμένων, των ψυχικά ασθενών και των
εξαρτημένων, αγωνίζομαι με συνέπεια, συνδικαλιστικά, κοινωνικά και
πολιτικά, μέσα και έξω από το Δαφνί, στο οποίο υπηρετώ από το 1974
μέχρι σήμερα, για την υπεράσπιση της Δημόσιας και Δωρεάν Υγείας για όλο
το λαό.
    Στο χώρο της Ψυχικής Υγείας δίνω μάχη, στις γραμμές
της ΑΡΣΙ και της «Συσπείρωσης για την Ψυχιατρική Μεταρρύθμιση» αλλά και
μέσα από τα «Τετράδια Ψυχιατρικής» ως υπεύθυνη σύνταξης, από το 1984
μέχρι σήμερα, για την κατάργηση του βάρβαρου και αναχρονιστικού θεσμού
του ψυχιατρικού ασύλου, για ένα δημόσιο και δωρεάν σύστημα ψυχικής
υγείας, μέσα από ένα δίκτυο εναλλακτικών στο άσυλο δομών στην
κοινότητα. Ανήκω στους λίγους ψυχιάτρους που έχουν αρνηθεί να
υλοποιήσουν ευρωπαϊκά προγράμματα αποασυλοποίησης μέσα από την ίδρυση
εταιρειών (κερδοσκοπικών και μη). Έλεγα χαρακτηριστικά σε συνέδριο της
ΕΨΕ για την Ψυχιατρική Μεταρρύθμιση καταδικάζοντας την κυβερνητική
πολιτική  του νεοφιλελευθερισμού για την Ψυχική Υγεία : «Το κράτος
ενισχύει διαρκώς την πολιτική εξουσία του, με κατασταλτικούς
μηχανισμούς και τρομονόμους, εφαρμόζοντας παράλληλα μια πολιτική
εκτεταμένων ιδιωτικοποιήσεων σε βασικούς τομείς της οικονομίας και
συνακόλουθης μαζικής ανεργίας, ενισχύοντας τον οικονομικό και πολιτικό
ρόλο των λεγόμενων «μη κυβερνητικών οργανώσεων». Στις δομές που
δημιουργήθηκαν από τις μη-κερδοσκοπικές εταιρείες, που λειτουργούν με
βάση τα ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια και με προσωπικό ανεπαρκές ή
καθόλου εκπαιδευμένο φιλοξενούνται σήμερα ως ένοικοι πολλοί χρόνιοι
ασθενείς των Δημόσιων Ψυχιατρείων, διαμορφώνοντας έτσι όρους
ιδιωτικοποίησης της Ψυχιατρικής Μεταρρύθμισης» (δημοσιεύεται στα
«Τετράδια Ψυχιατρικής», Νο 94, 2007, στο άρθρο μου με τίτλο «Το μέλλον
της Δημόσιας Ψυχιατρικής»).
    Την ίδια πολεμική από θέση αρχών
διεξάγω τόσο θεωρητικά όσο και μέσα στους συνδικαλιστικούς και άλλους
αγώνες, ενάντια στις λεγόμενες «Συμπράξεις Δημόσιου και Ιδιωτικού
Τομέα» (ΣΔΙΤ), και το ρόλο τους στο χώρο της υγείας ιδιαίτερα.
Στα
πλαίσια όλων αυτών  των αγώνων αναπτύχθηκε η Μονάδα Απεξάρτησης 18 άνω,
που ξεκίνησε το 1987 από ένα περίπτερο μέσα στο Δαφνί και έφτασε σήμερα
να αποτελεί, με τις 32 δομές της, την μεγαλύτερη Δημόσια Μονάδα
Απεξάρτησης στη χώρα, το «παράδειγμα»  κόντρα στην δημοσιοϋπαλληλική
ρουτίνα, την γραφειοκρατία και την κυρίαρχη πολιτική για τα ναρκωτικά, 
προσφέροντας τις υψηλού επιπέδου υπηρεσίες της δωρεάν και σε όλους τους
κατοίκους της χώρας.
    Όπως γράφω στο τελευταίο μου βιβλίο
«Ψυχοθεραπεία και Τέχνη στην Απεξάρτηση – Το παράδειγμα του 18 άνω»,
εκδόσεις Άγρα, 2008, «Ο ανθρωποκεντρισμός και η ισοτιμία αποτελούν τα
θεμέλια αυτού του πλαισίου. Αυτό όμως προϋποθέτει και συνεπάγεται την
διαρκή σύγκρουση, σε όλα τα επίπεδα, με την αρχή «κόστος –
αποδοτικότητα», που διέπει την νεοφιλελεύθερη πολιτική διαχείρισης της
περίθαλψης και όλων των Μονάδων Υγείας, προς όφελος της αγοράς. Το 18
άνω υποστηρίζει με αποφασιστικότητα, από την πρώτη στιγμή της
λειτουργίας του μέχρι σήμερα, την ανάγκη της δωρεάν παροχής υπηρεσιών
απεξάρτησης σε όλους τους κατοίκους αυτής της χώρας, εφόσον το ζητήσουν
οι ίδιοι. Αγωνίζεται, με βάση την αρχή του «θεραπευτικού πλουραλισμού»,
για τη δημιουργία πολλών θεραπευτικών προγραμμάτων, πολλών τύπων, μέσα
στο ΕΣΥ, για να μπορεί ο τοξικομανής να εντάσσεται στο θεραπευτικό
πρόγραμμα που ο ίδιος επιλέγει και του ταιριάζει»  (σ.32).
      Με
αφάνταστο προσωπικό κόστος, δουλεύοντας από το πρωί μέχρι το βράδυ, από
τη μια δομή στην άλλη,  για να καλυφθούν οι τρομακτικές ανάγκες  της
Μονάδας, υπερασπίζομαι μαζί με τους συνεργάτες και συναγωνιστές μου,
επί τρισήμισυ  δεκαετίες, αυτές τις θέσεις.
Υπενθυμίζω για την
ιστορία ότι επικεφαλής της μάχης ενάντια στα προεδρικά διατάγματα του
Υπουργού Υγείας Νικήτα Κακλαμάνη το 2004, που έδιναν την άδεια σε
ιδιώτες να στήνουν «επιχειρήσεις» απεξάρτησης, μπήκε το 18 άνω με εμένα
ως επιστημονικά υπεύθυνη,  μαζί με τους άλλους φορείς της απεξάρτησης
και την ΕΙΝΑΠ που όχι μόνο αντιτάχθηκαν, αλλά έκαναν και 
κινητοποιήσεις, πορεία στη Βουλή και άλλες δράσεις. Το ίδιο και σήμερα.
Δεν είμαι εγώ που στις αρχές του 2009 κατήγγειλα δημόσια και στον
ημερήσιο τύπο το σχέδιο προεδρικού διατάγματος, που ετοίμασε ο ΟΚΑΝΑ
και υπέβαλλε στον σημερινό Υπουργό Υγείας, ένα διάταγμα που δίνει στους
ιδιώτες το δικαίωμα να συνταγογραφούν υποκατάστατα;  Ποιος όλα αυτά τα
χρόνια δίνει τη μάχη προς όλες τις κατευθύνσεις θεωρητικά και στην
πράξη, ενάντια στην πολιτική της συντήρησης της εξάρτησης με βάση τις
ανάγκες της βιοεξουσίας;
Πως θα μπορούσα λοιπόν, εγώ που έχω
καταθέσει την ψυχή μου στο 18 άνω, όπως όλη η κοινωνία γνωρίζει, που
βρίσκομαι σταθερά όλα αυτά τα χρόνια, στην πρώτη γραμμή της μάχης για
τη δημόσια υγεία και τη δημόσια απεξάρτηση να «ανοίξω τον δρόμο στην
ιδιωτικοποίηση του 18 άνω», όπως μερικοί νοσηροί εγκέφαλοι
υποστηρίζουν;
    Θα επιχειρήσω να εκθέσω το χρονικό των γεγονότων
για να φωτιστεί, για όποιον βεβαίως δεν είναι τυφλωμένος από το μίσος,
το πραγματικό νόημα των «ντοκουμέντων» που επικαλούνται όλοι εκείνοι οι
κύκλοι, που με αναγορεύουν σήμερα σε «εχθρό του λαού», κρατώντας για
τον εαυτό τους, με θράσος και περισσή αλαζονεία το μονοπώλιο της
υπεράσπισης της δημόσιας υγείας  και της δημόσιας απεξάρτησης.
     
Όπως είναι γνωστό, η οικονομική   χρεοκοπία του ΨΝΑ  (σημερινό χρέος 37
εκατομμύρια ευρώ) αλλά και η πολιτική λιτότητας της κυβέρνησης έχουν
τραγικές επιπτώσεις στη λειτουργία του ΨΝΑ και του 18 άνω. Ένα από τα
σημαντικά προβλήματα που δημιουργούνται, μεταξύ άλλων, είναι το
κτιριακό. Δεν υπάρχουν κτίρια για να στεγαστούν προγράμματα και αυτά
που υπάρχουν δεν επαρκούν, ούτε έχουν τις κατάλληλες προδιαγραφές για
να στεγάσουν τους θεραπευόμενους στην κλειστή φάση της θεραπευτικής
διαδικασίας. Επιπλέον το ΨΝΑ καθυστερεί πολύ την καταβολή των ενοικίων
και οι ιδιοκτήτες αρνούνται να συντηρήσουν τα κτίρια, απειλώντας με
εξώσεις. Το 18 άνω βρίσκεται αντιμέτωπο, σε μόνιμη βάση, με αυτό το
πρόβλημα, αφού η διαρκής αύξηση της ζήτησης των υπηρεσιών του καθιστά
επιτακτική την ανάγκη δημιουργίας νέων προγραμμάτων, που πρέπει,
βέβαια, να στεγαστούν σε κατάλληλα κτίρια. Υπό την πίεση αυτής της
ανάγκης και της αγωνίας να έχουν μια στέγη για να μπορέσουν να 
απεξαρτηθούν όλο και πιο πολλοί νέοι άνθρωποι που δεν έχουν άλλη ελπίδα
ζωής, και μπορεί να πεθάνουν περιμένοντας, οδηγηθήκαμε στην αποδοχή της
πρότασης της Νομαρχίας Αθηνών προς το 18 άνω για την υλοποίηση ενός
θεραπευτικού προγράμματος απεξάρτησης με το ποσόν των 2 εκατομμυρίων
ευρώ. Σκεφτήκαμε ότι ήταν ευκαιρία να αποκτήσει το 18 άνω ένα δικό του 
κτήριο με τις κατάλληλες προδιαγραφές. Αποφασίσαμε ότι σε αυτό το
κτίριο θα στεγαζόταν η δομή που ήδη λειτουργεί σε ενοικιαζόμενο κτήριο
επί της Ιεράς Οδού. Μέσα από αλλεπάλληλες και εκτεταμένες συζητήσεις –
και όχι στα κρυφά, όπως κατηγορούμαι – με τη θεραπευτική ομάδα του
τμήματος της ιεράς Οδού  καταλήξαμε ότι στο κτίριο  που  θα αγοραζόταν
με τα 2 εκατομμύρια της Νομαρχίας θα στεγαζόταν το πρόγραμμα της Ιεράς
Οδού αυξάνοντας τις θέσεις από 15 που είναι τώρα σε 25, με το ίδιο
προσωπικό του 18 ΑΝΩ που υπηρετεί στο τμήμα αυτό και χωρίς καμία νέα
πρόσληψη. Και μάλιστα για να μην υπάρξει σύγχυση επί του θέματος στο
σχέδιο ολοκληρωμένης παρέμβασης  που υποβλήθηκε αρχικά στη Νομαρχία,
αναγράφονται και τα ονόματα των εργαζόμενων στο τμήμα αυτό.
Με τη
βοήθεια του διευθυντή Τεχνικής Υπηρεσίας ΨΝΑ συντάχθηκαν οι τεχνικές
προδιαγραφές και άρχισε η αναζήτηση από θεραπευτές της Ιεράς Οδού του
κατάλληλου κτιρίου. Τον Οκτώβρη του 2008 πληροφορηθήκαμε από παράγοντες
της Νομαρχίας ότι δεν γίνεται από νομική άποψη να αγορασθεί το κτίριο
από τη Νομαρχία και να παραχωρηθεί στο 18 Άνω, αυτό δηλαδή που
ζητούσαμε εμείς. Στην αγωνιώδη αναζήτηση εναλλακτικής  λύσης, για να μη
χαθεί η προσφορά των 2 εκατομμυρίων ευρώ, και να αγορασθεί το κτίριο
που τόσο είχε ανάγκη το 18 Άνω, σε κάποια από τις συζητήσεις ανάμεσα
στις δύο πλευρές (ΨΝΑ και Νομαρχία) προτάθηκε από νομικό σύμβουλο της
Νομαρχίας να ιδρυθεί μια μη- κερδοσκοπική εταιρεία ανάμεσα στο ΨΝΑ και
τη Νομαρχία, με μόνο σκοπό να αγοράσει το κτίριο για το 18 Άνω,
εξοφλώντας το μέσα σε χρονικό διάστημα δύο περίπου χρόνων και μετά να
διαλυθεί. Το γεγονός ότι η εταιρεία αυτή αφορούσε δύο δημόσια νομικά
πρόσωπα, το ΨΝΑ και τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση και όχι κάποιο ιδιώτη,
ότι δεν θα εμπλεκόταν ως μέλη της ή με όποια άλλη ιδιότητα, οι
εργαζόμενοι του 18 Άνω, ούτε βεβαίως εγώ, ότι δεχόμουν την διαρκή πίεση
των εξαρτημένων που αγωνιζόταν να προχωρήσουν στην «κλειστή» φάση και
δεν υπήρχε θέση, γιατί δεν χωρούσαν, όλα αυτά με έκαναν, παρά την επί
της αρχής αντίθεσή μου στη σύσταση εταιρειών, που εξακολουθεί να
υπάρχει, να εισηγηθώ τελικά τη σχετική πρόταση στη Διοίκηση του ΨΝΑ.
Αυτή είναι η εισήγηση που τώρα χρησιμοποιείται από κάποιους ως τεκμήριο
της ενοχής μου για την «απόπειρα ιδιωτικοποίησης του 18 Άνω»! Στο
κείμενο αυτό επισυνάφθηκε από το νομικό σύμβουλο του ΨΝΑ και ένα σχέδιο
καταστατικού, του τύπου που συνήθως χρησιμοποιείται σε τέτοιες
περιπτώσεις. Προσωπικά δεν ασχολήθηκα καθόλου με αυτό γιατί θεωρούσα
ότι ήταν κάτι εντελώς τυπικό, αφού η εταιρεία θα δημιουργούνταν μόνο
και μόνο για να αγορασθεί το κτίριο και μετά θα διαλυόταν.
Όσο για
το όνομα της εταιρείας «Μονάδα Απεξάρτησης 18 Άνω» μπήκε από το νομικό
σύμβουλο για να διασφαλισθεί ότι τα 2 εκατομμύρια της Νομαρχίας δεν θα
χρησιμοποιούνταν για τις ανάγκες του ΨΝΑ!
Με βάση αυτή την αναφορά
η Διοίκηση του ΨΝΑ απευθύνθηκε στο Υπουργείο Υγείας και την Β’ ΔΥΠΕ,
προκειμένου να πάρει τη σχετική έγκριση, γιατί πρώτον, δεν υπήρχε
προηγούμενο για τη σύσταση εταιρείας ανάμεσα σε δύο δημόσια νομικά
πρόσωπα και δεύτερον γιατί έπρεπε να ενταχθεί και ο σκοπός της
απεξάρτησης στους σκοπούς που προβλέπει ο οργανισμός του ΨΝΑ. Γι’αυτό
και η τελική έγκριση δόθηκε με βάση την εισήγηση του νομικού συμβούλου
της Β’ ΔΥΠΕ – η οποία περιλαμβάνεται στο σκεπτικό της τελικής απόφασης
του ΣΔ του ΨΝΑ της 12/2/09 – και λέει : «η σύσταση αστικής μη –
κερδοσκοπικής εταιρείας μπορεί να αποτελέσει δράση που θα εξυπηρετήσει
τους σκοπούς του ΨΝΑ και επομένως το ΝΠΔΔ – ΨΝΑ μπορεί να μετέχει σε
αυτήν μαζί με τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση». Στη βάση αυτή της εισήγησης
δόθηκε η έγκριση από το ΣΔ του ΨΝΑ  με την απόφαση της 12/2/2009.
Όμως,
αξίζει να αναφερθεί ότι πριν ακόμα καθαρογραφεί αυτή η απόφαση είχαμε
ήδη πληροφορηθεί τηλεφωνικά ότι ο Νομάρχης ήταν αντίθετος. Ίσως γιατί η
εταιρεία δεν αφορούσε ιδιώτη αλλά δύο δημόσια νομικά πρόσωπα! Έτσι η
συγκεκριμένη πρόταση δεν υποβλήθηκε ποτέ στη Νομαρχία!
Δεν
υποβλήθηκε όχι γιατί κάποιοι «αποκάλυψαν», όπως επαίρονται, την
πλεκτάνη, αλλά γιατί η πολιτική ηγεσία της Νομαρχία δεν τη δεχόταν .
Όσο
για τη διατύπωση της απόφασης του ΣΔ ότι «εγκρίνει τη σύσταση εταιρείας
μη – κερδοσκοπικού χαρακτήρα με σκοπό την αντιμετώπιση προβλημάτων που
απορρέουν από τη χρήση ουσιών στα πλαίσια λειτουργίας της Μονάδας 18
Άνω σε συνεργασία με τη Νομαρχία Αθηνών» αυτή η διατύπωση αναφέρεται
στην αρχική πρόταση της Νομαρχίας, που είχε όμως το περιεχόμενο που
περιέγραψα παραπάνω. Δεν μπορεί, λοιπόν, να θεωρηθεί ότι αποτελεί ένα
προηγούμενο για τη σύσταση τέτοιων εταιρειών αφού η απόφαση αναφέρεται
ξεκάθαρα στη συνεργασία των δύο συγκεκριμένων δημόσιων φορέων
προκειμένου να λειτουργήσει το πρόγραμμα που θα δινόταν στο 18 Άνω!
Η
επιμονή, λοιπόν, κάποιων κύκλων – από το ΚΚΕ μέχρι κάποιους που η
συνεισφορά τους στο κίνημα εξαντλείται στις χωρίς αρχές προσπάθειες
διάλυσης σε ό,τι συμμετέχουν «με ολίγη Κροστάνδη» – ότι αυτή η απόφαση
ανοίγει το δρόμο στην ιδιωτικοποίηση δεν στηρίζεται παρά μόνο στις
εμμονές τους. Αποσπώντας προτάσεις και φραστικές διατυπώσεις από το
συγκεκριμένο πλαίσιο, μέσα στο οποίο αποκτούν το πραγματικό τους νόημα,
φτιάχνουν ένα τερατώδες οικοδόμημα πολιτικής παράνοιας, για να
κινδυνολογήσουν και να τρομοκρατήσουν τους εργαζόμενους του 18 Άνω,
στους οποίους διαδίδουν ότι θα ιδιωτικοποιηθεί το 18 Άνω και θα χάσουν
τη δουλειά τους! Και αυτό για να χρησιμοποιήσουν προς όφελός τους και
αυτή την υπόθεση ως προεκλογικό ατού, εναντίον των «αντικομμουνιστών»,
τους οποίους έχουν αποφασίσει να εξοντώσουν!
Ενορχηστρώνουν
συστηματικά μια επιχείρηση λάσπης, που αποβλέπει στη σπίλωση του
ονόματός μου, όχι απλά ως Κατερίνα Μάτσα, αλλά ως αυτό που
αντιπροσωπεύω για το 18 Άνω και για όλο το κίνημα, στο πλευρό των
καταπιεσμένων, ως ο άνθρωπος που θα σταθεί πάντα δίπλα τους μέχρι το
τέλος, δίνοντας τη μάχη για τη ζωή και την ελευθερία, όσες προσωπικές
θυσίες κι αν αυτό χρειάζεται.
Θα ήθελα, όμως, με απόλυτη αίσθηση
της σοβαρότητας της κατάστασης και της ιστορικής ευθύνης μου να
διαβεβαιώσω όλους ότι ούτε αυτή η επίθεση – και έχω δεχθεί πολλές
ανάλογες μέχρι σήμερα – δεν θα καταφέρει να με γονατίσει. Μου δίνει
δύναμη το έργο που κάνω, οι προσδοκίες στα μάτια των ανθρώπων που δεν
έχουν στον ήλιο μοίρα και προσπαθώ, με όσες δυνάμεις έχω, να απαλύνω
τον πόνο τους.
Μου δίνει δύναμη η νεολαία που ονειρεύεται ένα
καλύτερο κόσμο, υψώνει το ανάστημά της και εξεγείρεται, όπως το
Δεκέμβρη του 2008.
Μου δίνει δύναμη η Κωνσταντίνα Κούνεβα, στο 10ο
όροφο του «Ευαγγελισμού», που στις καθημερινές μας συναντήσεις δεν
παύει να επαναλαμβάνει «οι άνθρωποι πρέπει να σπάσουν οι ίδιοι τα δεσμά
του φόβου τους και να ζήσουν ελεύθεροι».
Μου δίνει δύναμη ο ίδιος
ο αγώνας μου, στο χώρο της επιστήμης, της κοινωνίας και της πολιτικής,
κόντρα στην κυρίαρχη ιδεολογία, με σημαία την ανατροπή του καπιταλισμού
που απειλεί να μας θάψει κάτω από τα ερείπιά του. Ο αγώνας για μια
πανανθρώπινη κοινωνία Ελευθερίας και Δικαιοσύνης, χωρίς ταξικά δεσμά,
χωρίς εκμετάλλευση, καταπίεση, ταπείνωση ανθρώπου από άνθρωπο. Και αυτή
τη σημαία δεν μπορεί και δεν πρόκειται κανένα άτομο και κανένας
σκοτεινός μηχανισμός να με κάνει να την υποστείλω. Θα εξακολουθήσω,
παρά την τεράστια προσωπική πικρία, να παλεύω συλλογικά για όλα όσα έχω
αγωνισθεί με πείσμα και αυταπάρνηση σ’ όλη τη ζωή μου. Αυτό το γνωρίζει
καλά η κυρίαρχη εξουσία, οι εχθροί αλλά και οι σύμμαχοι μέσα στο
κίνημα. Δεν θα επιτραπεί σε κανένα να απειληθεί  με οποιοδήποτε τρόπο ο
δημόσιος και δωρεάν χαρακτήρας του 18 Άνω ούτε το έργο του, που ανήκει
σε ολόκληρη την κοινωνία. Μαζί με όλους εσάς θα εξακολουθήσω να δίνω τη
μάχη για τις αρχές, τις αξίες, τα οράματά μου κόντρα σε κάθε πίεση, απ’
όπου κι αν προέρχεται. Και είμαι βέβαιη ότι σ’ αυτό το δρόμο θα
συναντηθούμε.

                                                                          Κατερίνα Μάτσα
                                                                  Επιστημονικά Υπεύθυνη 18 ΑΝΩ

«Ένα Γέλιο θα Σας Θάψει»: Συνέχεια στη συζήτηση περί μελαγχολίας της αριστεράς

‘‘A Laughter That Will Bury You All’’:
Irony as Protest and Language as Struggle in the Italian 1977 Movement

Patrick Gun Cuninghame

από το Interactivist Info Exchange: http://info.interactivist.net/node/12611

Στη συζήτηση για τη μελαγχολία της αριστεράς, που ξεκινήσαμε παλιότερα, ταιριάζει αυτό το ακαδημαϊκό κείμενο για την «ειρωνεία ως διαμαρτυρία και τη γλώσσα ως αγώνα στο κίνημα του ’77 της Ιταλίας». Αναφέρεται στους Ινδιάνους της Μητρόπολης και άλλες ομάδες της ευρύτερης «δημιουργικής» αυτονομίας στις δράσεις τους. Περισσότερα σχόλια μετά το διάβασμα.

Summary

Perhaps the most innovative aspect of the Italian ‘‘1977 Movement’’ in its conflict with the grey, humourless political system was its use of irony to ridicule its opponents. Irony was central to the identity of the movement and its cultural and political break with the institutional old and vanguardist new lefts. Its use, particularly by the ‘‘Metropolitan Indians’’, the transversalists and other ‘‘creatives’’, marked a social revolt by mainly marginalized young people, who invented a new political counter-culture based on linguistic experimentation in circumstances far from the optimism of 1968. The paper, based directly on primary sources from the movement and on interviews with former participants, reassesses a movement usually characterized as ‘‘violent’’ by Italianist social history. It concludes that the movement’s ‘‘ironic praxis’’ contributed to a fundamental change in Italian society in the late seventies and has influenced the political style of contemporary alterglobalist and anti-capitalist movements.1

Introduction

‘‘The revolution is over. We have won.’’ (Zut/A/traverso, Bologna, June, 1977)2

The 1977 Movement (known as settantasette – ‘‘Seventy-Seven’’ – in Italy) marked the end of Italy’s ‘‘long sixty-eight’’, which had lasted for a decade, as compared to a few weeks in France and elsewhere. While the iconoclastic punk movement screamed ‘‘No future’’ in Britain, perhaps the main weapon of the revolt of ‘‘Year Nine’’3 against the austere, humourless, bureaucratic authoritarianism of the Italian Communist Party (ICP), and its ‘‘Historical Compromise’’4 with the corrupt Christian Democrat regime, was its caustic irony and satirical wit. This was particularly the case with the ‘‘Metropolitan Indians’’ (indiani metropolitani: largely non-violent demonstrators who used face paint and headdresses to signify their break from the ‘‘seriousness’’ of politics and emphasize the theatrical and ludic aspects of protest.

This article aims to outline the rationale behind the ‘‘creative’’ wing of Seventy-Seven and its ‘‘scream’’ against official politics of whatever hue and anything within the Left, both Old and New, that smacked of dullness, self-importance, dogmatism and hypocrisy. It will show how humour in its historically most political form, irony, was central to the identity of the movement and its fundamental cultural, as much as political, break with both the institutional Old Left (ICP and Socialist Party) and the vanguardist New Left of 1968 origin. This was the linguistic, artistic, cultural and, ultimately, despite its ‘‘antipolitical’’ ethos, political revolution of the ‘‘Second Society’’5: students, unemployed youth, precarious workers, and other ‘‘marginals’’ excluded
from the twilight of the Keynesian-Fordist pact and forced to reinvent a new political praxis in very different circumstances from the optimism of 1968. Often wittily ironic, sometimes aggressively sarcastic, always disparaging, Seventy-Seven’s use of creative humour also had devastating
political consequences. Such was the case of the expulsion of Luciano Lama, an ICP leader and head of the CGIL6 trade unions, who along with his bodyguards and several hundred press-ganged trade unionists, was….

This article will examine the how and why behind an extraordinary panoply of slogans, graffiti, chants, zines, happenings, street theatre, and free radio stations. Bologna’s ‘‘creative Autonomia’’ [Autonomy] also produced ‘‘Mao-Dadism’’, the melding of the Maoism of the Cultural Revolution with the Dadaism of interwar artistic nihilism. Another current was ‘‘transversalism’’: the attempt by the A/Traverso magazine collective to deconstruct autonomia,8 operaismo (workerism),9 and the Left in general. While Mao-Dadaism and transversalism took themselves more seriously, they shared with the Metropolitan Indians’ ironic slogans with the same subversive intent to ‘‘turn the world upside down’’ by playfully undermining the linguistic and cultural norms of both capitalism and socialism. The article concludes by tracing links between Seventy-Seven’s celebration of humour as political event and the sometimes theatrical praxis of contemporary alter-globalist and anti-capitalist movements.

‘‘A STRANGE MOVEMENT OF STRANGE STUDENTS’’

The mass movement that emerged in Rome and Bologna, in particular, in February–April 1977 was categorized by the ICP intellectual and moderate workerist, Asor Rosa, as the ‘‘Second Society’’: a nomadic amalgam of university and secondary school students, unemployed and counter-cultural youth, feminists, homosexuals, artists, and unaffiliated ex-New Left activists known as cani sciolti (stray dogs), plus autonomia and the remnants of the New Left parties11. The countercultural and anti-political components that had been prominent in the 1968 movements returned to the fore to challenge the neo-Leninist and workerist premises of organized Autonomia through the ironic communicative action of the Metropolitan Indians and the linguistic transversalism of ‘‘creative autonomia’’.

However, unlike 1968, there was no workers’ movement in tandem or potential allies in the institutional Left. Its ‘‘Historic Compromise’’ with the Christian Democrats had led the ICP from a position of relative neutrality in 1968 to open hostility towards the more radical 1977 Movement. The movement perceived the ICP’s leaders as even more rigid than the political Right in their insistence on austerity and repressive measures to pacify the severe crisis of the mid-1970s, including the highly unpopular plans to restructure the universities which sparked off Seventy-Seven. Despite its social-democratic shift towards Eurocommunism, the ICP retained its ‘‘Stalinist soul’’, took a conservative stance on the divorce and abortion referendums and seemed unable to appreciate the significance of the new social movements.12 The rupture with the party system was complete and only one side could emerge intact from such an uncompromising confrontation, as Ferruccio Gambino, a sociologist and former Potere Operaio (Workers’ Power)13 militant, states:

Basically they were strangers in their own land. When they turned their heads it was not like in Corso Traiano [major riot in a working-class district of Turin] in 1969, when there were 5,000 workers behind the students. This time there were no workers. That makes a difference and I think they paid very dearly for that. It was a much more difficult situation than in 1969.14

Whereas 1968 saw an explosion of antagonist movements, behaviours, and mentalities that spread throughout Italian, and indeed global society, synchronizing with a profound process of social, economic, and cultural crisis and change, 1977, as the culmination of that process, represented its
implosion and dispersion throughout society in an individualized rather than collective form. The outburst of political, social, and cultural innovation and creativity represented by Seventy-Seven ultimately fell into a void of repression and terrorism, its actors unable to maintain the
tremendous momentum of February and March. Autonomia, as a post-New Left mass entity, was the only overtly political movement in Seventy-Seven. However, organized autonomia’s attempts to hegemonize the
movement and to ‘‘raise the level of conflict’’ with the state caused a permanent internal dispute, whose divisive effects contributed to the movement’s crisis and premature demise. Revisionist post-Marxist sociological accounts have emphasized Seventy-Seven’s violent, self-destructive tendencies, while minimizing its creative, humorous characteristics15.

Sympathetic radical, Marxist, and autonomist accounts have stressed its innovatory contribution to the evolution of contemporary Italian, European, and now global social movements, given the strong Italian influence within alterglobalism.16

RUPTURE WITH THE ICP

However, the most important difference between the movements of 1968 and 1977 was without doubt the very different relations between the socialmovements and their historical mediator with the state, the ICP, which had been the main beneficiary, in terms of votes, from the upsurge of the social movements after 1968, almost overtaking the Christian Democrats in the 1976 national elections. It was not hard to predict the conflict between Seventy-Seven and the ICP, but its ferocity, particularly the incident with Lama, the CGIL leader, at Rome University on 17 February took most by surprise.

The movement exploded exactly in those parts of the social terrain considered to be securely occupied by the ICP, namely the universities and ‘‘Red Bologna’’, the capital of Emilia-Romagna, the main region of the ‘‘Red Belt’’ of northern central Italy and the ICP’s showpiece for its local
government strategy of cooperation with the small and medium scale industry of the so-called ‘‘Third Italy’’.17 A generally contemptuous attitude led to the disastrous miscalculations that brought about Lama’s misconceived attempt forcibly to ‘‘normalize’’ the university and end the occupation. His accompanying group of about 300 ICP and CGIL militants was too small and divided. Many factory workers left as soon as they realized they were not confronting ‘‘fascists’’ as they had previously been informed. The Metropolitan Indians drowned out Lama’s harangue with their mocking chants, provoking a violent reaction:

In the large open area of the campus where he was to speak, Lama found another platform already rigged up, with a dummy of himself on it (complete with his famous pipe). There was a big red cutout of a Valentine’s heart, with a slogan punning his name – ‘‘Nessuno L’Ama’’ [Lama Nobody or Nobody Loves Him]. Around this platform there was a band of Metropolitan Indians. As Lama started to speak, they began to chant ‘‘Sacrifices, Sacrifices, We Want Sacrifices!’’ (a parody of the State’s economic policy upheld by the Communist Party). ‘‘Build us More Churches and Fewer Houses!’’ (Italy has more churches than any other European country, and a chronic housing shortage). ‘‘We demand to work harder and earn less!’’ [:::]. The irony aggravated the humourless heavies.18

Then came the more violent anger of the autonomi who responded with a hail of stones to the aggression of Lama’s minders who had attacked the Metropolitan Indians with fire extinguishers. Lama and his entourage were pushed out of the campus and the truck with his loudspeaker system was smashed up. Both sides taunted each other with shouts of ‘‘fascists’’, a deadly insult for an Italian leftist. Others broke down and wept, overwhelmed by the historic significance of the moment: the Rubicon had been crossed and the Italian Left was now irredeemably split. The damage done was irreversible and the split between the ICP and the movement had become an unbridgeable abyss, locking both into an increasingly bitter confrontation, particularly after Renato Zangheri, the ICP mayor of Bologna, defended the killing of a student activist by riot police on 11 March.

THE ‘‘TWO SOCIETIES’’

The shock of Lama’s humiliating expulsion forced the ICP’s intellectuals to analyse seriously a movement that until then they had only derided or ignored. The counter-attack was led by the ICP’s Asor Rosa in a series of articles in L ‘Unita´ ,19 in which he outlined his theory of the ‘‘two
societies’’: a ‘‘first society’’ composed of ‘‘guaranteed’’ social strata, attached to the unions and political parties, whose interests were considered to be synonymous with those of the Historic Compromise; and a ‘‘second society’’ composed of ‘‘non-guaranteed’’ marginalized social subjects, particularly the young unemployed and underemployed trapped in unregulated black-market jobs, with whom an institutional dialogue over the ‘‘politics of austerity’’ implemented since 1973 to help the
economy out of its worst postwar crisis was necessary if all but impossible.

The interests of the ‘‘first society’’ were represented by the national party system and the unions, while the irreducibly marginalized ‘‘second society’’ self-organized locally in autonomous antagonist movements. This was also due to the failure of the historical workers’ organizations to represent the non-guaranteed sectors, particularly youth, who were unprotected by labour laws and exploited in the growing sector of black market sweatshops.

Asor Rosa’s theory was the first recognition of the movement’s social complexity and cultural novelty. It recognized the limits of a social democratic strategy of ‘‘normalization’’, differing from the conspiracy theory-type analysis which typified the ICP’s attempt to understand those movements, armed or otherwise, to its left. However, his theory remained flawed, contradictorily accusing the movement of being both ‘‘hedonistically apolitical’’ and ‘‘politically anti-communist’’. It expressed no appreciation of the movement’s attack on politics itself, one of its most novel characteristics, nor of the impending crisis in the Fordist productive model, based on the ‘‘pact between producers’’. The ‘‘first society’’, in fact, was also destined for defeat and the erosion and removal of its guarantees in the aftermath of the collapse of the 1980 FIAT strike. Asor Rosa attempted to make the new conflicts conform to an older model based on historical class divisions; a frequent mistake in Marxist analyses of new social movements.

METROPOLITAN INDIANS

Seventy-Seven surprised the New as much as the Old Left with its break with the generation and politics of 1968, as the punks did with hippie values in Britain. They mocked the ageing ‘‘sixty-eighters’’ almost as harshly as the Old Left bureaucrats, calling them ‘‘zombies’’. The countercultural youth who had been on the fringes of the 1968–1973 protest cycle became central to the new cycle of the mid to late nineteen seventies. However in Italy, as opposed to the UK punk scene, there was an unlikely mixing of Marx and the metropolitan underground:

They tended to coalesce [:::] for some periods [but] they were also separated. I
belonged to an area where they touched each other. I was neither a pure hippy nor a pure Marxist. We were in between. [:::] On the other hand, there was Re Nudo [underground magazine] and others who wouldn’t want to hear about politics [:::]. I wasn’t ever in [RN], they were a bit too hippyish for my liking [:::] for instance, I obviously did take drugs [:::] but I never thought that would make an alterative world, whereas [RN] was very much into changing your diet [:::]. It was almost a religious order [:::].20

The self-description of ‘‘autonomy’’ was adopted as a blanket term to cover the ‘‘new politics’’, both ‘‘creative’’ and ‘‘organized’’. In Italy, youth subculture was linked to the political subculture of autonomia, ‘‘alternative’’ practices being politicized and made oppositional. Between 1975 and 1979 urban youth entered the political scene as the protagonist in new forms of urban conflict, its identity having been transformed by the student-worker politics of 1968–1973. This identity was not perceived exclusively in terms of youth experience, but more of the situation of the modern metropolis. Thus, youth became coterminous with exclusion, marginality, and deviance, and was treated by sociologists (except for Alberto Melucci) and institutions alike as a ‘‘social problem’’. This false image was appropriated and parodied by the Metropolitan Indians who mocked ‘‘Western civilization’’ and its values, seeing unemployment as an opportunity for self-development rather than a personal crisis or social problem.21

The Metropolitan Indians were the most visible counter-cultural force within Seventy-Seven. In Milan they emerged from a mixing of the experience of the Proletarian Youth Clubs (PYC) with ‘‘Mao-Dadaism’’,
the ‘‘drug culture’’, group sex and ‘‘transversalist’’ linguistic experimentation, particularly the use of sarcastic and ironic slogans to ridicule all forms of organized politics, including organized autonomia. Mao-Dadism defined itself as a hybrid by-product of both the Chinese Cultural Revolution, when ‘‘art [:::] became daily life’’, and the Dadaist rejection of ‘‘the separation between art and daily life’’.22 This turn to Dada by ‘‘creative autonomia’’ and its historical link to the surrealist/situationist project need to be reconsidered, in the sense that it was the surrealists, rather than the Dadaists, who rejected the separation between art and daily life. Their consideration of ‘‘the surreal’’ as a revolutionary project led them to communism in the 1930s, while the Dadaists tended to remain aloof from organized politics. This surrealist project, which continued with the situationists, then had Dada superimposed back onto it in the late 1960s by various European counter-cultural groups. They linked Dada to anarchism and adopted irony, play and theatricality ‘‘as political values, and as a new way of making autonomous space. [This] was articulated by these groups [:::] by using the language of Dada.’’23 Thus Mao-Dadism was part of a general European counter-cultural reinvention of Dadaism in the 1960s and 1970s.

The Metropolitan Indians’s main contribution to Seventy-Seven was the combination of linguistic experimentation and Situationist detournement 24 in its leaflets, demonstration slogans, and police-taunting gestures. They used mocking humour and what the semiologist Umberto Eco called ‘‘Italo-indian’’25 to attack total institutions and the patriarchal family. As part of the ‘‘meeting of the People of Men’’ they proposed ‘‘the immediate practice at the territorial level of militant antifamily patrols to tear away young men and especially young women from patriarchal tyranny’’.26 They made surrealistic demands which parodied the political practice of ‘‘demanding’’, asking for the ‘‘demolition of the Patriotic Altar,27 and its substitution with all forms of vegetation [and] animals [:::] and the alternative use of Hercules aircraft as a service to transport young people for free to Machu Pichu (Peru) for the sun party’’.28

However, not all of ‘‘creative autonomia’’ agreed with their somewhat ritualistic use of irony: ‘‘The game of reversal is impassioning the Rome movement; once the trick is discovered the game is easy’’.29 Even so, ‘‘the trick is old, in France it has a precise linguistic expression – detournement – and it has long been used by the exponents of the historical vanguard [:::] precursors could be found among the great English writers of the eighteenth century’’.30 Nevertheless, the power of irony as a linguistic weapon was recognized, as were its limitations: What interests us is the sense of bitterness that irony leaves us with, its flattening action. Irony opens spaces, it unhinges, it reveals what cannot be hidden anymore [:::]. Irony lacks flesh and blood, it is only partially a practice of liberation, as partial as is violence and its organization.31

Finally, irony is a frustrating ‘‘language that marks the space between our desires and the difficulty of their realization’’.32 The Metropolitan Indians also combined ironic wordplay with theatricality on demonstrations as a self-deprecatory refusal of ‘‘serious militancy’’, deliberately provoking the more earnest militants with their ‘‘effrontery of inventing and intoning slogans with a megaphone in the middle of an assembly [:::] and hilarious routines such as marching in indian file while intoning the word ‘Oask?!’ [the name of their zine, an anagram of Kaos]’’.33 Significantly, these bizarre slogans, were ‘‘quickly assimilated by the whole Movement’’, demonstrating the power of irony as a protest form throughout Seventy-Seven.34 The ‘‘Indians’’ proved, however, to be more of an ephemeral moment than a lasting tendency,dissolving back into the movement or simply leaving, after the intensification of state repression following the insurrectionary violence of the 12 March demonstrations in Rome and Bologna. They ‘‘did not recognize[themselves] in mass aggregations, [they] liked to invent language-behaviour and to look for another space in which to elaborate [their] poetic of intervention. Already in OASK?! they had signed off as the ‘‘Metropolitan Indians in dis/aggregation’’.35

RADIO ALICE AND ‘‘TRANSVERSALISM’’

Transversalism, named after Bologna’s A/Traverso magazine, was another example of the central role of language in the 1977 Movement. It attempted to undermine language’s socially controlling norms through the use of Lewis Carroll’s ‘‘non-sense’’ and other forms of ‘‘interruption’’ to create a new kind of communication, more suited to the needs of the Seventy-Seven generation. It influenced the explosion in the independent production of leaflets, posters, bulletins, newspapers, journals and zines that was Seventy-Seven’s most lasting material legacy, along with the chants, slogans, and discussions in endless assemblies in schools, university faculties, and ‘‘occupied social centres’’. Transversalism was theorized within the major social themes but outside the constraints of worn-out ideological categories, such as the ‘‘proletariat’’ and the ‘‘middle class’’. As feminism had already done, it opposed every ideological system. The ‘‘everyday’’ was to be lived as a ‘‘revolutionary moment’’ in all its components, necessitating the constant deployment of inventiveness and creativity. Hence the ironic use of language, the ‘‘non-sense’’, the claims to the right to travel for free (with counterfeited train tickets), the right to free cinema, and the theory of technical-scientific intelligence that led to strangely haphazard traffic lights and free international calls from
telephone booths.36

The urban youth movement, like the women’s movement, had a wide repertoire of resources and skills to mobilize. The mushrooming of ‘‘free radio’’ stations (radio libere) in the main cities in the mid-1970s made them the sounding board and cultural laboratory of the movements. Through phone-ins, ordinary people’s rich store of experiences addressed the real problems of everyday life that were ignored by the mainstream media. The use of ‘‘non-sense’’, to go through the ‘‘looking glass’’ of reality, helped to mirror the outside world. However, most radio stations closed down more through lack of skills and funds than police action. There was a failure to articulate and develop autonomous practices, although the present extensive network of free radio stations is thriving, if in a less experimental format.37

Radio Alice was founded by former Potere Operaio militants and began broadcasting in 1974 as the first ‘‘free radio station’’. It broke all the norms of communication, something never done before by the Italian Left. The writer and academic Enrico Palandri, then a student militant and poet,
describes his involvement in the radio:

When I came to Bologna in 1975 very soon I began to work with Radio Alice. At first I did a programme with some friends on poetry late at night. [:::] meeting these people who were slightly older than us, who had been in the ‘68 movement and had set up the radio. [:::] [During the rioting following the killing of a student in March] there were a lot of phone-ins and we all listened. The police broke in and closed the radio. This was reported live because the people in the radio were very clever. They hid the microphones and left the lines open. After that there were numerous arrests.38

Seventy-Seven’s evident capacity for cultural innovation and experimentation
lay in its use of new languages and forms of antagonist communication, the latter defined as the expression of real behaviours, not abstract reflections to be proposed as a separate product from the
struggles. The free radio stations, most famously Radio Alice, and to a lesser extent the more ‘‘political’’ Radio Sherwood in Padua and Radio Onda Rossa in Rome, became the sites not just of a localized dissemination of counter-information and subversive ideas, through the cronisti a gettone (telephone kiosk reporters) and phone-ins, but also the locus for continual linguistic experimentation through the use of transversalism, Mao-Dadaism, non-sense and a mixture of false and real news under the slogan: ‘‘Let’s spread false news that produce real events’’.39

The most infamous prank was the false edition of La Repubblica (a centre-left national daily newspaper), produced by Il Male, a satirical magazine. Its front page splash featured the improbable ‘‘arrest’’ of Ugo Tognazzi, a popular comic actor, as the grande vecchio (godfather) behind the Red Brigades, so ridiculing the press’s obsession with terrorist conspiracy theories.

The magazine A/traverso, linked to Radio Alice, first appeared in Bologna in 1975 as a supplement to Rosso, then the main publication of organized autonomia. However, the growing ideological divisions between ‘‘creative’’ and ‘‘organized’’ autonomia soon led to a parting of the ways. It attempted to be an organ of continuous and open research on the general problems of language, the private sphere, and of intelligence in confrontation with power by going beyond the rigid ideological schemes of political organizations, but also beyond the prevalent debates on the crisis of militancy and the emergence of ‘‘secondary needs’’.40 It was born, not by chance, in Bologna, where the model of ‘‘actually existing socialism’’ presented by the ‘‘Red Junta’’ of the ICP and ISP proved unattractive to much of that city’s youth. The movement revolutionized language with conscious research, retrieving the printing methods of the underground culture. By using newspaper clippings, handwriting, and typewritten white paper, it created a new printing format that allowed flexible imagination to go beyond previous typographic schemes.41

The intellectual most intrigued by, and as a sociologist at Bologna University, one of the most informed about, the transversalist discourse and praxis was Umberto Eco. He identified a fundamental switch in the semiotic strategies of the new social movements from the moral seriousness of the Marxist-Leninists to the irony of the students and counter-cultural youth. The inherited wisdom of the Old and New Lefts was turned on its head (‘‘More churches, less houses!’’) and was used to torment the ICP. Eco claimed that the ‘‘new generations’’ were ‘‘living a [:::]multiplicity of languages of the ‘avant guard’ in their daily lives’’.42 The most interesting aspect for him was that ‘‘this language of the divided subject, this proliferation of apparently uncoded messages, is understood and practised to perfection by those who until today were extraneous to high culture’’.43

In contrast, the linguistic experts of ‘‘high culture’’ were only able to understand the ‘‘language of the divided subject’’ when it was spoken in a laboratory and could not understand it ‘‘when spoken by the masses’’.44 Eco’s analysis helps to explain why the irony and experimental language of the ‘‘creatives’’ not only exasperated officialdom and the Old Left, but also caused major rifts within the movement itself between the ‘‘creatives’’ and the ‘‘politicos’’, a fault line that can still be found in contemporary anti-capitalist movements.

CONCLUSION

Seventy-Seven marked the end of the 1968 historical, cultural and political cycle and the beginning of a new one, which, arguably, continued in Italy during the 1980s and 1990s, above all through the centri sociali (squatted social centres) movement. The movement’s long-term significance has come to be seen as primarily socio-cultural, with its dominant characteristics of counter-cultural and linguistic innovation, particularly in communicational forms. Through the use of irony, detournement, sarcasm, parody, satire, mockery, puns, and anagrams, antagonistic political humour disoriented ‘‘the fundamental laws of human language [:::] subverting the discipline of their valorization’’45. However, the intense political mockery deployed by the Metropolitan Indians, the movement’s most visible if relatively short-lived counter-cultural tendency, was not exclusively reserved for the political system and the institutional Left. The more self-importantly ‘‘serious’’ sections of Seventy-Seven, generally those more closely related to the vanguardist traditions of the New Left, were also made the butt of movement in-jokes, so hampering and disarming their attempts to gain ‘‘hegemony’’ over the movement. The Metropolitan Indians and the transversalists of Radio Alice were not the first to use irony as provocation, Dadaism or linguistic experimentation as political action. Some preceding groups included the Situationist International, the Provos in Amsterdam, Kommune 1 in Germany, Black Mask in New York, and in Britain King Mob, who, dressed as Santa Claus, went into a department store on Christmas 1968 and began handing items from the shelves to children as ‘‘presents’’. These were later confiscated by the police while Santa was arrested.46 These groups used individual actions and stunts to gain publicity for political reasons, while the ‘‘creatives’’ of Seventy-Seven were a mass phenomenon and part of a broader social movement, whose repertoire also included armed violence, but whose over-riding characteristic was its desire to both express itself through and play with words in a politically subversive fashion. In this sense the ‘‘post-political’’ 1977 Movement broke with the
more ‘‘political’’ movement cycle of the 1960s and 1970s and presaged the rise of the media-dominated ‘‘information society’’ in the eighties.

Over thirty years have passed since the 1977 Movement changed the face of Italian movement politics, before being stigmatized by the media, isolated by the party system and criminalized and repressed by the state. Much of the contemporary global anti-capitalist movement also relies on various forms of humour and play, rather than the ideological browbeating of vanguardism, let alone organized violence, to make their points. The use of intense theatricality, camp mockery and ironic provocation is now
collectively organized as the ‘‘pink and silver’’ block of the alterglobalist movement, whose most notable exponents are the pink fairies of Tactical Frivolity, given to tickling riot police men with their feather dusters. Today’s humour is probably gentler than the biting irony of the Metropolitan Indians, capable of provoking the violence of outraged ICP militants or a charge by the riot police, but the message is the same: language is the site of political struggle and the derisory laughter born of irony is one of the most potent weapons a social movement has, humiliating the ‘‘powerful’’ and inspiring the ‘‘powerless’’.

* This article is based on a paper, ‘‘The End of Politics: The 1977 Movement in Italy’’, presented at the annual conference of the Association for the Study of Modern Italy, London, in November 1997; and also on ch. 6, ‘‘Youth Counter-Cultures and Antagonist Communication: ‘Creative Autonomia’ and the 1977 Movement’’, of my unpublished Ph.D. thesis, Autonomia: Movement of Refusal: Social Movements and Conflict in Italy in the 1970s (Middlesex University, 2002). I am indebted to Enrico Palandri and Ferruccio Gambino for sharing their experiences with me and for providing valuable insights through in-depth interviews. I thank Franco Berardi, Bob Lumley, Nick Dyer-Witheford, and Autonomedia for providing permission to quote. I also thank Laura Corradi, Gavin Grindon, Alejandro Suero and Steve Wright for their comments, corrections and additional sources. Finally, all translations of quotations from Italian and Spanish texts are mine, as are any errors.

NOTES
1. Circoli proletari giovanili di Milano (eds) Sara´ un risotto che vi seppellira´ (Milan, 1977). Title of collected ephemera of Proletarian Youth Circles movement and a word play on the old anarchist slogan, converted into ‘‘It will be a risotto that will bury you all’’.

2. ‘‘La rivoluzione e` finita, abbiamo vinto’’, ironic headline in one of the main newspapers of the ‘‘creative’’ wing of the Seventy-Seven Movement; quoted in Francesco Berardi, Dell’Innocenza. 1977: l’anno della premonizione (Verona, 1997), p. 50.

3. In Sette anni di desiderio: cronache 1977–1983 (Milan, 1985 [1983]), Umberto Eco gives this name to the 1977 Movement. ‘‘Year One’’ was 1968, the historical break between the Old and
New Lefts.

4. Following the 1973 coup d’e´tat in Chile, the ICP’s leadership concluded that the parliamentary road to socialism was closed. Enrico Berlinguer, the ICP’s party secretary, devised the Historic Compromise strategy to increase electoral support among the middle classes. The severe crisis of the seventies caused the Christian Democrats and ICP to agree on the need to restabilize the Italian state and organize social consensus for economic austerity measures.

5. A theory outlined by Alberto Asor Rosa in Le due societa´ (Turin, 1977). See section on ‘‘Two Societies’’ for further analysis.

6. Confederazione Generale Italiana del Lavoro (Italian General Confederation of Labour), the largest of the three union confederations and close to the ICP and the Italian Socialist Party. Its leader was unceremoniously driven out of Rome University, after attempting forcibly to end an occupation: an historical turning point that marked the definitive end of the ICP and the New Left’s mutual tolerance and the rupture of any possible ‘‘Left unity’’ in that country.

7. I thank Alejandro Suero for sharing with me his idea that such events are more important in ‘‘epoch-making’’ than repression, the latter usually taken as marking the end of a cycle of social movement mobilization and therefore of a specific epoch.

8. A social movement produced by the disintegration of the New Left groups in the mid-1970s and a general disaffection among young activists with the party form. See Steve Wright, Storming Heaven: Class Composition and Struggle in Italian Autonomist Marxism (London, 2002) and my unpublished Ph.D. thesis.

9. Italian operaismo was born in the late 1950s and emphasized workers’ autonomous selforganization, while criticizing trade-union-based ‘‘workerism’’. For a definitive history of operaismo, see Wright, Storming Heaven.

10. L. Manconi and M. Sinibaldi, ‘‘Uno strano movimento di strani studenti’’, Ombre Rosse, 20(1977), pp. 28–n/a.

11. Lotta Continua [Continuous Struggle], Avanguardia Operaia [Workers’ Vanguard], Il
Manifesto (now a national daily newspaper), Potere Operaio [Workers’ Power] plus a galaxy of smaller groups.

12. Antonio Negri, ‘‘Between ‘Historic Compromise’ and Terrorism: Reviewing the Experience of Italy in the 1970s’’, Le Monde Diplomatique (English edn, trans. Ed Emery), September (1998); http://www.monde-diplomatique.fr/en/1998/09/11negri, (accessed April 2001).

13. An operaismo-influenced group which pushed for the alliance between the libertarian 1968 students’ movement and the autonomous workers movement of the 1969 ‘‘Hot Autumn’’ strikewave. Many of its militants and intellectuals later became involved in autonomia and Seventy-Seven.

14. Interview with Ferruccio Gambino, June 1999 (Padua).

15. Donatella Della Porta, Movimenti collettivi e sistema politico in Italia 1960–1995 (Rome, 1996); Robert Lumley, States of Emergency: Cultures of Revolt in Italy from 1968 to 1978 (London, 1990); Alberto Melucci, Challenging Codes: Collective Action in the Information Age (Cambridge, 1996).

16. Berardi, Dell’innocenza; Marco Grispigni, Il Settantasette: Un manuale per capire, un saggio per riflettere (Milan, 1997); George Katsiaficas The Subversion of Politics: European Autonomous Social Movements and the Decolonization of Everyday Life (Atlantic Highlands, NJ, 1997).

17. So termed to contrast it with the historical divide between the ‘‘two Italies’’ of the developed,
industrialized north and the underdeveloped, agricultural south.

18. Anon., ‘‘Lama Sabachthani’’, in Italy: Autonomia. Post-Political Politics (New York, 1980), pp. 100–101, 101.

19. The ICP’s national daily newspaper.

20. Interview with Enrico Palandri, June 1999 (London).

21. Lumley, States of Emergency.

22. R. Scordino and DeriveApprodi (eds), ‘77: L’anno della grande rivolta (Rome, 1997, CD), no page numbers.

23. Gavin Grindon, e-mail, 19 December 2006. I thank Gavin for this and other insights on the relation between Dadaism and counter-cultural movements in contemporary European history.

24. ‘‘[A] term deriving from the Situationists [which] describes the reassemblage of elements torn out of their original context in order to make a subversive political statement’’; Nick Dyer-
Witheford, Cyber-Marx: Cycles and Circuits of Struggle in High Technology Capitalism
(Urbana, IL, 1999), n. 60, p.187. The Situationist International was a neo-Marxist movement which emerged from the post-surrealist milieu and was a key influence on the French May 1968 revolts with its analysis of advanced capitalism as a ‘‘society of spectacle’’ based on consumerism and the mass media.

25. ‘‘C’e´ un altra lingua, l’italo-indiano’’, L’Espresso, no. 14, (1977); republished in Umberto Eco, Sette anni di desiderio (Milan, 1983), and in Nanni Balestrini and Primo Moroni, L’orda d’oro: 1968–1977. La grande ondata rivoluzionaria e creativa, politica ed esistenziale (Milan,
1997 [1988]); trans. Micaela Bogazzi and republ. as ‘‘Hay otro idioma, el italo-indiano’’, in Balestrini and Moroni, La horda de oro (1968–1977). La gran ola revolucionaria y creativa,polı´tica y existencial (Madrid, 2006), pp. 610–614.

26. Anon., ‘‘Gli indiani metropolitani’’, 3 March 1977 (leaflet); 68–77 gruppi e movimenti si raccontano, http://www.zzz.it/ago/settesette/volantinill–2Q.htm, (accessed April 2001).

27. A large marble monument in central Rome, built during fascism, also known derisively as the ‘‘typewriter’’ due to its unusual shape.

28. Anon., ‘‘Gli indiani metropolitani’’.

29. Anon., Zut, 1977; 68–77 gruppi e movimenti si raccontano, http://www.zzz.it/ago/
autonomia/ironia.htm, (accessed April 2001).

30. Ibid.

31. Ibid.

32. Anon., Historias Trastornadas, II, ‘‘Indiani Metropolitani’’, http://www.lisergia.net/interferencias/
purgantepublicitario/indiani.html, (accessed September 2006).

33. Ibid.

34. Ibid.

35. Scordino and DeriveApprodi, ‘77.

36. Ibid.

37. Ibid.

38. Interview with Enrico Palandri, June 1999 (London).

39. The slogan ‘‘Diffundiamo notizie false che producono eventi veri’’ described a widespread practice among the ‘‘free radio’’ stations.

40. Agnes Heller’s La teoria dei bisogni in Marx (Milan, 1974) was an influential text within Seventy-Seven, as were the works of the post-structuralists Foucault, Deleuze, and Guattari.

41. Scordino and Derive Approdi, ‘77.

42. Eco, ‘‘Hay otro idioma, el italo-indiano’’, p. 612.

43. Ibid.

44. Ibid.

45. Maurizio Torealta, ‘‘Painted Politics’’, in Italy: Autonomia, pp. 102–107, 104.

46. Gavin Grindon, e-mail.

Ετικέτες Technorati: , , , , ,

Η δημιουργία, η Χαρά (έναντι της μελαγχολίας) και η Αντίσταση… σκέψεις με αφορμή το what street party?

Το βράδυ της 25/12/08, αντιπροσωπεία της Εκτελεστικής Γραμματείας της Κεντρικής Επιτροπής του blog συμμετείχε στους εορτασμούς του What Street Party?, που διοργάνωσαν διάφορες ομάδες στο κέντρο της αθήνας (για περισσότερα, δείτε: 1, 2, 3).
Αν και εορτασμοί είναι ελλιπής περιγραφή για αυτή τη χριστουγεννιάτικη παρέλαση, θα επιχειρήσουμε μερικές συνοπτικές αναλυτικές σκέψεις, μιας που είναι Σ/Κ, και η ερμηνευτική, ημι-καφενειακή θεωρία της πολιτικής είναι αγαπημένη ενασχόληση.

Ένα ζήτημα που απασχολεί το blog είναι η μελαγχολία της αριστεράς, είτε με την πρόσφατα αναρτημένη ανάλυση της Wendy Brown, είτε στα κείμενα της Colectivo Situaciones από την Αργεντινή, για τον αγωνιστή-ερευνητή, που τέθηκαν στο αφιέρωμα για την αγωνιστική έρευνα.
Η έννοια της μελαγχολίας των αριστερών προβάλλεται, από τον Walter Benjamin και μετά, από ψυχαναλυτικά επηρεασμένους (αριστερούς) στοχαστές ως ένα εμπόδιο στην όξυνση και εξάπλωση των αγώνων, μια δυσκολία που δημιουργούν στον ίδιο τον αγώνα οι αριστεροί «αγωνιστές» & «αγωνίστριες», λόγω της πεισματικής εμμονής/ταύτισής τους με την «αλήθεια» των παραδεδεγμένων, «δογμάτων» και αναλύσεων των θεωρητικών «καθοδηγητών» τους.

Και στην κοινωνική εξέγερση του Δεκεμβρίου 2008, όπως και στις πυρκαγιές του καλοκαιριού του 2007, φάνηκε ότι το μεγαλύτερο κομμάτι της αριστεράς στην ελλάδα δεν μπόρεσε να ξεπεράσει αυτή τη μελαγχολία και να αδράξει τη στιγμή για να εντείνει τους αγώνες, για την αμφισβήτηση του παρόντος, όπως έκαναν αντιθέτως αυτο-οργανωμένα με τα νέα social media οι μαθητές/τριες.  
Μερικά παραδείγματα κριτικής σε αυτό που ερμηνεύουμε ως μελαγχολία μέσα από τους αγώνες του Δεκεμβρίου μπορούμε να δούμε στο blog «τι είδε η Αλίκη μέσα από τον καθρέφτη» για την κατάληψη της ΓΣΕΕ στην Αθήνα, όπως και για την κατάληψη της βιβλιοθήκης της Άνω Πόλης στη Θεσσαλονίκη από το Ο.Α. blog.

Αλλά και οι διαμαρτυρίες των μαθητών και εν γένει της νεολαίας το δεκέμβριο του 2008, πιο πολύ από οργή, αγανάκτηση και αρνητικότητα φαίνονταν να πηγάζουν*, με γενικόλογα αιτήματα την αμφισβήτηση της (τωρινής) κυβέρνησης και τον αφοπλισμό της αστυνομίας, παρά την υποδειγματική και άμεση αυτο-οργάνωσή τους, χωρίς καθοδηγητές και κόμματα. Η δημιουργικότητα του κινήματος του Δεκεμβρίου εντάθηκε στις καταλήψεις κτιρίων (πολύ χρήσιμες και συμβολικές), στην προπαγάνδα (με την χρήση γραφικών, blog και social media), και ιδίως στην εκ νέου δημιουργία σχέσεων, δεσμών και γνωριμιών ανάμεσα στα αγωνιζόμενα άτομα, που πάρα πολλά δεν είχαν κοινωνικοποιηθεί μέσα στους αγώνες, λόγω της μικρής τους ηλικίας (και στην μελαγχολία της αριστεράς; χμ….).
Από την άλλη, προσωπική γνώμη είναι ότι η χαρά**, η λάμψη της δημιουργίας στο μάτι, το γέλιο απουσίαζε τελείως το Δεκέμβριο από τη νεολαία, όπως απουσιάζει και από την ελληνική κοινωνία συνολικά. Αντιθέτως, η μελαγχολία, η θλίψη, η αγανάκτηση, το μπούχτισμα, η απαισιοδοξία, η «σιωπηρή απελπισία» είναι τα συναισθήματα που πλανιούνται στη δημόσια σφαίρα.     

Μερικοί σύγχρονοι θεωρητικοί, αντλώντας από το Μπ. Σπινόζα και τον Μ.Μ.Bakhtin, τις έννοιες των παθών της χαράς (joyfull passions) του πρώτου και της θεωρίας του γέλιου και του γκροτέσκου στο μεσαιωνικό καρναβάλι του δεύτερου, προτάσσουν τη θετική, δημιουργική και γεμάτη χαρά διάσταση της αντίστασης και του αγώνα που ανοίγεται στη δυνατότητα της στιγμής και της απόρριψης του υπάρχοντος, χωρίς το κόλλημα στα θεωρητικά σχήματα και τις δύσκαμπτες αναλύσεις των σταδίων για την επίτευξη του σοσιαλισμού.        

Για να μπούμε στο θέμα του σχολίου, το what street party? της Πέμπτης 25/12/08 είναι μια παραδειγματική στιγμή αγώνα που εμπεριέχει τη χαρά της δημιουργίας, του γέλιου, του καρναβαλιού (χορού, μουσικής, γκροτέσκου), με ανατρεπτικά αντικαπιταλιστικά χαρακτηριστικά, χωρίς ίχνος της μελαγχολίας της αριστεράς, αλλά και της αγανάκτησης της εξέγερσης του Δεκεμβρίου, παρά την χρονική του εγγύτητα.
Δημιουργήθηκε μια Προσωρινή/Παροδική Αυτόνομη Ζώνη (ΤΑΖ – Hakim Bey) στο κέντρο της αθήνας, σε μια μέρα «θρησκευτικής» αργίας της εργασίας, της κατανάλωσης, της διακίνησης εμπορευμάτων, μια μέρα οικογενειακής ξεκούρασης, ανίας και νεκρού χρόνου.

Μια υποκειμενική αφήγηση ενός ατόμου που συμμετείχε μπορείτε να διαβάσετε στο indy.gr.

Ξεκινώντας από την ιστοσελίδα/blog της διοργάνωσης, μπορούμε να δούμε τα χαρακτηριστικά της που, σύμφωνα με τους δημιουργούς της, δείχνουν το ιδεολογικό της πλαίσιο και μέσα από «εκλεκτικές συγγένειες» εντάσσονται στα κινήματα αντίστασης στον καπιταλισμό.
Οικολογία: ποδήλατο, επαναχρησιμοποίηση πραγμάτων, μη-εμπορευματικές & αυτο-οργανωμένες ανταλλαγές.
Ιδιοκτησία και Ιδιωτικότητα: Ψηφιακά δικαιώματα, δημόσια διαφάνεια, αντίσταση στις άδειες λογισμικού & τα πνευματικά δικαιώματα με ελεύθερη διάδοση των πνευματικών έργων.
Κινήματα πόλης: δικαιώματα των πεζών.
Ελεύθερη διάθεση της τέχνης.  
Αυτοοργάνωση σε «ομάδες εγγύτητας» (affinity groups).
Και όλα αυτά χωρίς αλφάδια, σφυροδρέπανα & κόκκινα αστέρια, χωρίς μεγαλοστομίες και ιδεολογικά μανιφέστα μέσα στην ιστοσελίδα…

Αλλά και στην (επι)τέλεση του what street party?, ένα (ιδεολογικό) πλαίσιο ενάντια στο εμπόρευμα και τις σχέσεις του (επι)τελούνταν. Αυτοοργάνωση, χωρίς σπόνσορες, με εθελοντική προσφορά, συμμετοχή και εργασία των dj και ομάδων που συμμετείχαν, με ιδιωτικές γεννήτριες και μηχανήματα πάνω σε μια πλατφόρμα/άρμα με ρόδες, χωρίς μπάρ «για τα έξοδα της διοργάνωσης» (bring/find your own booze!), με παρακλήσεις και μοίρασμα σακκούλας για τα σκουπίδια που κάναμε, σεβασμό στον αστικό χώρο, αλλά και αντιμπατσικά συνθήματα από τους mc’s που γίνονταν αποδεκτά από το ετερόκλητο πλήθος (1000 – 2000 περίπου;) μητροπολιτικής νεολαίας, εργαζομένων, οικογενειών, μεταναστ(ρι)ών, λούμπεν στοιχείων και μη.

Αυτό το πλήθος με το άρμα του (επαν)οικειοποιήθηκε ειρηνικά, με την κρίσιμη μάζα του, το δημόσιο χώρο του κέντρου της Αθήνας, σε μια νύχτα αργίας που θα ήταν έρημος, έδειξε ότι είναι εκεί, με τις ιδέες του, την εναλλακτική παρουσία και οργάνωσή του, επέλεξε να γιορτάσει μακριά από τον κόσμο των εμπορευματικών σχέσεων της νυχτερινής διασκέδασης.  
Αλλά κυρίως (και παρά το κρύο) έδειξε ότι το να αντιστέκεσαι, σημαίνει το να δημιουργείς: συμβάντα (Badiou), καταστάσεις, ανθρώπινες σχέσεις με γέλιο, χαρά, μεταμφιέσεις και καρναβάλι, γκροτέσκο (δείτε το banner με τον έρωτα με αντιασφυξιογόνο μάσκα), αγάπη, έρωτα, μουσική και χορό.
Γιατί όπως έγραψε η Emma Goldman: «If I can’t dance, it’s not my revolution».  

Σημειώσεις:
*αν δεχτούμε ένα χονδροειδές & απλουστευτικό ερμηνευτικό μοντέλο
αναγωγής σε ψυχικά αίτια της συμπεριφοράς και των πράξεων διαμαρτυρίας.
** εκτός από την χαρά της καταστροφής και την θυμική έξαψη των κορμιών που συγκρούονται;

Powered by ScribeFire.