cfp: SELF, PSYCHOANALYSIS AND SOCIETY IN THE 21ST CENTURY

RC36 symposium
Gothenburg, Sweden
July 10, 2010

The relationship of self and society has intrigued philosophers, psychoanalysts, and sociologists for over a century. In the early part of the last century, as economic conditions fostered alienation, malaise and despair, the neo-Marxist Frankfurt School, among the first scholars influence by both the Economic and Philosophical Manuscripts, as well as Freudian psychology, began to investigate and theorize the social psychological factors that disposed certain people to Fascism. At about the same time, in the US, scholars such as Cooley, James and above all GH Mead began to think about socialization and the formation of self. These early perspectives played a major role in the rise of symbolic interactionism.

These theories have seen a number of developments and transformations. While the work of Reich, Fromm, Adorno and Horkhiemer was groundbreaking, Marcuse, Habermas and Jessica Benjamin have added to that tradition. Surely the work of Althusser, Lacan and Foucault has added a number of other concerns and dimensions.

For the past few years, a number of scholars have gathered together before the American Sociological Association meetings to discuss the vagaries of contemporary selfhood, largely, but not exclusively from a psychoanalytical perspective. This year, given the many European and International scholars that will be attending the ISA, we decided to move our venue to Gothenburg, Sweden, and schedule our meeting the day before ISA meets. The meeting will be sponsored by RC36 Alienation Theory and Research.

We would like to invite all interested scholars to join us in what have been among the most stimulating meetings. Please send an abstract of about 200-250  words to Lauren Langman, Llang944@aol.com and Lynne Chancer,lchancer@hunter.cuny.edu. Please send by April 30, 2010.

Αποδομώντας τις σιγουριές μας για το φύλο: η Judith Butler στην Αθήνα

Όπως σημειώσαμε και παλιότερα, η Judith Butler, θα βρίσκεται για 2 διαλέξεις στην Αθήνα.

Την Τετάρτη, 16 Δεκεμβρίου 2009, θα μιλήσει στο Goethe Institute για:
“Performative Politics and the Critique of State Violence”
(Επιτελεστική Πολιτική και η Κριτική της Κρατικής Βίας)
Ώρα Έναρξης 18:30. Δείτε το χάρτη εδώ:
Η διάλεξη οργανώνεται από το ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς.

Την Πέμπτη 17 Δεκεμβρίου 2009, θα μιλήσει στο Αμφιθέατρο Σάκη Καράγιωργα, στην Πάντειο, για:
“From Performativity to Precarity”
(Από την Επιτελεστικότητα στην Επισφάλεια)
Ώρα Έναρξης 18:30. Δείτε το χάρτη εδώ.
Η διάλεξη αυτή οργανώνεται από το τμήμα κοινωνικής ανθρωπολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου, το Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών σπουδών Πολιτικής Επιστήμης & Κοινωνιολογίας, και το Ερευνητικό πρόγραμμα GeMIC.

Καλωσορίζοντας τη σημαντική αυτή διανοήτρια, οι εφημερίδες του χώρου της ανανεωτικής αριστεράς (δηλ. Εποχή και Αυγή), μαζί με πανεπιστημιακούς που σχετίζονται με την διοργάνωση της επίσκεψης, ετοίμασαν κάποια κείμενα. Παραθέτουμε το ένα, είσαγωγικό στο έργο της, από την Εποχή, και δίνουμε τους συνδέσμους για το αφιέρωμα στην Αυγή. 

Το σχετικά πρόσφατο εκδοτικό εγχείρημα μετάφρασης στα ελληνικά σημαντικών κειμένων της φιλοσόφου, καθηγήτριας του Μπέρκλεϊ, Τζούντιθ Μπάτλερ, συμπίπτει με τη συγκυρία της επίσκεψης της κορυφαίας φεμινίστριας θεωρητικού στην Αθήνα. Η Μπάτλερ θα δώσει δύο ομιλίες, στις 16 και 17 Δεκεμβρίου, καλεσμένη του Πάντειου Πανεπιστημίου και του Ινστιτούτου Ν. Πουλαντζάς.

Η είδηση της επίσκεψής της γεμίζει με αναμονή και προσδοκίες πολλές και πολλούς από εμάς δεδομένου ότι αποτελεί μια σπάνια δυνατότητα διαλόγου γύρω από την ιδιαίτερη σκέψη της θεωρητικού που έχει επιφέρει δημιουργικές ρωγμές τόσο στη φεμινιστική σκέψη, όπως τη γνωρίζαμε μέχρι τη δεκαετία του ’80, όσο και στην πολιτική θεωρία και έχει προκαλέσει έντονες συζητήσεις με αρκετές αντιπαραθέσεις που δεν έχουν ακόμη κοπάσει. Πώς το περιεχόμενο των θεωρητικών της συμβολών υπήρξε τόσο συγκλονιστικό ώστε το εκτόπισμά του να συνδράμει στην ανάδειξη ενός νέου «κύματος» στη φεμινιστική θεωρία και μιας θεωρητικής στροφής στους κόλπους των κοινωνικών και ανθρωπιστικών επιστημών, όπως της φιλοσοφίας και της κοινωνικής ανθρωπολογίας;
Καθώς τα κείμενά της γίνονται πλέον προσπελάσιμα, μας δίνεται η ευκαιρία να μετέχουμε μέσω της ανάγνωσης σε μια διαδρομή γοητευτικά και δημιουργικά ανοίκεια, αφού αυτό που διακυβεύεται είναι η ριζική ανασήμανση θεμελιωδών παραδοχών της δυτικής, φαλλοκεντρικής μεταφυσικής.  
Το λιμάρισμα των θεμελίων του οικοδομήματος της δυτικής σκέψης, η απομυθοποίηση της φα(ντα)σματικής μεταφυσικής της παρουσίας, συντελείται μεθοδικά στη μεταδομιστική σκέψη, έχοντας ξεκινήσει ήδη, νωρίτερα από τη δεκαετία του ’80, στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ. Στο πλαίσιο του μεταδομισμού, η αμφισβήτηση, ως θεωρητικό εργαλείο, στρέφεται κατά των όρων μέσω των οποίων συντελείται η εννοιολόγηση και εγκαθιδρύεται η αυταπόδεικτη αυθεντία των φορέων λόγου και γνώσης. Όπως ο Φουκώ, ο Ντεριντά, ο Μπαρτ, ο Λιοτάρ και άλλοι θεωρητικοί αναγγέλλουν τους θανάτους των μεταφυσικών υποκειμένων -του Θεού, του συγγραφέα, του Είναι- και σηματοδοτούν το τέλος των μονοσήμαντων «μεγάλων αφηγήσεων» και του αρραγούς νοήματος, η Μπάτλερ θέτει στο στόχαστρό της ιδιαίτερα τις νόρμες του φύλου και της σεξουαλικότητας.

Η αμφισβήτηση
του βιολογικού φύλου

Αν, πριν από 60 χρόνια, στο διακύβευμά της στο «Δεύτερο Φύλο» η Σιμόν ντε Μπουβουάρ ότι «γυναίκα δε γεννιέσαι αλλά γίνεσαι», αμφισβητεί το «θεόσταλτο», φυσικά θεμελιωμένο χαρακτήρα του φύλου, υποδηλώνοντας ότι αυτό κατασκευάζεται κοινωνικά και εγγράφεται πάνω στα γυναικεία και ανδρικά σώματα ως φυσικό, η Μπάτλερ αμφισβητεί την ίδια την ιδέα, όχι απλώς του κοινωνικού, αλλά του βιολογικού φύλου. Για την Μπάτλερ, ο λόγος της βιολογίας, όπως και άλλοι λόγοι, δεν είναι προνομιούχοι φορείς μιας αντικειμενικής, οικουμενικής, διαφωτιστικής αλήθειας για τον κόσμο, επίγειοι αντιπρόσωποι του θεού στη γη, αλλά αρθρώνονται και χρωματίζονται ανάλογα με τα συμφραζόμενα των εκάστοτε σχέσεων εξουσίας, με άλλα λόγια δεν μπορούν ποτέ να είναι «αθώοι». Το φύλο για την Μπάτλερ δεν είναι απόρροια ανατομικών χαρακτηριστικών, δεν προϋπάρχει κάπου, εν είδει tabula rasa, αλλά σημασιοδοτείται και μορφοποιείται μέσα σ’ ένα πλέγμα πειθαρχικών καθεστώτων που επιβάλλουν ή υποβάλλουν συμπεριφορές, κινήσεις, επιλογές, επιθυμίες. Στα περιφρουρούμενα όρια που διαγράφει και ρυθμίζει η ετεροφυλοφιλική φόρμα/πλέγμα [heterosexual matrix] σχέσεων γνώσης και εξουσίας, το φύλο δεν κληρονομείται φυσικά, αλλά επιβάλλεται, ρυθμίζεται κοινωνικά και η επιτέλεσή του επιτηρείται. Κατά την Μπάτλερ, το φύλο δεν παραπέμπει σε κάποια ουσία ή ακόμη σε κάποια υλικότητα καθαυτή, αλλά σε μια διαρκή και ατελή/ατελέσφορη διαδικασία υλοποίησης και επαναληπτικής επιτέλεσης μέσα από την οποία κάποιες έμφυλες πρακτικές καθιερώνονται μέσα στο χρόνο ως κοινωνικά αναγνωρίσιμες και αποδεκτές. Εκεί αναφέρεται ο όρος επιτελεστικότητα [performativity], η εισήγηση του οποίου έχει σε θεωρητικό επίπεδο ταυτιστεί με το όνομα της Μπάτλερ.

Μηχανισμοί γνώσης και εξουσίας

Η θέση της Μπάτλερ για το φύλο μπορεί να ιδωθεί μέσα από το πρίσμα της ευρύτερης μεταδομιστικής σκέψης που επιτίθεται στις οντολογίες και αποδομεί το έλλογο, κυρίαρχο και αυτοτελές υποκείμενο που εξήγγειλε ο Διαφωτισμός. Είναι προφανές ότι η Μπάτλερ δεν ενδιαφέρεται να πιστοποιήσει το φαντασιακό αυτό υποκείμενο, αντίθετα εστιάζει στο πώς έγινε και εδραιώθηκε το αξίωμα του προϋπάρχοντος υποκειμένου και σώματος, και μάλιστα στο πρότυπο του ανδρικού, ετεροφυλοφιλικού κυριαρχικού εαυτού. Την ενδιαφέρει, με άλλα λόγια, ποιοι μηχανισμοί γνώσης και εξουσίας οδήγησαν στο να εμπεδώσουμε μια τέτοια μυθοπλασία για το ανθρώπινο υποκείμενο. Κυρίως, και αυτό δείχνει ίσως μια ακόμη πιο άμεση σύνδεση με την πολιτική, αυτό που ενδιαφέρει την Μπάτλερ είναι το ερώτημα: αν οι επιτελέσεις προκύπτουν αναπόφευκτα μέσα από κοινωνικούς περιορισμούς, τι γίνεται με τις περιπτώσεις που δεν προβλέπονται από το «καταστατικό»; Όλοι και όλες επιτελούν το φύλο τους και τις διάφορες άλλες ταυτότητες και αποδέχονται καλόβολα τις ευεργετικές συνέπειες του να συμβαδίζεις με τις νόρμες και «ζήσαμε εμείς καλά…», ή μήπως υπάρχουν και «παράπλευρες απώλειες»;
Για την Μπάτλερ, η μεταφυσική αυτή αφήγηση είναι ο κατ’ εξοχήν μηχανισμός παραγωγής ετερότητας. Έτσι, τα άτομα των οποίων οι έμφυλες και σεξουαλικές επιτελέσεις δεν συνάδουν με την υστερικά ρυθμιζόμενη προβλεψιμότητα του λόγου και της εξουσίας είναι οι παρίες του συστήματος με συχνά βίαιες επιπτώσεις. Ακόμη, κάνοντας μια σύνδεση για την οποία κατηγορήθηκε για αντιαμερικανισμό, η θεωρητικός είδε στη συγκυρία της 11ης Σεπτεμβρίου την επιτομή της ετεροποίησης του αραβικού Άλλου, έναντι στο θυματοποιημένο και πατριωτικά λαβωμένο «εγώ/εμείς» των ΗΠΑ. Σε ερωτήματα τύπου «τις πταίει», η Μπάτλερ προτείνει να λαμβάνουμε υπόψη όχι τις αυτάρεσκες αφηγήσεις του «εγώ/εμείς», αλλά τι είδους ηθική προβλέπει τη δίκη και καταδίκη αυτού που κάθε φορά συγκροτείται ως Άλλος και σε ποια ιστορικά και πολιτικά συμφραζόμενα έχει κατασκευαστεί αυτού του είδους η ηθική.
Για τη σκέψη της Μπάτλερ, το πολιτικό αναφέρεται στην αμφισβήτηση, τη δυναμική ανασήμανση και κριτική αναθεώρηση της εδραιωμένης κανονικότητας. Μια τέτοια επανιδιοποίηση του πολιτικού προϋποθέτει την αποδόμηση των στεγανοποιημένων και φυσικοποιημένων κατηγοριών σκέψης και πράξης. Μένει να δούμε τη συνέχεια των σημαντικών αυτών θεωρητικών και πολιτικών ζυμώσεων… σε πραγματικό χρόνο!

Νάνσυ Μαυρουδή

«εποχή»: http://www.epohi.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=4087&Itemid=39

και από την αυγή, μπορείτε να διαβάσετε τα κείμενα:

«Πέρα από τα «αυτονόητα» του φύλου: η πολιτική δυναμική της επιτέλεσης», της Αθηνάς Αθανασίου 

και

«Επανορίζοντας το «κανονικό»: φεμινισμός & ριζοσπαστική αριστερά: Συνέντευξη στην Αθηνά Αθανασίου»

Βιβλία της Judith Butler στα ελληνικά:

-Σώματα με σημασία: Οριοθετήσεις του «φύλου» στο λόγο, μτφρ. Πελαγία Μαρκέτου, εισαγωγή και επιστημονική επιμέλεια Αθηνά Αθανασίου. Αθήνα: Εκκρεμές 2008.

-Ευάλωτη ζωή: Οι δυνάμεις του πένθους και της βίας, μτφρ. Μιχάλης Λαλιώτης και Κώστας Αθανασίου, εισαγωγή Αθηνά Αθανασίου. Αθήνα: Νήσος 2008.

-Λογοδοτώντας για τον εαυτό, μτφρ. Μιχάλης Λαλιώτης, επίμετρο και επιστημονική επιμέλεια Αθηνά Αθανασίου. Αθήνα: Εκκρεμές 2009.

-Η ψυχική ζωή της εξουσίας, μτφρ. Τάσος Μπέτζελος. Αθήνα: Πλέθρον 2009.

-Αναταραχή φύλου: Ο φεμινισμός και η ανατροπή της ταυτότητας, μτφρ. Γιώργος Καράμπελας, εισαγωγή και επιστημονική επιμέλεια Βενετία Καντσά, επίμετρο Αθηνά Αθανασίου, επιμέλεια κειμένου Χριστίνα Σπυροπούλου. Αθήνα: Αλεξάνδρεια 2009.

ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΗΣ ΣΕ ΣΥΛΛΟΓΙΚΟΥΣ ΤΟΜΟΥΣ

-Αθηνά Αθανασίου (επιμ.), Φεμινιστική θεωρία και πολιτισμική κριτική. Αθήνα: Νήσος 2006.

-Κώστας Γιαννακόπουλος (επιμ.), Σεξουαλικότητα: Θεωρίες και πολιτικές της ανθρωπολογίας. Αθήνα: Αλεξάνδρεια 2006.

-Δήμητρα Μακρυνιώτη (επιμ.), Τα όρια του σώματος: Διεπιστημονικές προσεγγίσεις. Αθήνα: Νήσος 2004.

-Δήμητρα Μακρυνιώτη (επιμ.), Περί θανάτου: Η πολιτική διαχείριση της θνητότητας. Αθήνα: Νήσος 2008.

ΕΤΟΙΜΑΖEΤΑΙ

-Η διεκδίκηση της Αντιγόνης: Η συγγένεια μεταξύ ζωής και θανάτου, μτφρ. Βαρβάρα Σπυροπούλου, επιμέλεια Γιώργος Καράμπελας και Κώστας Λιβιεράτος, εισαγωγή Έλενα Τζελέπη. Αθήνα: Αλεξάνδρεια 2010.

2 ομιλίες του Badiou στην Αθήνα

Διεθνές συνέδριο –

Παρασκευή 20 και Σάββατο 21 Νοεμβρίου 2009
Auditorium του Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών

«Ο Alain BADIOU και οι όροι της φιλοσοφίας: η πολιτική, η τέχνη, η επιστήμη, ο έρωτας»

Όλοι, ή σχεδόν όλοι, οι σπουδαίοι φιλόσοφοι θεώρησαν υποχρέωσή τους να βρεθούν αντιμέτωποι με τις προκλήσεις των πλατωνικών κειμένων. Ωστόσο η σκέψη του 20ού αιώνα μπορεί να θεωρηθεί ως βαθιά αντι-πλατωνική. Αυτή τουλάχιστον είναι η άποψη του φιλοσόφου Alain Badiou, ο οποίος προτείνει μια επιστροφή του Πλάτωνα στο φιλοσοφικό προσκήνιο του 21ου αιώνα.

Για δύο μέρες, φιλόσοφοι, στοχαστές, δημοσιογράφοι θα συζητήσουν παρουσία του Alain Badiou, την πλατωνική διάσταση του έργου του.
Οργάνωση: Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών, Περιοδικό αληthεια, Εκδόσεις Πατάκη, Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Παρασκευή 20 Νοεμβρίου:
17.00’ :Έναρξη συνεδρίου από τους κα Catherine SUARD, Σύμβουλο συνεργασίας και Μορφωτικής δράσης, διευθύντρια του Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών, κα Μυρτώ Ρήγου , καθηγήτρια στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, κα Άννα Πατάκη, διευθύντρια των Εκδόσεων Πατάκη.
17.10’: Παρουσίαση του συνεδρίου από τον κο Δημήτρι Βεργέτη, ψυχαναλυτή, μεταφραστή, διευθυντή του περιοδικού αληthεια.
17.20’: Dimitra Panopoulos, agrégée φιλοσοφίας, « Για ένα πλατωνικό θέατρο », Άρης Στυλιανού, επίκουρος καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, « Το καθεστώς του πολλαπλού», Δημήτρις Βεργέτης, « Το καθεστώς της έμφυλης διαφοράς στον Μπαντιού και τον Λακάν»
18.50’: Andrew GIBSON, καθηγητής του Πανεπιστημίου του Λονδίνου, « Να ξαναστοχαστούμε τη λογική της διαλειπτικότητας : ο Μπαντιού, ο Πλάτωνας και Λογικές των κόσμων ».
19.30’: Παρουσίαση του κου Alain Badiou από την κα Aude LANCELIN, δημοσιογράφο του περιοδικού Nouvel Observateur, φιλόσοφο, συγγραφέας του « Οι φιλόσοφοι και ο έρωτας ».
Διάλεξη του κου Alain BADIOU, « Σε τι χρησιμεύει η φιλοσοφία σήμερα ». Θα ακολουθήσει συνομιλία του με την κα Aude LANCELIN.

Σάββατο 21 Νοεμβρίου:
10.00’: Παναγιώτης Σωτήρης, διδάσκων στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου, « Οντολογία και πολιτική στο έργο του Αλαίν Μπαντιού », Σάββας Μιχαήλ, δοκιμιογράφος, «Ζώντας με την Ιδέα »
10.45’ Alessandro RUSSO, διδάσκων στο Πανεπιστήμιο της Μπολόνια, «Ο Μπαντιού και η πολιτιστική επανάσταση », Κατερίνα Κέη, φιλόσοφος, « Οικουμενικότητα και ουτοπία», Βαγγέλης Μπιτσώρης, συγγραφέας, μεταφραστής, «Aλαίν Mπαντιού, Zακ Nτερριντά: Tι συμβαίνει με το συμβάν;».
12.30’ Βίκη Σκούμπη, αρχισυντάκτρια του περιοδικού αληthεια « Το «μη υπαρκτό» στο έργο του Πάουλ Τσέλαν», Γιώργος Βέλτσος, ποιητής, καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Αθηνών, «Η εποχή των ποιητών».
13.30’ Κλείσιμο του συνεδρίου από τον κ. Alain BADIOU
14.00’ Λήξη του συνεδρίου
Είσοδος ελεύθερη – ταυτόχρονη μετάφραση – Τις ομιλίες θα ακολουθήσει συζήτηση με το κοινό.

 

Δ Ι Α Λ Ε Ξ Η: «Η ιδέα του κομμουνισμού σήμερα»

Σάββατο 21 Νοεμβρίου 2009, ώρα 18.30

Αίθουσα εκδηλώσεων της ΕΣΗΕΑ (Ακαδημίας 20)

Ομιλητής: Αλαίν Μπαντιού (Alain Badiou)

Φιλόσοφος, Ecole Normale Superieure, Πρόεδρος του Διεθνούς Κέντρου Μελετών της Σύγχρονης Γαλλικής Φιλοσοφίας (C.I.E.P.F.C.)

Η διάλεξη θα δοθεί επ΄ ευκαιρία της ελληνικής έκδοσης του βιβλίου του Αλαίν Μπαντιού «Η κομμουνιστική υπόθεση», Εκδόσεις Πατάκη, 2009

θα υπάρχει ταυτόχρονη μετάφραση

 

ΕΣΗΕΑ – Ινστιτούτο Ν. ΠΟΥΛΑΝΤΖΑΣ

Παιδιά του Σουπερμαν: βιβλιοκριτική

Το βιβλίο αυτό των εκδόσεων Πολύτροπο προέκυψε από τη διδακτορική διατριβή της Πατρίτσιας Γερακοπούλου, η οποία εξέταζει με μια κλινική ψυχο-κοινωνιολογική ματιά, τους φανατικούς αναγνώστες των κόμικς (comic-fans) με υπερ-ήρωες – Spiderman, Superman, Spawn, Watchmen, κλπ.

Χρησιμοποιεί ψυχοδυναμικές θεωρίες στην ανάλυση και συζήτηση των αφηγήσεων των αναγνωστών του δείγματός της, την θεωρητική πλαισίωση και χρησιμοποίηση των οποίων σίγουρα δεν είμαι ο κατάλληλος να κρίνω. Ωστόσο, είναι ενθαρρυντική η εστίαση της έρευνάς της σε φαινόμενα μαζικής κουλτούρας και φανταστικού, με έμφαση στην 9η τέχνη, που έγινε με κοινωνικοψυχολογική κατεύθυνση σε ελληνικό ΑΕΙ, γιατί δείχνει ότι ανοίγουν και άλλα πεδία έρευνας για την κοινωνική ψυχολογία πέρα από διομαδικές σχέσεις και λοιπά βαρετά. Και φαίνεται από το βιβλίο, αν και δεν ξεφεύγει από τον «αποστασιοποιημένο» ακαδημαϊκό λόγο, ότι και η συγγραφέας, συμμετέχει στην κουλτούρα του comic book fandom. Οπότε, +2!

Η εμφάνιση του βιβλίου ξεφεύγει από τα συνηθισμένα, σοβαρά & αυστηρά, (ημι) ακαδημαϊκά βιβλία που έχουμε συνηθίσει στις ανθρωπιστικές & κοινωνικές επιστήμες της Ελλάδας, τόσο ως προς τον όγκο του, όσο και στο εξώφυλλο (που θυμίζει pulp μυθιστορηματάκι), αλλά και στο layout των σελίδων, με μια ασυνήθιστη γραμματοσειρά (που τουλάχιστον εμένα δεν μου άρεσε).

Το βιβλίο αυτό βέβαια, είναι μια συντομευμένη έκδοση του διδακτορικού της, οπότε μην τρομάζετε ότι θα βρείτε ατελείωτες θεωρητικές συζητήσεις και πυκνή βιβλιογραφία. Αντίθετα, είναι περιεκτικό σε μέγεθος και σε θεωρία, περιγράφοντας συνοπτικά τη ψυχαναλυτική θεωρία της, την προσέγγιση του εαυτού και της ταυτότητας, το ζήτημα του fandom, δηλαδή της φανατικής ανάγνωσης κομικς, τη μέθοδο που χρησιμοποιεί (αφηγήσεις ζωής). +2!

Και μετά έρχεται η ανάλυση… Στο μέρος της ανάλυσης & συζήτησης, όπως αναφέρει και η ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου, εξετάζονται επιμελώς τα ερωτήματα: 

  • Τι είδους διέξοδο παρέχουν οι φανταστικοί ήρωες στο άγχος και την επιθυμία;
  • Πώς διαχειρίζονται οι fans τις αντιφάσεις της ενηλικίωσης διαφεύγοντας σε μία φαντασιακή πραγματικότητα;
  • Πώς ενηλικιωνόμαστε, ατομικά και κοινωνικά, συντροφιά με τους ήρωες και τους αντι-ήρωές μας;

Το τελευταίο ερώτημα, έχει και το μεγαλύτερο ενδιαφέρον, για μένα, καθώς δείχνει πως οι αναγνώστ(ρι)ες υπερ-ηρωϊκών κομικς, διαβάζουμε – όπως είναι φυσικό – διαφορετικά πράγματα καθώς μεγαλώνουμε, περνώντας από την αρχική εφηβεία στην ύστερη και μετά στην ενηλικίωση και την «ωρίμανση». Αλλά, αν το διαβάσουμε διαφορετικά, αρθρώνει και μια αφήγηση του πως ενηλικιώθηκαν τα ίδια τα κόμικς μέσα στον 20ο αιώνα, μάζι με τους αναγνώστες τους, πως έγιναν πιο πολύπλοκα, διφορούμενα, αμφίθυμα και αν θέλετε, μεταμοντέρνα, καθώς αλλάζαν και οι εποχές. Έτσι, τα κόμικς και οι καταναλωτ(ρι)ές τους, ωριμάζουν, γίνονται ενήλικα, αλλά και πιο μπερδεμένα, πολύπλευρα, σχετικά, μέσα σε μια κοινωνία που γίνεται μεταμοντέρνα.

Νεο τεύχος (2009) του Annual Review of Critical Psychology

Το τεύχος αυτό είναι αφιερωμένο στη χρησιμότητα των ψυχαναλυτικών ιδεών του Λακάν για την κριτική ψυχολογία και εν γένει για την κριτική έρευνα και πρακτική.
Μπορείτε να δείτε περισσότερα για το τεύχος στην ιδιαίτερη σελίδα του, και να κατεβάσετε τα άρθρα του:
Περιεχόμενα:


 
   

Editor’s Introduction: Lacan for Critics!
Carol Owens

Articles

I

A place for Lacan in critical psychology? four memos and a gap
Annie G. Rogers

Lacan goes business
Carl Cederström

Untying real, imaginary and symbolic: a Lacanian criticism of behavioural, cognitive and discursive psychologies
David Pavón Cuéllar

How to be secretly Lacanian in anti-psychoanalytic qualitative research
Christian Ingo Lenz Dunker and Ian Parker

I started off with nothing
Rob Weatherill

Practices, provenances, homologies?
Bill Roper

Writing an algebra for the social sciences: Freud’s and Lacan’s mathemes
Carlos Gómez

Queering psychoanalysis/psychoanalysing queer
Eve Watson

II

Who wants to be in rational love?
Calum Neill

Restoring universality to the subject: Lacan’s Kantian logic of sexuation
Derek Hook

Sexual difference: encore, yet again
Anup Dhar

The other side of social psychology? 
A review of the utility of Lacanian psychoanalysis with a focus on the theory of the four discourses

Peter Branney, Brendan Gough, Anna Madill

III

Some questions around social imaginary and discourse analysis for critical research
Ilana Mountian

Now that you know, how do you feel? The Milgram experiment and psychologization
Jan De Vos

Logic of the subject and the other: research identities and race….
Kareen Malone & Gilda Barabino

Oedipus and the other in Japan
Kazushige Shingu

An effective treatment of psychosis with psychoanalysis in Québec city, since 1982
Lucie Cantin

Contested identities: using Lacanian psychoanalysis to explore and develop social identity theory
Parisa Dashtipour

IV

The Lacanian Left, by Yannis Stavrakakis; Subjectivity and Otherness, by Lorenzo Chiesa; Fundamentals of Psychoanalytic Technique, by Bruce Fink.
Derek Hook

My teaching, by Jacques Lacan.
Owen Hewitson

V

Lacan’s hairdresser: an encounter with Karolos Kambelopoulos
Stavros Psaroudakis, Ian Parker, Erica Burman

Critical psychology: a conversation with Slavoj Žižek
Ian Parker

Ετικέτες Technorati: , , ,

conference: CLASS AND PSYCHOANALYSIS

▫▫▫ 25 OCTOBER 2009

A day conference organised by The Site for Contemporary Psychoanalysis and The Freud Museum, Central London Venue to be decided.

Is Psychoanalysis ‘middle class’?

Is the ‘talking cure’ only good for the chattering classes?

Do psychoanalytic institutions reproduce the class structure in which they are embedded?

These are some of the questions that will be explored and debated at the Conference on Class and Psychoanalysis organised by The Site and The Freud Museum. Speakers will investigate how the subtle effects of class enter the therapeutic relationship and question whether analytic theory itself has been immune from the impact of class. Is there a ‘class unconscious’ that affects the lives of patients, and how are we all shaped by the traumatic histories of class and class conflict? At a time when mental health is back on the political agenda, are disparities of mental health provision affected by class? For psychoanalytic psychotherapy, is ‘class’ the ‘return of the repressed’?

Keynote Lectures:

Stephen Frosh Where Did Class Go? Psychoanalysis And Social Identities;

Jeffrey Weeks An ‘Untenable Illusion’? The Problematic Marriage Of Freud And Marx.

Plenary Talks:

Keith Armitage: Young Middle Class And Black;

Paul Gurney: The Acc(Id)Ental Tourist; Exploring The Tribal Areas Between Class And Race;

Kirsty Hall: The Two Cultures Of Therapy;

Alan Pope: All Things Bright And Beautiful; Revisiting ‘The Uses Of Literacy’;

Sally Sales: The Making Of Docile Working Class Subjects; C.B.T., Class And The Failures Of Psychoanalysis.

Register online at http://www.freud.org.uk. Please put ‘Class Conference’ in the ‘Item’ field. If applying for more than one ticket, please add all names and professions in the empty fields or email info@freud.org.uk and put ‘Class Conference’ in the subject field.

Or Please send a cheque payable to The Freud Museum Conference Secretary, The Freud Museum, 20 Maresfield Gardens, London NW3 5SX. Tel: 020 7435 2002.

Το διάβασμά σας για το καλοκαίρι

Δωράκια, για να σημαδέψουμε τα ευτυχή γεγονότα!

Όλα στα αγγλικά. Να δούμε πόσα downloads θα έχουν…

1. postmarxism vs cultural studies reader

Το πρώτο self-compiled reader (167 σελ.) για το καλοκαίρι, περιέχει κείμενα εισαγωγικά και με copyright για θεωρίες του μεταμαρξισμού, των πολιτισμικών σπουδών και του φεμινισμού, από πρόσφατα βιβλία. Αναφέρεται στους Laclau & Mouffe, St. Hall, Deleuze & Guattari, DerridaHelene Cixous, Luce Irigaray, Julia Kristeva.

2. Postmodern Roots & effigies

4. Grubacic & lind – Wobblies_and_Zapatistas

Ένα από τα τελευταία βιβλία του Andrej Grubacic, του Βαλκάνιου ιστορικού αι θεωρητικού από το ZMAG, που θα είναι στην ελλάδα αυτό τον καιρό, για το φεστιβάλ της Βαβυλωνίας και τη βαλκανική έκθεση αναρχικού βιβλίου. Πολύ ενδιαφέρον και ευκολοδιάβαστο, περιέχει συνομιλίες του με τον Staughton Lynd, Αμερικανό ιστορικό, ακτιβιστή ων πολιτικών δικαιωμάτων, δικηγόρο, αντιρρησία συνείδησης και θεωρητικό.

NJOY & Share!

PSYCHOTHERAPY AND POLITICS: REALISING THE POTENTIAL (8-9 MAY 2009)

An opportunity for counsellors, psychotherapists, and psychologists of all orientations – as well as users and commissioners of psychological services – to meet and explore the interface between psychological therapies and progressive socio-political-environmental perspectives.

What can counsellors and psychotherapists contribute to progressive social change?

What are the politics of the therapeutic relationship?

What can we take from counselling and psychotherapy theory to understand political processes?

Following on from the highly successful ‘Psychotherapy and Liberation’ conference in London in 2008, a diverse group of counsellors and psychotherapists, with representatives from the humanistic, person-centred, and psychodynamic communities and from Psychotherapists and Counsellors for Social Responsibility, are organising a major conference in Glasgow to explore the interface between psychological therapies and progressive social-political-environmental perspectives.

The first day of the conference will be mainly focused on psychotherapy and politics in theory – all the ways in which therapeutic thinking can help address political issues.

The second day will be mainly focused on psychotherapy and politics in practice – what we are already doing, and what we could potentially do, to contribute actively to political problems around the world.

Each afternoon will include a keynote panel of speakers in dialogue with each other and with the conference around the theme of the day; each morning will be devoted to presentations and workshops mainly relating to that theme.

Key panel speakers include: Andrew Samuels; Mick Cooper; Gillian Proctor; Nick Totton; Khatidja Chantler; and Martin Milton.

Details at: http://www.strath.ac.uk/pdu/psyconf/

O Ian Parker συζητά με τον Slavoj Zizek

Με αφορμή την σλοβένικη έκδοση του βιβλίου του πρώτου για τον δεύτερο, μια συζήτηση που έλαβε χώρα στην Σλοβενία, το 2003. Από το περιοδικό International Journal of Zizek Studies.

Μπορείτε να την κατεβάσετε από εδώ σε pdf.

, , ,

Powered by ScribeFire.

Wendy Brown – Aντίσταση στην αριστερή μελαγχολία

από το πρότυπο online θεωρητικό περιοδικό Re-Public

Σε κάθε εποχή πρέπει να επιδιώκεται η εκ νέου απόσπαση της παράδοσης από τον κονφορμισμό, που είναι έτοιμος να την καταδυναστεύσει. … Το χάρισμα να αναζωπυρώνει τη σπίθα της ελπίδας στο παρελθόν έχει εκείνος μόνο ο ιστορικός, που έχει την πεποίθηση, ότι και οι νεκροί ακόμα δεν θα είναι ασφαλείς από τον εχθρό, στην περίπτωση που θα νικήσει.


Βάλτερ Μπένγιαμιν, «Θέσεις για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας»[*]



Τις δύο τελευταίες δεκαετίες, ο θεωρητικός του πολιτισμού Στιούαρτ Χωλ έχει επιμείνει ότι η «κρίση της αριστεράς» δεν οφείλεται ούτε σε εσωτερικές διαιρέσεις στην ακτιβιστική ή την ακαδημαϊκή αριστερά, ούτε στην ευφυή ρητορεία ή τα χρηματοδοτικά συστήματα της δεξιάς. Αντίθετα, υποστήριξε, είναι συνέπεια της αδυναμίας της ίδιας της αριστεράς να κατανοήσει το χαρακτήρα της εποχής και να αναπτύξει μία πολιτική κριτική και ένα ηθικό-πολιτικό όραμα αντίστοιχο προς αυτό το χαρακτήρα. Για τον Χωλ, η άνοδος της θατσερικής-ρηγκανικής δεξιάς ήταν μάλλον σύμπτωμα παρά αιτία αυτής της αδυναμίας, ακριβώς όπως η απορριπτική ή καχύποπτη στάση της αριστεράς απέναντι στις πολιτισμικές σπουδές δείχνει για τον Χωλ όχι την προσήλωση στις αρχές της, αλλά τις αναχρονιστικές συνήθειες της σκέψης της και τους φόβους και τα άγχη της μπροστά στο ενδεχόμενο να αναθεωρήσει αυτές τις συνήθειες.


Ποιο είναι όμως το περιεχόμενο και η δυναμική αυτών των φόβων και των αγχών; Θέλω να αναπτύξω ένα μόνο νήμα αυτού του προβλήματος μέσα από μια εξέταση του φαινομένου που ο Βάλτερ Μπένγιαμιν, εδώ και πάνω από μισό αιώνα, ονόμασε «αριστερή μελαγχολία». Τι εννοούσε ο Μπένγιαμιν μ’ αυτή την μειωτική ονομασία για μια ορισμένη διανοητική και πολιτική στάση; Όπως οι περισσότεροι αναγνώστες θα ξέρουν, ο Μπένγιαμιν δεν ήταν ούτε κατηγορηματικά ούτε χαρακτηριολογικά αντίθετος προς την αξία και την ισχύ της λύπης ως τέτοιας, ούτε παραγνώριζε τη δυνατότητα να κερδίσει κανείς μια πιο καθαρή ματιά με το να συλλογιστεί πάνω στις απώλειές του. Μάλιστα, έτρεφε ιδιαίτερη εκτίμηση για την παραγωγική αξία της ακηδίας, της λύπης και του πένθους για την πολιτική και πολιτισμική δουλειά, και στη μελέτη του για τον Μπωντλαίρ ο Μπένγιαμιν πραγματεύτηκε την ίδια τη μελαγχολία περίπου ως δημιουργική πηγή. Η «αριστερή μελαγχολία» όμως είναι ο απερίφραστος επιθετικός προσδιορισμός του Μπένγιαμιν για το επαναστάτη ψευτο-διανοούμενο ο οποίος, τελικά, είναι πιο προσηλωμένος σε μια συγκεκριμένη πολιτική ανάλυση ή ιδανικό –ακόμα και στην αποτυχία αυτού του ιδανικού- παρά στο να εκμεταλλευτεί τις δυνατότητες για ριζική αλλαγή στο παρόν. Στην αινιγματική επιμονή του Μπένγιαμιν επί της πολιτικής αξίας που έχει η διαλεκτική ιστορική σύλληψη του «τωρινού χρόνου», η αριστερή μελαγχολία δεν αντιπροσωπεύει μόνο μια άρνηση να συμφιλιωθεί κανείς με τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του παρόντος, δηλαδή μια αποτυχία να κατανοήσει την ιστορία με άλλους όρους πέρα από τον «κενό χρόνο» ή την «πρόοδο». Δηλώνει επίσης έναν ορισμένο ναρκισσισμό σε σχέση με τις προηγούμενες πολιτικές προσδέσεις και ταυτότητες, ο οποίος υπερβαίνει κάθε επένδυση σε κάποια σημερινή πολιτική κινητοποίηση, συμμαχία ή μετασχηματισμό.[1]


Η ειρωνεία της μελαγχολίας, φυσικά, είναι ότι η πρόσδεση στο αντικείμενο της θλιβερής μας απώλειας παραγκωνίζει κάθε επιθυμία να ανακάμψουμε από αυτή την απώλεια, να ζήσουμε ελεύθεροι από αυτή στο παρόν, να μην μας βαρύνει πλέον. Αυτό είναι που καθιστά τη μελαγχολία μία μόνιμη συνθήκη, μια κατάσταση, ή και μία δομή της επιθυμίας, και όχι μία παροδική αντίδραση στο θάνατο ή την απώλεια. Στο στοχασμό του περί μελαγχολίας του 1917, ο Φρόιντ μάς υπενθυμίζει ένα δεύτερο μοναδικό χαρακτηριστικό της μελαγχολίας. Αυτό αφορά «μια απώλεια πιο ιδεατού τύπου [απ’ ότι το πένθος]. Το αντικείμενο ίσως δεν έχει πεθάνει πραγματικά, αλλά έχει χαθεί ως αντικείμενο αγάπης».[2] Επιπλέον, ισχυρίζεται ο Φρόιντ, ο μελαγχολικός συχνά δεν γνωρίζει τι ακριβώς αγαπούσε στο αντικείμενο και το έχασε: «Αυτό υποβάλλει την ιδέα ότι η μελαγχολία συνδέεται τρόπον τινά με μια απώλεια αντικειμένου που έχει αποσυρθεί από τη συνείδηση, σε αντιδιαστολή προς το πένθος, στο οποίο κανένα στοιχείο της απώλειας δεν είναι ασυνείδητο».[4] Η απώλεια που πυροδοτεί τη μελαγχολία τις περισσότερες φορές είναι ανομολόγητη. Τέλος, ο Φρόιντ ισχυρίζεται ότι το μελαγχολικό υποκείμενο –με χαμηλή αυτοεκτίμηση, απόγνωση, ακόμα και τάσεις αυτοκτονίας- αντί να απευθύνει τις επιπλήξεις του στο αντικείμενο που κάποτε αγαπούσε (επιπλήξεις που δεν στάθηκε στο ύψος της εξιδανίκευσης που το υποκείμενο είχε πλάσει γι’ αυτό), τις έχει στρέψει προς τον εαυτό του, διατηρώντας έτσι την αγάπη ή την εξιδανίκευση του αντικειμένου, έστω κι αν στον πόνο του μελαγχολικού βιώνεται η απώλεια αυτής ακριβώς της αγάπης.


Γιατί να χρησιμοποιήσει τώρα ο Μπένγιαμιν αυτό τον όρο, και τη συναισθηματική οικονομία που εκπροσωπεί, προκειμένου να μιλήσει για ένα ιδιαίτερο μόρφωμα στην αριστερά; Ο Μπένγιαμιν δεν δίνει πουθενά κάποια ακριβή διατύπωση της αριστερής μελαγχολίας. Απλώς την αναπτύσσει ως έναν ψόγο προς όσους αισθάνονται μεγαλύτερη υποχρέωση απέναντι σε κάποια μακροχρόνια συναισθήματα και αντικείμενα παρά στις δυνατότητες πολιτικού μετασχηματισμού στο παρόν. Ο Μπένγιαμιν είναι ιδιαίτερα ευαίσθητος απέναντι στην επένδυση του μελαγχολικού σε «πράγματα». Στο Trauerspiel, ισχυρίζεται ότι «η μελαγχολία προδίδει τον κόσμο χάριν της γνώσης», υπονοώντας εδώ ότι η πιστότητα του μελαγχολικού μετατρέπει την αλήθεια της («κάθε πιστό όρκο ή μνήμη») σχετικά με τον αγαπημένο του σε ένα πράγμα, και μάλιστα επενδύει την ίδια τη γνώση με έναν χαρακτήρα πράγματος.[4] Μια άλλη εκδοχή αυτής της διατύπωσης: «Στην επίμονη ομφαλοσκόπησή της, [η μελαγχολία] εναγκαλίζεται νεκρά αντικείμενα στο στοχασμό της».[5] Απλούστερα, η μελαγχολία μένει πιστή «στον κόσμο των πραγμάτων»,[6] πράγμα που μας οδηγεί να σκεφτούμε ότι στη μελαγχολική λογική περιέχεται ένας ορισμένος φετιχισμός –με όλο το συντηρητισμό και την απόσυρση από τις ανθρώπινες σχέσεις που συνεπάγεται η φετιχιστική επιθυμία. Στην κριτική των ποιημάτων τού Κάστνερ όπου εισάγει για πρώτη φορά τον όρο «αριστερή μελαγχολία», ο Μπένγιαμιν υπονοεί ότι τα αισθήματα τα ίδια γίνονται πράγματα για τον αριστερό μελαγχολικό ο οποίος «επαίρεται εξίσου για τα ίχνη παλαιότερων πνευματικών αγαθών όσο και οι αστοί για τα υλικά τους αγαθά».[7] Καταλήγουμε να αγαπάμε τα αριστερά μας πάθη και τον αριστερό μας λόγο, τις αριστερές μας αναλύσεις και πεποιθήσεις, περισσότερο απ’ ό,τι αγαπάμε τον υπαρκτό κόσμο τον οποίο υποτίθεται ότι θέλουμε να αλλάξουμε με αυτούς τους όρους ή το μέλλον που θα ήταν σύμφωνο με αυτούς. Η αριστερή μελαγχολία, εν συντομία, είναι το όνομα που δίνει o Μπένγιαμιν για μια πένθιμη, συντηρητική, οπισθοδρομική πρόσδεση σε ένα αίσθημα, μια ανάλυση, μία σχέση που έγινε σαν πράγμα και πάγωσε στην καρδιά του υποτιθέμενου αριστερού. Αν ο Φρόιντ μπορεί να βοηθήσει εδώ, τότε η συνθήκη αυτή κατά τεκμήριο προκύπτει από κάποια ακατονόμαστη απώλεια, ένα ιδανικό που συνετρίβη ανομολόγητα, τα οποία δηλώνονται στις μέρες μας από τους όρους Αριστερά, Σοσιαλισμός, Μαρξ, ή Κίνημα.


Σίγουρα οι απώλειες της αριστεράς είναι πολλές στις μέρες μας· για άλλες μπορούμε να δώσουμε λόγο, για άλλες όχι. Η κυριολεκτική αποσύνθεση των σοσιαλιστικών καθεστώτων και η απονομιμοποίηση του μαρξισμού είναι απλώς κάποιες απ’ αυτές, και ίσως όχι οι σημαντικότερες. Έχουμε βρεθεί ξαφνικά αντιμέτωποι με την απώλεια μιας ενοποιημένης ανάλυσης και ενός ενοποιημένου κινήματος, με την απώλεια της εργασίας και της κοινωνικής τάξης ως απαραβίαστων κατηγορημάτων της πολιτικής ανάλυσης και κινητοποίησης, με την απώλεια μιας αναπότρεπτης και επιστημονικής κίνησης της ιστορίας προς τα εμπρός, και με την απώλεια μιας βιώσιμης εναλλακτικής λύσης προς την πολιτική οικονομία του καπιταλισμού. Πάνω σε αυτές τις απώλειες συσσωρεύονται και άλλες: είμαστε χωρίς την αίσθηση μιας διεθνούς, και συχνά ακόμα και μιας τοπικής, αριστερής κοινότητας· είμαστε χωρίς κάποια πεποίθηση για την Αλήθεια της κοινωνικής τάξης πραγμάτων· είμαστε χωρίς ένα πλούσιο ηθικό-πολιτικό όραμα για το Αγαθό που να καθοδηγεί και να στηρίζει την πολιτική δουλειά. Έτσι, έχουμε το δυσάρεστο αίσθημα όχι μόνο του χαμένου κινήματος αλλά επιπλέον της χαμένης ιστορικής στιγμής, όχι μόνο της χαμένης θεωρητικής και εμπειρικής συνοχής αλλά και ενός χαμένου τρόπου ζωής και μιας χαμένης πορείας.


Όλα αυτά μπορούν να τα παραδεχτούν απερίφραστα πολλοί στην αριστερά, έστω και αν δεν ξέρουμε τι να κάνουμε γι’ αυτό. Αλλά στον κούφιο πυρήνα όλων αυτών των απωλειών, ίσως στον τόπο του πολιτικού μας ασυνειδήτου, μήπως βρίσκεται και μια ανομολόγητη απώλεια –η υπόσχεση ότι η αριστερή ανάλυση και η αριστερή στράτευση θα παρείχε σε όσους προσχωρήσουν σε αυτήν ένα σαφές και σίγουρο μονοπάτι προς το αγαθό, το δίκαιο και το αληθές; Αυτή η υπόσχεση μήπως δεν αποτέλεσε τη βάση για μεγάλο μέρος της ευχαρίστησής μας που είμαστε στην αριστερά, και μάλιστα για την αυτοεκτίμησή μας ως αριστερών και για τη συντροφικότητά μας προς τους άλλους αριστερούς; Και αν αυτή η αγάπη δεν είναι δυνατό να εγκαταλειφθεί χωρίς να απαιτηθεί ένας ριζικός μετασχηματισμός στο ίδιο το θεμέλιο της αγάπης μας, στην ίδια μας την ικανότητα για πολιτική αγάπη και πρόσδεση, μήπως είμαστε καταδικασμένοι σε αριστερή μελαγχολία, μια μελαγχολία της οποίας τα αποτελέσματα σίγουρα θα είναι όχι μόνο θλιβερά αλλά και αυτοκαταστροφικά; Φρόιντ ξανά: «Αν η αγάπη για το αντικείμενο –μια αγάπη που δεν είναι δυνατό να εγκαταλειφθεί έστω και αν έχει εγκαταλειφθεί το αντικείμενο- βρει καταφύγιο στη ναρκισσιστική ταύτιση, τότε το μίσος καταλαμβάνει το υποκατάστατο αντικείμενο: το κακομεταχειρίζεται, το υποβιβάζει, το κάνει να υποφέρει και αποκομίζει σαδιστική ικανοποίηση από τον πόνο του».[8] Το καθήκον μας λοιπόν θα ήταν να μαντέψουμε ποιος ή τι είναι αυτό το υποκατάστατο αντικείμενο. Τι μισούμε για να μπορέσουμε να διατηρήσουμε την εξιδανίκευση της ρομαντικής αριστερής υπόσχεσης; Τι τιμωρούμε για να μπορέσουμε να σώσουμε τις παλιές εγγυήσεις της αριστεράς από την οργίλη απογοήτευσή μας;


Δύο οικείες απαντήσεις ξεπηδάνε από πρόσφατους καυγάδες και κατηγορίες προς την αριστερά. Η πρώτη είναι ένα σύνολο κοινωνικών και πολιτικών μορφωμάτων που είναι γνωστά με ποικίλα ονόματα, όπως πολιτισμικές πολιτικές ή πολιτικές της ταυτότητας. Εδώ, η συμβατική κατηγορία από μία μερίδα της αριστεράς είναι ότι πολιτικά κινήματα που είναι ριζωμένα στην πολιτισμική ταυτότητα –φυλετική, σεξουαλική, εθνοτική ή έμφυλη- όχι μόνο αποφεύγει να αναφερθεί στη θεμελιώδη δομή της νεωτερικότητας, τον καπιταλισμό, και το θεμελιώδες του μόρφωμα, τις κοινωνικές τάξεις, αλλά επιπλέον κατακερματίζουν την πολιτική ενέργεια και τα ενδιαφέροντα της αριστεράς κατά τρόπο ώστε να γίνεται αδύνατη η συγκρότηση συνασπισμού. Ο δεύτερος ένοχος επίσης έχει διάφορα ονόματα –μεταδομισμός, ανάλυση λόγου, μεταμοντερνισμός, λογοτεχνική θεωρία του συρμού που παρουσιάζεται ως πολιτική ανάλυση. Μαζί ή χωριστά, τα δύο αυτά φαινόμενα κρίνονται υπεύθυνα για τον αδύναμο, κατακερματισμένο και αποπροσανατολισμένο χαρακτήρα της σύγχρονης αριστεράς.


Όλα αυτά δεν είναι πολύ καινούρια. Αλλά αν τα διαβάσουμε μέσα από το πρίσμα της αριστερής μελαγχολίας, το στοιχείο της μετάθεσης και στα δύο κατηγορητήρια ίσως εμφανιστεί πιο ανάγλυφα, εφόσον τότε θα αναγκαζόμασταν να ρωτήσουμε: ποιες πτυχές της αριστερής ανάλυσης ή ορθοδοξίας έχουν πια περιέλθει σε μαρασμό, αλλά οι οπαδοί τους προστατεύονται από τον κίνδυνο να το αναγνωρίσουν με το να στρέφουν την προσοχή τους σε διαρκείς επιπλήξεις ενάντια στις πολιτικές της ταυτότητας και το μεταδομισμό; Κι ακόμα, ποια ναρκισσιστική ταύτιση με την ορθοδοξία αυτή διατηρείται μέσα στο θρήνο για την απώλεια της κυριαρχίας της επί των νέων αριστερών και την απώλεια της ισχύος της στο πολιτικό πεδίο; Ποια αγάπη για τις υποσχέσεις και τις εγγυήσεις που κάποτε είχε η αριστερή ανάλυση συντηρείται, ενώ η ευθύνη και η απαξίωση για τη συντριβή αυτών των υποσχέσεων και εγγυήσεων επιρρίπτεται σε άλλους; Και μήπως δε βλέπουμε εδώ την αριστερά να παίρνει το χαρακτήρα πράγματος, να πραγμοποιείται ως κάτι που «είναι», ως τη φαντασιακή μνήμη εκείνου που «ήταν» κάποτε, την ίδια τη στιγμή όπου σαφέστατα δεν είναι πλέον (ή δεν είναι ένα πράγμα);

. . . . .


Ας ξαναφέρουμε τώρα αυτές τις σκέψεις για τη μελαγχολική αριστερά σε συνδυασμό με τις πιο απερίφραστα πολιτικές θεωρήσεις του Στιούαρτ Χωλ για τα προβλήματα που συναντά η σύγχρονη αριστερά. Αν ο Χωλ κατανοεί την αποτυχία μας ως αριστεράς κατά το τελευταίο τέταρτο του αιώνα ως μια αποτυχία στο εσωτερικό της αριστεράς να κατανοήσουμε αυτή τη χρονική περίοδο, η αποτυχία αυτή δεν θεραπεύεται αλλά απλώς αναπαράγεται με το να κατηγορούμε εκείνους που επιτυγχάνουν (τους φιλελεύθερους κεντρώους, τους νεοσυντηρητικούς, τη δεξιά) ή με το να κατηγορούμε ο ένας τον άλλο (τους αντιρατσιστές, τις φεμινίστριες, τους ακτιβιστές queer, τους μεταμοντέρνους ή τους μη αποδομημένους μαρξιστές). Στην οπτική του Χωλ, η αποτυχία αυτή δεν είναι απλώς συνέπεια της προσχώρησης σε κάποια συγκεκριμένη αναλυτική ορθοδοξία –τον ντετερμινισμό του κεφαλαίου, την προτεραιότητα των κοινωνικών τάξεων. Είναι βέβαια και αυτό, αλλά κυρίως προκύπτει από έναν ιδιαίτερο διανοητικό ζουρλομανδύα –μια επιμονή σε έναν υλισμό ο οποίος αρνείται τη σημασία του υποκειμένου και του υποκειμενικού, το ζήτημα του ύφους, την προβληματική της γλώσσας. Και ο συνδυασμός αυτών των δύο είναι θανάσιμος: «Ο σεκταρισμός μας», υποστηρίζει ο Χωλ στο κλείσιμο του The Hard Road to Renewal, δεν συνίσταται μόνο σε μια αμυντική στάση απέναντι στην ημερήσια διάταξη πολιτικο-οικονομικών σχηματισμών που τώρα είναι αναχρονιστικοί (εκείνων της δεκαετίας του 1930 και του 1945), αλλά

οφείλεται επίσης σε μια ορισμένη σύλληψη της πολιτικής, η οποία ακολουθείται όχι τόσο ως θεωρία, αλλά μάλλον ως μια συνήθεια του μυαλού. Συνεχίζουμε να σκεφτόμαστε με μία γραμμική και μη αντιστρέψιμη πολιτική λογική που χαράσσει κάποια αφηρημένη οντότητα που αποκαλούμε «οικονομικό στοιχείο» ή «κεφάλαιο», η οποία εκτυλίσσεται προς το προκαθορισμένο τέλος της. Ενώ, όπως δείχνει ξεκάθαρα ο θατσερισμός, η πολιτική στην πραγματικότητα λειτουργεί περισσότερο όπως η λογική της γλώσσας: πάντοτε μπορείς να την θέσεις κάπως αλλιώς αν προσπαθήσεις αρκετά.[9]


Ασφαλώς η πορεία του κεφαλαίου διαμορφώνει τις συνθήκες δυνατότητας στην πολιτική, αλλά η πολιτική η ίδια «είτε ασκείται ιδεολογικά, είτε δεν ασκείται καθόλου».[10] Ή, σύμφωνα με μια ακόμα από τις καίριες διατυπώσεις του Χωλ, «η πολιτική δεν αντανακλά τις πλειοψηφίες, τις συγκροτεί».[11]


Εδώ πρέπει να είμαστε σαφείς. Ο Χωλ ποτέ δεν ισχυρίζεται ότι η ιδεολογία καθορίζει την πορεία της παγκοσμιοποίησης· ισχυρίζεται όμως ότι την διοχετεύει υπέρ αυτού ή του άλλου πολιτικού στόχου, και, όταν είναι επιτυχής, οι πολιτικές και οικονομικές στρατηγικές τις οποίες εκπροσωπεί μια ορισμένη ιδεολογία θα παραγάγουν και οι ίδιες κάποια πολιτικο-οικονομικά μορφώματα εντός των εξελίξεων του παγκόσμιου καπιταλισμού.

Αρχίζουμε τώρα … να κινούμαστε προς μια «μετα-φορντική» κοινωνία –αυτό που κάποιοι θεωρητικοί ονομάζουν ανοργάνωτο καπιταλισμό, την εποχή της «εύκαμπτης ειδίκευσης». Ένας τρόπος να διαβάσουμε τις παρούσες εξελίξεις είναι ότι η «ιδιωτικοποίηση» είναι ο τρόπος που έχει ο θατσερισμός να οικειοποιηθεί αυτή την υπόγεια κίνηση και να τη διοχετεύσει μέσα σε μια ιδιαίτερη οικονομική και πολιτική στρατηγική, να τη συγκροτήσει υπό τους όρους μιας ιδιαίτερης φιλοσοφίας. Έχει επιτύχει, σε κάποιο βαθμό, να ευθυγραμμίσει τις ιστορικές, πολιτικές, πολιτισμικές και σεξουαλικές «λογικές» της με κάποιες από τις ισχυρότερες τάσεις στις σύγχρονες λογικές της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Και αυτό, εν μέρει, είναι αυτό που του δίνει την υπέρτατη αυτοπεποίθησή του, τον αέρα της ιδεολογικής αυταρέσκειας: που τον κάνει να φαίνεται ότι «έχει την ιστορία με το μέρος του», να είναι συνώνυμος με την αναπόφευκτη πορεία του μέλλοντος. Η αριστερά, ωστόσο, αντί να ξανασκεφτεί τις δικές της οικονομικές, πολιτικές και πολιτισμικές στρατηγικές με βάση αυτή τη βαθύτερη, υπόγεια «λογική» διασποράς και διαφοροποίησης (η οποία, στο κάτω κάτω, δεν είναι κατ’ ανάγκην εχθρός ενός μεγαλύτερου εκδημοκρατισμού) απλώς αντιστέκεται σε αυτήν. Αφού την διεκδικεί ο θατσερισμός, τότε εμείς δεν πρέπει να έχουμε καμιά σχέση με αυτήν. Υπάρχει άραγε πιο σίγουρος τρόπος για να καταλήξεις ιστορικά αναχρονιστικός;[12]


Αν η σύγχρονη αριστερά συχνά γαντζώνεται στα μορφώματα και τις διατυπώσεις μιας άλλης εποχής, μιας εποχής στην οποία οι έννοιες των ενοποιημένων κινημάτων, των κοινωνικών ολοτήτων και των ταξικών πολιτικών ήταν βιώσιμες κατηγορίες πολιτικής και θεωρητικής ανάλυσης, αυτό σημαίνει ότι κυριολεκτικά μετατρέπεται σε μια συντηρητική δύναμη στην ιστορία –μια δύναμη που όχι μόνο δεν διαβάζει σωστά το παρόν, αλλά και που εγκαθιστά την παραδοσιολατρεία στην ίδια την καρδιά της πράξης της, στο χώρο όπου θα έπρεπε να βρίσκεται η αγάπη για το ρίσκο και την ανατροπή. Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν σκιαγραφεί το φαινόμενο αυτό στην επίθεσή του κατά του Έρικ Κάστνερ, του αριστερό ποιητή της δημοκρατίας της Βαϊμάρης, που αποτελεί το θέμα του δοκιμίου του με τίτλο «Αριστερή Μελαγχολία»: «Ο ποιητής αυτός είναι ανικανοποίητος, η καρδιά του είναι βαριά. Αλλά το βάρος αυτό απορρέει από τη ρουτίνα. Γιατί για να είσαι σε μια ρουτίνα σημαίνει ότι έχεις θυσιάσει την ιδιοσυγκρασία σου, ότι έχεις εκχωρήσει το δώρο της απαρέσκειας. Και αυτό κάνει την καρδιά σου βαριά».[13] Σε διαφορετικό τόνο, ο Στιούαρτ Χωλ σκιαγραφεί το πρόβλημα αυτό στην αντίδραση της αριστεράς προς το θατσερισμό:

Θυμάμαι τη στιγμή, κατά τις εκλογές τού 1979, που ο κ. Κάλλαχαν, στο τέλος της πολιτικής του καριέρας, είπε πραγματικά εμβρόντητος για την επίθεση της κας Θάτσερ ότι «Σκοπεύει να ανατρέψει την κοινωνία από τη ρίζα της». Η ιδέα αυτή ήταν αδιανόητη για το σοσιαλδημοκρατικό λεξιλόγιο: μια ριζική επίθεση στο στάτους κβο. Η αλήθεια είναι ότι οι παραδοσιακές ιδέες, οι ιδέες της κοινωνικής και ηθικής ευπρέπειας, είχαν διεισδύσει τόσο βαθιά στη σοσιαλιστική συνείδηση που είναι εξαιρετικά σύνηθες να βρεις ανθρώπους αφοσιωμένους σε ένα ριζοσπαστικό πολιτικό πρόγραμμα οι οποίοι να στηρίζονται σε απολύτως παραδοσιακά αισθήματα και συμπεριφορές.[14]


H παραδοσιολατρεία δεν είναι κάτι καινούριο στην αριστερή πολιτική, αλλά έχει γίνει ιδιαίτερα έκδηλη και ολέθρια τα τελευταία χρόνια ως συνέπεια 1) της κατανοητής προβολής της ως άμυνας απέναντι στις «επαναστάσεις» των Θάτσερ-Ρέιγκαν-Γκίνγκριτς (που συγκεφαλαιώνονται στην αποδιάρθρωση του κράτους πρόνοιας και την ιδιωτικοποίηση ορισμένων δημόσιων λειτουργιών και υπηρεσιών), 2) της ανάπτυξης μιας πολιτικής γύρω από την κουλτούρα και, ιδίως, γύρω από τη σεξουαλικότητα, και 3) την αποσύνθεση των σοσιαλιστικών καθεστώτων και την βαθιά απαξίωση των πολιτικο-οικονομικών στόχων της αριστεράς που προκάλεσε η αποσύνθεση αυτή. Ο συνδυασμός αυτών των τριών φαινομένων παράγει αριστερούς λόγους που τείνουν να έχουν ως πρώτιστο περιεχόμενο την υπεράσπιση της προοδευτικής πολιτικής τύπου New Deal και ιδίως του κράτους πρόνοιας, από τη μια, και την υπεράσπιση των ελευθεριών των πολιτών, από την άλλη. Με δυο λόγια, η αριστερά έχει καταλήξει να εκπροσωπεί μια πολιτική που επιδιώκει να προστατεύσει ένα σύνολο ελευθεριών και δικαιωμάτων, η οποία δεν αντιμετωπίζει ούτε τις τάσεις εξουσίασης που και τα δύο εμπεριέχουν, ούτε την περιορισμένη αξία αυτών των ελευθεριών και δικαιωμάτων στους σημερινούς καπιταλιστικούς σχηματισμούς. Και όταν αυτή η παραδοσιολατρεία συνδυάζεται με μια απώλεια πίστης στο εξισωτικό όραμα που υπήρξε τόσο ουσιαστικό για τη σοσιαλιστική αμφισβήτηση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, το πρόβλημα της αριστερής παραδοσιολατρείας γίνεται πραγματικά πολύ σοβαρό. Αυτό που προκύπτει είναι μια αριστερά που λειτουργεί χωρίς ούτε μια βαθιά και ριζική κριτική του στάτους κβο, ούτε μια πειστική εναλλακτική λύση στην υπάρχουσα τάξη πραγμάτων. Αλλά αυτό που ίσως είναι πιο ανησυχητικό, είναι ότι πρόκειται για μια αριστερά που έχει προσκολληθεί περισσότερο στην αδυναμία της παρά στην δυνάμει καρποφορία της, μια αριστερά που νιώθει περισσότερο στο σπίτι της όταν ενοικεί όχι στην ελπίδα, αλλά στην ίδια την περιθωριακότητα και την αποτυχία της, μια αριστερά που έτσι έχει πιαστεί σε μία δομή μελαγχολικής προσκόλλησης σε έναν ορισμένο τόνο του δικού της νεκρού παρελθόντος, που το πνεύμα του είναι σαν φάντασμα, που η δομή της επιθυμίας του είναι οπισθοδρομική και τιμωρητική.


Τι θα σήμαινε να πετάξουμε από πάνω μας τα μελαγχολικά και συντηρητικά ενδύματα της αριστεράς και να την αναζωογονήσουμε πάλι με ένα ριζοσπαστικό[*] κριτικό και οραματικό πνεύμα; Το πνεύμα αυτό θα ασπαζόταν την έννοια ενός βαθιού και μάλιστα ανησυχητικού μετασχηματισμού της κοινωνίας, και όχι την αποστροφή μπροστά στην προοπτική αυτή, όσο κι αν πρέπει να έχουμε συνειδητοποιήσει πως ούτε η ολοκληρωτική επανάσταση ούτε η αυτόματη πρόοδος της ιστορίας θα μας οδηγήσει προς το όποιο αναδιατυπωμένο όραμα θα μπορούσαμε να επεξεργαστούμε. Ποια πολιτική ελπίδα μπορούμε να θρέψουμε, η οποία να μην θεμελιώνεται ψευδώς στην ιδέα ότι «η ιστορία είναι με το μέρος μας» ή ότι θα υπάρξει αναπόφευκτα λαϊκή ανταπόκριση προς τις όποιες αξίες μπορεί να αναπτύξουμε ως στοιχεία ενός νέου αριστερού οράματος; Τι είδους πολιτική και οικονομική τάξη πραγμάτων μπορούμε να φανταστούμε που να μην είναι ούτε κρατικά διευθυνόμενη ούτε ουτοπική, ούτε κατασταλτική ούτε ελευθεριακή, ούτε οικονομικά πτωχευμένη ούτε πολιτισμικά γκρίζα; Πώς μπορούμε να αντλήσουμε δημιουργικές δυνάμεις από τα σοσιαλιστικά ιδεώδη της αξιοπρέπειας, της ισότητας και της ελευθερίας χωρίς να παραγνωρίζουμε ότι τα ιδεώδη αυτά ξεπήδησαν από ιστορικές περιστάσεις και προοπτικές που δεν είναι του παρόντος; Η έμφασή μου στη μελαγχολική λογική ορισμένων σύγχρονων αριστερών τάσεων δεν υπονοεί ότι συνίσταται ψυχοθεραπεία για να δοθεί απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα. Σημαίνει ωστόσο ότι θα έπρεπε να εξετάσουμε κατά πόσο τα αισθήματα και τα πάθη –μεταξύ αυτών και η λύπη, η οργή και το άγχος για προδομένες υποσχέσεις και χαμένες πυξίδες- που στηρίζουν την προσήλωσή μας σε αριστερές αναλύσεις και αριστερά προτάγματα, δημιουργούν δυνάμει συντηρητικές ή και αυτοκαταστροφικές πτυχές σε πολιτικά σχέδια που εμφανίζονται ως προοδευτικά.

Μετάφραση: Άκης Γαβριηλίδης


Το πρωτότυπο κείμενο είναι το “Resisting Left Melancholia”, στο David L. Eng και David Kazanjian (επιμ.), Loss: The Politics of Mourning, University of California Press, Berkeley 2002.


Σημειώσεις

[*] Η προμετωπίδα είναι από το: Walter Benjamin. “Theses on the Philosophy of History”, in Illuminations. ed. Hannah Arendt (New York: Schocken Books, 1969), 255. [ελλ. μετ.: Βάλτερ Μπένγιαμιν, Θέσεις για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας, μετάφραση Μηνάς Παράσχης, Ουτοπία, Αθήνα 1983, σ. 10].

[1] Για τη μαγευτική διατύπωση του Μπένγιαμιν σχετικά με το «Τότε» και το «Τώρα» ως πολιτικούς όρους απρόσιτους από το «Παρελθόν» και το «Παρόν», βλ. τις σημειώσεις του περί μεθόδου για το Arcades Project, δημοσιευμένες ως “N [Re the Theory of Knowledge, Theory of Progress],” in Benjamin: Philosophy, Aesthetics, History, ed. G. Smith (Chicago: University of Chicago Press, 1989), ιδίως 49, 51-52 και 80.

[2] Sigmund Freud, “Mourning and melancholia”, In: The Standard Edition of the Complete Psychological Works of Sigmund Freud, vol. 14, trans. and ed. James Strachey (London, Hogarth Press, 1957), 245.

[3] Freud, “Mourning and melancholia”, 245.

[4] Walter Benjamin, The Origin of German Tragic Drama, trans. John Osborne, (London: Verso, 1977), 156-57.

[5] Benjamin, The Origin of German Tragic Drama, 157.

[6] Benjamin, The Origin of German Tragic Drama, 157.

[7] Walter Benjamin, “Left-Wing Melancholy,” αναδημοσιευμένο στο The Weimar Republic Sourcebook, ed. Anton Kaes, Martin Jay, and Edward Dimendberg (Berkeley and Los Angeles: University of California Press, 1994), 305.

[8] Freud, “Mourning and melancholia”, 245.

[9] Stuart Hall, The Hard Road to Renewal: Thatcherism and the Crisis of the Left (London: Verso, 1988), 273.

[10] Hall, The Hard Road to Renewal, 273.

[11] Hall, The Hard Road to Renewal, 266.

[12] Hall, The Hard Road to Renewal, 276.

[13] Benjamin, “Left-wing melancholy”, 305

[14] Hall, The Hard Road to Renewal, 194.

[*] Στο πρωτότυπο, χρησιμοποιείται εδώ η λέξη radical και αμέσως μετά προστίθεται η εξής παρένθεση: «από το λατινικό radix που σημαίνει ‘ρίζα’». Στα ελληνικά, η ετυμολογία του όρου «ριζοσπαστικός» είναι εμφανής και έτσι η παρένθεση αυτή παραλείφθηκε από τη μετάφραση.