Are you kidding us, Κιντή; (σε ελεύθερη μετάφραση, «Μας δουλεύεις ρε Κιντή;»)

 

σε αντιγραφή από το indymedia, ένα άρθρο για την κοροϊδία που δεχόμαστε από τους σοσιαλ/φιλελεύθερους υποστηρικτές και υπουργούς της κυβέρνησης στον πανεπιστημιακό χώρο. 

Η Superwoman Κιντή δεν είναι μόνη της, έχει στο πλευρό της και άλλους αμερικανοτραφέντες υπερήρωες. Η αποστολή τους είναι να ευτελίσουν ταχύτατα και με τον αποτελεσματικότερο δυνατό τρόπο τη δημόσια παιδεία, μέσω του σχεδιασμού και της εφαρμογής μιας επικοινωνιακής στρατηγικής που επικεντρώνεται στο «κακό» άσυλο, καθώς και στα φαινόμενα οικογενειοκρατίας και λογοκλοπής.

Ο τίτλος του παρόντος κειμένου δεν αποτελεί απλά λογοπαίγνιο με το επώνυμο της «κυρίας» Βάσως Κιντή, Αναπλ. Καθηγήτριας του Τμήματος Μ.Ι.Θ.Ε. του Παν/μίου Αθηνών. Θεώρησα σωστό να γραφτεί στην αγγλοσαξωνική καθώς στην ουσία αποτελεί την μητρική της γλώσσα, όντας αμερικανοτραφείσα και μαθητεύσασα στο Pierce College και μετέπειτα διδάσκουσα στο Deree College, όπως φαίνεται και στο βιογραφικό της [1]. 

Φαίνεται πως σε αυτά τα ευαγή εκπαιδευτικά ιδρύματα –η λειτουργία των οποίων υποστηρίζει έμπρακτα την συνταγματικά κατοχυρωμένη δημόσια παιδεία- η κα Κιντή ένιωσε στο πετσί της τον πόνο και την πίκρα του προλεταριάτου. Γι’ αυτό και ΔΕΝ απέργησε στις 23/2, και όπως εξήγησε και σε συνέντευξή της στην εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ» [2] «θα πρέπει να δείξουμε περισσότερη αλληλεγγύη, και αυτό το τονίζουμε, και σε ανθρώπους που δεν έχουν τρόπο να διεκδικήσουν μια δίκαιη κατανομή των βαρών. Δηλαδή, τους ανέργους και τους συνταξιούχους». Η μη συμμετοχή της επομένως στη γενική απεργία της 23/2 και η συνυπογραφή του σχετικού αθλιότατου κειμένου που αιτιολογεί την μη συμμετοχή και των υπολοίπων 19 «αλληλέγγυων» πανεπιστημιακών, αποτελεί στην ουσία κίνηση αδιαμφισβήτητης υποστήριξης των οικονομικά ασθενέστερων. 

«Σήμερα τα συγκεκριμένα προβλήματα που έχουμε δεν θα λυθούν με απεργίες», λέει χαρακτηριστικά η κα Κιντή.  Και τη ρωτάει η δημοσιογράφος«Πώς βλέπετε να λύνονται;» Και απαντά:  «Οπως αναφέρεται και στην ανακοίνωση, με περισσότερη δουλειά γιατί πρέπει να παραχθεί πλούτος ώστε να μη στηριζόμαστε πάντα σε δανεικά». Ίσως ακουστεί αφελές το σχόλιό μου στην κα Κιντή, αλλά μετά από μια 10ετία στην τριτοβάθμια εκπαίδευση είχα σχηματίσει την εντύπωση ότι δουλειά μας δεν είναι η παραγωγή πλούτου, αλλά η παραγωγή και διάχυση γνώσης. Όπως επίσης δουλειά μας και υποχρέωσή μας είναι η διαφύλαξη της ελεύθερης διακίνησης ιδεών, η πνευματική ανάταση των φοιτητών μας και το να έχουμε πάντα στο μυαλό μας ότι, ως δημόσιοι λειτουργοί, είμαστε υπόλογοι όχι απέναντι στο κράτος, αλλά στην ελληνική κοινωνία. Πολύ τεχνοκρατική και ΠΑΣΟΚογενής μου ακούγεται η απάντησή της, ειδικά για μια πανεπιστημιακό που τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα αφορούν στον Wittgenstein και την Ηθική. 

Μάλλον όμως (και ως φιλόσοφος) η κα Κιντή κάτι ξέρει παραπάνω από μας τους υπολοίπους πτωχούς τω πνεύματι και είναι σε θέση να παράξει «πλούτο», παρά το γεγονός ότι τα δημόσια τριτοβάθμια εκπαιδευτικά ιδρύματα υποχρεούνται να λειτουργήσουν με περικοπές στον προϋπολογισμό τους που, όπως στην περίπτωση του ΑΠΘ, ξεπερνούν το 30% [3], εξακολουθούν να μην έχουν πρόσβαση σε χιλιάδες επιστημονικά περιοδικά [4], δεν μπορούν ν’ ανταποκριθούν ούτε καν στα λειτουργικά τους έξοδα [5] και οδηγούνται σε ασφυξία από το «πάγωμα» των μόνιμων θέσεων μελών Δ.Ε.Π. και συμβασιούχων διδασκόντων με βάση το Π.Δ 407/80 [6]. 

Ούτε καν ιδρώνει το φιλοσοφημένο αυτί της Superwoman Κιντή από τους πάνω από 10.000 συμβασιούχους καθηγητές Α.Ε.Ι. και Τ.Ε.Ι. που παραμένουν απλήρωτοι εδώ και μήνες και αποτελούν τη ραχοκοκκαλιά των δημόσιων τριτοβάθμιων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων [7]. Θα μου πεις, η κα Κιντή είναι εδώ και χρόνια «μονιμάς», ποιος τους μπιπ τους συμβασιούχους;  

Η Superwoman όμως δεν είναι μόνη της, έχει στο πλευρό της και άλλους αμερικανοτραφέντες υπερήρωες. Η αποστολή τους είναι να ευτελίσουν ταχύτατα και με τον αποτελεσματικότερο δυνατό τρόπο τη δημόσια παιδεία, μέσω του σχεδιασμού και της εφαρμογής μιας επικοινωνιακής στρατηγικής που επικεντρώνεται στο «κακό» άσυλο, καθώς και στα φαινόμενα οικογενειοκρατίας και λογοκλοπής. 

Αρχηγός αυτής της ομάδας υπερηρώων είναι ο Υφυπουργός Παιδείας-λέγε-με-Judge-Dredd-Πανάρετος, ο οποίος μια ωραία πρωία ξαφνικά διαπίστωσε με φρίκη και τρόμο ότι στα ελληνικά Α.Ε.Ι. και Τ.Ε.Ι. διορίζονται ολόκληρα σόγια σε θέσεις επιστημονικού, διοικητικού και άλλου προσωπικού και ότι η λογοκλοπή αποτελεί σύνηθες φαινόμενο. Προφανώς μόλις έγινε υφυπουργός ο Dredd-Πανάρετος είχε κάποιου είδους epiphany (επιφοίτησης, δηλαδή, είπαμε τα λέμε στ’ αγγλικά για να καταλαβαίνουν καλύτερα) απευθείας από την Παναγία της Τήνου. Δεν εξηγείται αλλιώς αυτή η οξυδέρκεια, γιατί δεν τον είδαμε ούτε κατά διάνοια να αγανακτεί για τα παραπάνω θέματα και να τοποθετείται δημόσια ως Γενικός Γραμματέας του Υπ.Ε.Π.Θ. τις περιόδους 1995 – 1996 και 1988 – 89, ούτε ως Πρόεδρος Εθνικού Συμβουλίου Παιδείας (1996 – 2000), ούτε καν ως Πρόεδρος Συμβουλίου Ανώτατης Παιδείας (1995 – 1996 & 1988 – 89) [8]. 

Φαίνεται πως τότε ο Judge δεν εξανίστατο γιατί κατά τις συγκεκριμένες περιόδους όλοι οι διορισμοί σε Α.Ε.Ι. και Τ.Ε.Ι. γίνονταν απολύτως αξιοκρατικά και τα μέλη Δ.Ε.Π. αναγνώριζαν πλήρως τις πηγές, έκαναν παράφραση και χρησιμοποιούσαν βιβλιογραφικά συστήματα αναφοράς ανελλιπώς. Πριν από τα παραπάνω χρονικά διαστήματα, ανάμεσα και μετά από αυτά, οι πανεπιστημιακοί και οι καθηγητές Τ.Ε.Ι. πάθαιναν παράκρουση και ξαφνικά έτρεχαν να διορίσουν τα παιδιά, την κουμπάρα και τον μπατζανάκη τους και αντέγραφαν μετά μανίας συγγράμματα, άρθρα σε επιστημονικά περιοδικά, διδακτορικές διατριβές, εργασίες φοιτητών κ.λπ.

Άλλη μια πιθανή εξήγηση για την τωρινή οργή του Dredd ίσως είναι ότι όταν είχε τις παραπάνω θέσεις ευθύνης δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι, όπως χαρακτηριστικά λέει ο ίδιος, «ένας δημόσιος λειτουργός δεν είναι παρά ένας πολίτης που εντέλλεται από τους συμπολίτες του να φέρει εις πέρας μία δημόσια αποστολή. Στους συμπολίτες του, λοιπόν, πρέπει να αναφέρεται και να τους ενημερώνει για την διαχείριση της εντολής αυτής και την άσκηση του λειτουργήματός του. Τον ίδιο έλεγχο, δηλαδή, που θα θέλει με την σειρά του να ασκεί και ο ίδιος στον επόμενο πολίτη που θα επιφορτισθεί με την αποστολή αυτή, όταν ο ίδιος δεν θα έχει πλέον αυτήν την ευθύνη». [9]

Ρε, are you kidding us?

Η ιδιότητα του δημόσιου λειτουργού δεν υφίσταται με διακοπές –ή είσαι ή δεν είσαι. Και ακριβώς επειδή κάθε δημόσιος λειτουργός «εντέλλεται από τους συμπολίτες του» οφείλει να μάχεται κατά οιωνδήποτε φαινομένων διαφθοράς μέχρις εσχάτων, από οποιαδήποτε θέση κι αν κατέχει κατά καιρούς. Τώρα ξαφνικά διαπίστωσαν οι υπερήρωες την σαπίλα που κυριαρχεί στην τριτοβάθμια εκπαίδευση; Δεν είχαν αντιληφθεί τίποτα τόσα χρόνια; Ή μήπως η επιλεκτική τους άνοια οφείλεται στη γνωστή σε όλους μας αλληλεξάρτησή τους εντός απίστευτων πλεγμάτων διαπλοκής και πελατειακών σχέσεων; 

Όλα αυτά τα λαμόγια τύπου υπερηρώων ανέχτηκαν και αποσιώπησαν επί σειρά ετών τα μεταξύ τους πάρε-δώσε. Ξαφνικά όλοι έγιναν φιλόσοφοι, ενάρετοι και πανάρετοι και κανείς δε γνωρίζει κάτι για το φόνο. Για δεκαετίες έκαναν τα στραβά μάτια στην αυθαιρεσία των εκλεκτορικών σωμάτων, για δεκαετίες διόριζαν τους δικούς τους, για δεκαετίες άγονταν και φέρονταν από φοιτητικές παρατάξεις προκειμένου ν’ αποκτήσουν διοικητικά αξιώματα, για δεκαετίες σαμποτάριζαν νέους επιστήμονες και τους απέκλειαν από μόνιμες θέσεις επειδή δεν ήταν «δικοί» τους. 

Δημιουργώντας ομάδες από μικρότερα τη τάξει λαμόγια κυριάρχησαν στην τριτοβάθμια, αφαίμαξαν δημόσια κονδύλια και χρηματοδοτήσεις από ευρωπαϊκά προγράμματα. Είναι οι ίδιοι που σε πολλά Τ.Ε.Ι. αποκαλούν υποτιμητικά και κομπλεξικά τους επίκουρους καθηγητές «επικουράδες», επειδή σε αυτή τη βαθμίδα η κατοχή διδακτορικού είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την εκλογή σε μόνιμη θέση. Στην συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων, όσοι χρησιμοποιούν τον ωραιότατο όρο «επικουράδες» είτε δεν έχουν διδακτορικό είτε το έχουν αγοράσει (απ’ όσο ξέρω η Βουλγαρία φοριέται πολύ για έτοιμα διδακτορικά τα τελευταία χρόνια).

Όλα τα παραπάνω είναι κοινός τόπος σε όλους όσοι εργαζόμαστε ή έχουμε εργαστεί στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, δεν αποτελούν μυστικό ούτε τα αγνοούν οι εκάστοτε «από πάνω». Επομένως, το βασικότερο πρόβλημα της τριτοβάθμιας δεν είναι ούτε το άσυλο, ούτε η οικογενειοκρατία και η λογοκλοπή –είναι η ανοχή και η απεριόριστη υποκρισία όσων έχουν θέση ισχύος. 

Αν θέλετε, υπερήρωες, ν’ αλλάξει η κατάσταση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, πιέστε με όλες τις δυνάμεις και τα μέσα που διαθέτετε για την αύξηση της χρηματοδότησης. Σεβαστείτε τους φοιτητές σας, απογειώστε τους πνευματικά και μην τους κρατάτε πίσω επειδή εσείς είστε συμπλεγματικοί. Διενεργήστε fast track Ε.Δ.Ε. για να πετάξετε τα λαμόγια έξω και μην αφήνετε σκοπίμως ενστάσεις και πειθαρχικές διαδικασίες ν’ αραχνιάζουν στα συρτάρια σας. Και αφού πετάξετε έξω όλους τους σάπιους, διορίστε νέους επιστήμονες με μοναδικά και αποκλειστικά κριτήρια τα προσόντα τους (ουσιαστικά και τυπικά), την όρεξή τους για δουλειά και την ικανότητά τους να είναι πραγματικοί δάσκαλοι –και όχι βάσει του ποιον έχουν πατέρα, μπάρμπα, τι ψηφίζουν και πόσο καλά σας γλύφουν.

Σε πείσμα σας, λαμόγια, ακόμα υπάρχουν εξαιρετικοί δάσκαλοι με όλη την σημασία της λέξεως. Δάσκαλοι που εμπνέουν και που όντως έχουν συνειδητοποιήσει την ευθύνη τους απέναντι στην κοινωνία. Σε πείσμα σας, ακόμα διαπρέπουν πολλοί φοιτητές μας και μας κάνουν περήφανους γιατί έγιναν καλύτεροι από εμάς…

Τελειώνοντας, πιστεύω ότι είναι αρμόζον σ’ ένα τέτοιο κείμενο ο επίλογος ν’ αποτελεί μια σοφή ρήση. Δεν είναι του Πλάτωνα, ούτε του Wittgenstein, ούτε του Kuhn, ούτε του Kant. Είναι του μακαρίτη του παππού μου και οφείλω ν’ αναγνωρίσω την πηγή, όχι για να μην κατηγορηθώ για λογοκλοπή, αλλά για ν’ αποδώσω φόρο τιμής στη σοφία που περικλείει:

«Ο ομιλών περί ηθικής, έχει οίκον ανοχής…» 

Υ.Σ.1 Κα Κιντή, παίζει καμιά συγγένεια με τον ομότιμο πλέον καθηγητή του Ο.Π.Α. Ανδρέα Κιντή; Μια απλή ερώτηση είναι, δεν υπονοώ κάτι… Αν δεν απατώμαι, το 1998 που διοριστήκατε στο Μ.Ι.Θ.Ε. στη βαθμίδα του λέκτορα, διένυε τη δεύτερη συνεχόμενη θητεία του ως Πρύτανης του Ο.Π.Α. [10] 

Υ.Σ.2 Κα Κιντή, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 2i του Ν. 1268/82 (που ήταν εν ισχύ κατά την εκλογή σας), μία από τις προϋποθέσεις για την εκλογή σε θέση λέκτορα είναι η «τουλάχιστον διετής εκπαιδευτικής πείρα σε ελληνικό Α.Ε.Ι.ή ομοταγές του εξωτερικού ή αναγνωρισμένο επαγγελματικό έργο σε σχετικό επιστημονικό πεδίο ή διετής εργασία σε ερευνητικά κέντρα της χώρας ή της αλλοδαπής ή συνδυασμός των παραπάνω». Όπως φαίνεται στο βιογραφικό σας, πριν από την εκλογή σας η μόνη προϋπηρεσία σας ήταν μεταξύ 1991-1998 στο  Department of Philosophy, Deree College, The American College of Greece. Όλοι όσοι έχουμε περάσει από τη διαδικασία εκλογής σε μόνιμη θέση, γνωρίζουμε πολύ καλά ότι η εκπαιδευτική προϋπηρεσία σε κολλέγια δεν αναγνωρίζεται. Επίσης είναι γνωστό τοις πάσι ότι το Deree δεν αναγνωρίζεται ως ισότιμο από το Δ.Ο.Α.Τ.Α.Π. (πρώην ΔΙΚΑΤΣΑ). Επομένως, προκύπτει το λογικό συμπέρασμα ότι το εκλεκτορικό σώμα αναγνώρισε την προϋπηρεσία σας στο Deree ως «επαγγελματικό έργο σε σχετικό επιστημονικό πεδίο», παρά το γεγονός ότι η ελληνική νομοθεσία δεν αναγνωρίζει καν τα πτυχία που δίνει το συγκεκριμένο κολλέγιο. Από ηθικής άποψης (μιας και εμπίπτει και στα επιστημονικά σας ενδιαφέροντα), δεν σας φαίνεται αυτό somewhat disturbing; (λίγο «κάπως» ρε αδερφέ…) 

[1] http://users.uoa.gr/~vkindi/index.htm

[2] http://www.tovima.gr/politics/article/?aid=386603 

[3] http://www.tvxs.gr/news/%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%AC%CE%B4%CE%B1/%CE%B3-%CE%BC%CF%85%CE%BB%CF%8C%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%82-%C2%AB%CE%BF-%CF%80%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CE%B3%CF%81%CE%AF%CE%BD%CE%B7%CF%82-%CF%84%CE%AF%CE%BC%CE%B7%CF%83%CE%B5-%CF%84%CE%BF-%CF%81%CF%8C%CE%BB%CE%BF-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%80%CF%81%CF%8D%CF%84%CE%B1%CE%BD%CE%B7%C2%BB

[4] http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=84258 

[5] http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=4758

[6]http://tvxs.gr/news/%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%AC%CE%B4%CE%B1/%CF%83%CF%85%CE%BC%CF%86%CF%89%CE%BD%CE%AF%CE%B1-%CE%B2%CE%BB%CE%AD%CF%80%CE%B5%CE%B9-%CE%B7-%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%BF%CF%85-%CF%8C%CF%87%CE%B9-%CF%8C%CE%BC%CF%89%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%BF%CE%B9-%CF%80%CF%81%CF%85%CF%84%CE%AC%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CF%82  
[7] http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=255011  

[9] http://ypepth.opengov.gr/panaretos/

[10] http://www.aueb.gr/pages/about/prytaneis.php

 

Η κριτική την εποχή της κρίσης ή η απαξίωση των κοινωνικών και ανθρωπιστικών σπουδών

 

άρθρο της Αθηνάς Αθανασίου, διδάσκουσας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, όπως δημοσιεύτηκε στα Ενθέματα της Κυριακάτικης Αυγής

Στο πλαίσιο των μεταρρυθμιστικών πολιτικών που κατακλύζουν τα πανεπιστήμια της Ευρώπης τα τελευταία χρόνια, οι κοινωνικές και οι ανθρωπιστικές σπουδές, και μάλιστα αυτές που επιμένουν να διεκδικούν ένα πανεπιστήμιο-φορέα δημοκρατικής, συμμετοχικής και ελεύθερης παραγωγής νέας γνώσης και κριτικού στοχασμού, μετατρέπονται στον «εσωτερικό εχθρό» της προωθούμενης επιχειρησιακής «αναμόρφωσης».

Σε μια τέτοια τροχιά κινείται και το «κείμενο διαβούλευσης για την έναρξη διαλόγου» για τη λεγόμενη «μεταρρύθμιση» του πανεπιστημίου, που παρουσίασε πρόσφατα η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Παιδείας. Είχε προηγηθεί μια συστηματική παραγωγή λόγων που καλλιεργούσαν ένα κλίμα καχυποψίας απέναντι στους πανεπιστημιακούς και παρουσίαζαν το πανεπιστήμιο σαν έναν ακόμη «μύθο της Μεταπολίτευσης», ξεπερασμένο και ενοχλητικό.

Την ίδια στιγμή, κάθε εκφορά κριτικού λόγου εξομοιώνεται με νοσταλγική υπεράσπιση αρχαϊκών τυπολογιών και κλαδικών κατεστημένων. Επομένως, η ρητορική προώθησης της «μεταρρύθμισης» –περιβεβλημένη την αύρα του αναπόφευκτου και του αυτονόητου εν ονόματι της κρίσης– έχει ως συστατική της όψη την εκ των προτέρων ακύρωση της κριτικής: «It’s the economy, stupid!» Πρόκειται για τη συνήθη στρατηγική μονοπώλησης του νοήματος — ίδιον, άλλωστε, κάθε εξουσιαστικού λόγου. Στο πλαίσιο αυτό, ενισχύεται δραματικά η ρητορική που συκοφαντεί την ερμηνευτική και κριτική κοινωνική σκέψη, προβάλλοντας το επιχείρημα ότι οι ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες εκφυλίζονται εξαιτίας της αμφίβολης χρησιμότητάς τους, της εσωστρέφειας, αλλά και του περίπλοκου κριτικού στοχασμού που ενθαρρύνουν.

***

 

Όμως η προωθούμενη «μεταρρύθμιση» υπάγει αυτή την ανάγκη για ριζικές και ουσιαστικές αλλαγές σε μια αντι-ακαδημαϊκή, αντι-διανοητική, τεχνοκρατική λογι(στι)κή. Συνοψίζει, έτσι, την πολιτική συνθήκη της ιστορικής απόσυρσης (προγραμματικής, αυτή τη φορά, και όχι με τη μορφή απλώς της de facto αδράνειας) του κράτους από την ευθύνη οικονομικής στήριξης της ανώτατης εκπαίδευσης. Ωστόσο, το κράτος αποσύρεται από την ευθύνη, και όχι από τον έλεγχο του πανεπιστημίου.Το ελληνικό πανεπιστήμιο χρειάζεται να αλλάξει, επειγόντως και ριζικά. Το κρίσιμο ερώτημα είναι σε ποια κατεύθυνση. Πρέπει να καλύψει ελλείμματα, ανεπάρκειες και αγκυλώσεις που αφορούν τη σύνδεση διδασκαλίας και έρευνας, τις δυνατότητες των μελών ΔΕΠ να διεξάγουν έρευνα, τον ορισμό των γνωστικών κλάδων –σε προπτυχιακό και μεταπτυχιακό επίπεδο– με ανανεωμένες, διεπιστημονικές προοπτικές, το σύστημα υποτροφιών για εκπόνηση διδακτορικής διατριβής, τους τρόπους υλοποίησης της συμμετοχής στη διοίκηση, τη χρηματοδότηση και την οικονομική διαχείριση, την οργάνωση βιβλιοθηκών και εργαστηρίων, την κτιριακή υποδομή, την καλλιέργεια διαπανεπιστημιακών σχέσεων με ιδρύματα του εξωτερικού, κ.τ.λ.

 Παρά τον ηγεμονικό λόγο περί «μεταρρύθμισης», το υπό σχεδίαση πανεπιστήμιο δεν αποτελεί τομή ως προς το «παραδειγματικό» πανεπιστήμιο του 19ου αιώνα· αποτελεί, αντίθετα, μια στρατηγική αναδιατύπωσή του, με γνώμονα τη νεοφιλελεύθερη κυβερνητικότητα και με άξονα τον σχιζοειδή συνδυασμό κρατικού ελέγχου και επιχειρησιακής εμπορευματοποίησης.[1]

Το πανεπιστήμιο καλείται σήμερα να αναλάβει μια ιστορική ευθύνη: να απαγκιστρωθεί από τη θεολογική, ουμανιστική του κληρονομιά, χωρίς να παραδοθεί άνευ όρων στους όρους μιας άλλης αυθεντίας — της επιχειρησιακής λογικής και του λαϊκισμού της αγοράς. Η υπαγωγή στα αντανακλαστικά και στους όρους της αγοράς δεν μπορεί να «περνάει» για άνοιγμα στην κοινωνία· είναι συρρίκνωση του κοινωνικού –και κοινωνικά αναστοχαστικού– ρόλου του πανεπιστημίου. Ο νεοφιλελευθερισμός επανατοποθετεί το πανεπιστήμιο σε ρόλο πειθαρχικού μηχανισμού άκριτης αναπαραγωγής μιας νέας ορθοδοξίας, μιας νέας «μεγάλης αφήγησης» –της αγοράς– μέσω της οργάνωσης μιας ολόκληρης γραφειοκρατικής μηχανής οικονομικών συμβούλων, εργολάβων, εμπειρογνωμόνων, εταίρων, αξιολογητών. Αυτή η νέα λογιστική μηχανή επιτήρησης και αυτοπειθαρχίας, που η ανθρωπολόγος Μαίριλυν Στράδερν έχει ονομάσει «audit culture», στήνεται για να ελέγξει το «ρίσκο» –οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό– που αντιπροσωπεύει σήμερα το πανεπιστήμιο.[2]

Αν όμως οι αυτοματισμοί της αγοράς μετατρέπονται ολοένα και περισσότερο σε αυτό που ο Πιέρ Μπουρντιέ ονόμαζε «αυτοματισμούς της κοινής λογικής», το πανεπιστήμιο καλείται να αντισταθεί στη μετατροπή του σε think tank της αγοράς, και να διεκδικήσει έναν χώρο ενεργούς αντιπαράθεσης με αυτήν την «κοινοτοπία». Είναι γνωστό, βέβαια, ότι η αγορά δεν τα πάει πολύ καλά με τη δημοκρατία. Γι’ αυτό και η έννοια του δημοκρατικού πανεπιστημίου, ως ανεξάρτητου φορέα ανανέωσης και όχι ως εξαρτήματος συντήρησης του υπαρκτού, συγκρούεται δομικά με την επιχειρησιακή λογική: γιατί άλλο ανταγωνισμός και άλλο άμιλλα· άλλο πριμ παραγωγικότητας και άλλο μόχθος της έρευνας, της συγγραφής και της κριτικής παιδαγωγικής· άλλο εγκλωβισμός στις απαιτήσεις της αγοράς και άλλο άνοιγμα στην κοινωνία· άλλο παροχή υπηρεσιών και άλλο συμμετοχική διαδικασία παραγωγής της γνώσης· άλλο καταναλωτές υπηρεσιών και άλλο μέλη μιας δημοκρατικής ακαδημαϊκής κοινότητας.

Σε ένα πλαίσιο οιονεί ευγονικής καταμέτρησης της βιωσιμότητας που απαιτεί λίγους, καθαρούς, χρηστικούς και προσοδοφόρους ακαδημαϊκούς κλάδους, όπου δεσπόζουν οι όροι της ανταγωνιστικής ποσοτικοποίησης και της τυποποιημένης εφαρμοσιμότητας, ιδιαίτερα οι ανθρωπιστικές και οι κοινωνικές σπουδές περιπίπτουν εκ των πραγμάτων σε μια κατάσταση διαρκώς διακυβευόμενης και αμφίβολης «βιωσιμότητας». Έτσι, μετατρέπονται σε αυτό εναντίον του οποίου αγωνίζονται για δεκαετίες οι πρωτοπορίες των ανθρωπιστικών και κοινωνικών σπουδών: νοσταλγικά και κλασικιστικά κατάλοιπα ενός μακρινού παρελθόντος — σεβαστού μεν αλλά ξεπερασμένου, συμπαθούς πλην όμως κορεσμένου: μια περιττή πολυτέλεια. Ποια αδιάφορη μετρησιμότητα και ποιοι «δείκτες ποιότητας» (που, ειρωνικά, είναι αυστηρά ποσοτικοί) μπορούν να αποτιμήσουν πόσο «χρήσιμο» είναι ένα μάθημα για την Χάνα Άρεντ ή για τον Μισέλ Φουκώ σε ένα Τμήμα Φιλοσοφίας ή ένα μάθημα για το φύλο σε ένα Τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας;

***

Η σχεδιαζόμενη από την κυβέρνηση «μεταρρύθμιση» είναι πέρα για πέρα συντηρητική και βαθιά λαϊκιστική. Παρά τις ασάφειες και τις εκκρεμότητες (όπως είπε η A. Διαμαντοπούλου, «ζητήματα συνταγματικά, νομικά, ακαδημαϊκά θα αναλυθούν κατά τη διαβούλευση»), το «κείμενο διαβούλευσης» αποτυπώνει τους βασικούς πυλώνες της «μεταρρυθμιστικής» στρατηγικής της κυβέρνησης: μετατροπή του πανεπιστημίου σε επιχείρηση παροχής υπηρεσιών κατάρτισης με γνώμονα τις ανάγκες της οικονομίας της αγοράς, παγίωση και νομιμοποίηση της περικοπής της κρατικής χρηματοδότησης, κατάργηση του αυτοδιοίκητου, συγκεντρωτική λογική διοίκησης, ενίσχυση των τεχνοκρατικών και συρρίκνωση των ακαδημαϊκών κριτηρίων διοίκησης και οργάνωσης, ιεραρχικές δομές που ευνοούν τα πελατειακά δίκτυα και καλλιεργούν την πειθάρχηση των κατώτερων βαθμίδων.

Τα πολλά προβλήματα, οι αρρυθμίες, οι αδράνειες και οι αγκυλώσεις –προβλήματα συσσωρευμένα μέσα από τη χρόνια εγκατάλειψη και απάθεια– χρησιμοποιούνται ως πρόσχημα για την επιχειρούμενη συντηρητική αναδίπλωση του πανεπιστημίου: Δεν δουλεύει η φοιτητική συμμετοχή, ευκαιρία να την καταργήσουμε εντελώς. Υπόκεινται σε πιέσεις οι πρυτανικές αρχές, γι’ αυτό λοιπόν διορίζουμε μάνατζερς. Αντιμετωπίζουν πρόβλημα ανεργίας οι απόφοιτοι κάποιων πανεπιστημιακών τμημάτων, ας τα καταργήσουμε ως αντι-παραγωγικά.

Οι σχεδιαζόμενες αλλαγές στη διοίκηση των πανεπιστημίων είναι χαρακτηριστικές: Σχεδιάζεται ένα επιτελικό σύστημα μάνατζμεντ των ιδρυμάτων από διορισμένα συμβούλια που θα ασκούν τη διοίκηση των πανεπιστημίων. Τα «Συμβούλια Διοίκησης» καταργούν το αυτοδιοίκητο των πανεπιστημίων σε πολλαπλά επίπεδα: στη χρηματοδότηση, στην πιστοποίηση των προγραμμάτων σπουδών από ξένα ΑΕΙ, στον ορισμό του πρύτανη. Πρόκειται για ένα υπερ-όργανο γραφειοκρατικής διοίκησης, συγκεντρωτικού και ολοκληρωτικού χαρακτήρα, όπως αποτυπώνεται στο ευρύτατο φάσμα αρμοδιοτήτων του: ακαδημαϊκά θέματα, διαχείριση κονδυλίων, έγκριση της στρατηγικής του κάθε ιδρύματος και του Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας, διορισμός ή παύση του/της πρύτανη, ένταξη των φοιτητών/φοιτητριών στα επιμέρους προγράμματα σπουδών μετά το τέλος του πρώτου έτους. Στο κείμενο διαβούλευσης, η σύνθεσή τους είναι ασαφής, όπως και ο τρόπος ορισμού-διορισμού των εξωτερικών μελών (τα συμβούλια αποτελούνται από εκλεγμένα μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας και εξωτερικά μέλη τα οποία διορίζονται ως άτομα).

Αλλά και η αξιολόγηση διέπεται από αυτή τη λογική –ποσοτικοποίηση, εφαρμοσιμότητα, «δείκτες απήχησης»– κι έτσι εφαρμόζεται ως μέθοδος ανταγωνιστικής πειθάρχησης και όχι ουσιαστικής λογοδοσίας και ποιοτικής ανανέωσης. Ένας από τους περίφημους «δείκτες ποιότητας» στη βάση των οποίων θα χρηματοδοτούνται τα ΑΕΙ είναι η επαγγελματική αποκατάσταση των αποφοίτων. Δηλαδή, τα ιδρύματα ενοχοποιούνται για την ανεργία και την επισφάλεια. Δεν βρίσκουν δουλειά οι απόφοιτοι Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, Σπουδών Φύλου, ή Φιλοσοφίας, κόβεται η χρηματοδότηση των αντίστοιχων τμημάτων. Τα τμήματα και τα γνωστικά αντικείμενα που δεν «πουλάνε» ωθούνται στο περιθώριο, ενώ το διδακτικό προσωπικό, οι φοιτητές/φοιτήτριες και οι απόφοιτοί τους συγκροτούν το νέο «πρεκαριάτο» [precariat: επισφαλώς απασχολούμενο εργατικό δυναμικό] της πανεπιστημιακής μετα-φορδικής επιχείρησης. Στο περιβάλλον της «φυσικής επιλογής» των audit cultures, αυτά τα γνωστικά αντικείμενα και αυτές οι επιστημολογίες είναι κατεξοχήν όσες δεν προσαρμόζονται εύκολα στη διεκπεραιωτική βιασύνη και στις τεχνοκρατικές δεξιότητες της αγοράς, και, πάνω απ’ όλα, όσες δεν εμπίπτουν στο επιστημολογικό mainstream του θετικισμού. Προκειμένου να χρηματοδοτηθεί, η κοινωνική έρευνα θα υπάγεται στα ενδιαφέροντα και συμφέροντα των χορηγών και της αγοράς. Πώς διασφαλίζεται εδώ η ακαδημαϊκή ελευθερία, αλλά και η διαφάνεια και η ανεξαρτησία από πελατειακά δίκτυα και οικονομικές-πολιτικές ελίτ στο πεδίο της έρευνας;

***

Αλλά αν η επίθεση τείνει να κινητοποιεί αμυντικά –ενίοτε πατριωτικά– αντανακλαστικά, οι κοινωνικές και ανθρωπιστικές σπουδές πρέπει να αντισταθούν στην οποιαδήποτε προσφυγή σε στρατηγικές άμυνας μέσω της υπεράσπισης των παραδοσιακών χαρακτηριστικών της φυσιογνωμίας ή της ορθοδοξίας τους. Το ζητούμενο δεν είναι η υπεράσπιση του υπαρκτού και του καθιερωμένου (ένας αγώνας υπέρ «βωμών και εστιών»), αλλά η αντιπαράθεση με την επιχειρούμενη εμπέδωσή του. Οι ανθρωπιστικές και κοινωνικές σπουδές θα ηττηθούν πραγματικά όταν απεμπολήσουν τον κριτικό, διαλογικό και πειραματικό τους χαρακτήρα, και μετατραπούν σε μονοφωνική, νοσταλγική ορθοδοξία· όταν από πειραματική ανησυχία που παραμένει ανοιχτή στην έκπληξη μετατραπούν σε αμυνόμενη κανονιστική εθιμοτυπία.

 

Έτσι, στη θέση μιας επιστημολογικής πολιτικής της ταυτότητας που απαιτεί την καθαρή οριοθέτηση γνωστικών επικρατειών, θα πρέπει να προκρίνουμε μια διεπιστημονικότητα-εργαστήριο, μια διεπιστημονικότητα που δεν καλλιεργεί αμοιβαίες μυθολογίες και οντολογικές βεβαιότητες, αλλά επιτελεί τις ανήσυχες διασυνδέσεις και τα απροσδόκητα ανοίγματα που καθίστανται δυνατά στο πλαίσιο δυναμικών και νομαδικών διακλαδώσεων.[3] Ενδεικτικές είναι εδώ οι διεπιστημονικές συναρθρώσεις μεταξύ κοινωνικής ανθρωπολογίας, φεμινιστικής θεωρίας, ψυχανάλυσης, λογοτεχνικής κριτικής και μετααποικιακών σπουδών.

Ας μην ξεχνάμε ότι τα τελευταία χρόνια, πανεπιστημιακά τμήματα, κέντρα ή προγράμματα ανθρωπιστικών και κοινωνικών σπουδών στην Ευρώπη και στην Αμερική έχουν φιλοξενήσει κριτικές και ριζοσπαστικές επιστημολογίες — όπως είναι ο μεταδομισμός, οι φεμινιστικές σπουδές, οι μετααποικιακές σπουδές, οι σπουδές διασποράς. Αυτές οι επιστημολογίες χρησιμοποιούν τον όρο «ανθρωπιστικές σπουδές» ως πεδίο κριτικής στον κλασικό, δυτικό ουμανισμό (της εθνοκεντρικής, ευρωκεντρικής αυθεντίας της «υψηλής κουλτούρας») και όχημα ανοίγματος σε «άλλους», εναλλακτικούς ανθρωπισμούς και άλλες κριτικές γενεαλογίες — των ηττημένων ή μη-αναγνωρισμένων «άλλων».[4] Αυτές οι κριτικές μετα-ανθρωπιστικές επιστημολογίες έφεραν τη σφραγίδα της κριτικής που ασκούσε ο Μισέλ Φουκώ στον κλασικό ανθρωπισμό, χαρτογραφώντας την «αρχαιολογία των επιστημών του ανθρώπου».[5] Σε αυτή την κριτική παράδοση απο-αποικιοποίησης της γνώσης ανάγεται και το νόημα που δίνει ο Κώστας Δουζίνας στον όρο «humanities of resistance».[6]

Έτσι, το ζητούμενο δεν είναι η προάσπιση του υπαρκτού, αλλά η κατάδειξη της συντηρητικής, αναχρονιστικής λογικής που διέπει το σχέδιο αναμόρφωσης και η διεκδίκηση για ένα πανεπιστήμιο πραγματικά «νέο»: για ένα πανεπιστήμιο-χώρο ελεύθερης και απροϋπόθετης παραγωγής, φιλοξενίας και συνάντησης κριτικών επεξεργασιών και ερευνητικών πειραματισμών, που θα λαμβάνει υπόψη τις νέες ανάγκες χωρίς να υποτάσσεται στον εκβιασμό των ηγεμονικών κοινοτοπιών της εποχής.[7]

 

Η Αθηνά Αθανασίου διδάσκει στο Πάντειο Πανεπιστήμιο 

 


[1] Chris Shore, «Beyond the multiversity: Neoliberalism and the rise of the schizophrenic university», Social Anthropology (2010) 18, 1: 15-29.

[2] Marilyn Strathern (επιμ.), Audit Cultures: Anthropological Studies in Accountability, Ethics and the Academy. Λονδίνο: Routledge, 2000.

[3] Βλ. και Donna Haraway, «Situated knowledges: The science question in feminism and the privilege of partial perspectives», Feminist Studies, 1988, σ. 575-599.

[4] Eleni Varikas, Les Rebuts du Monde: Figures du Paria. Παρίσι: Stock, 2007.

[5] Μισέλ Φουκώ, Οι λέξεις και τα πράγματα: Μια αρχαιολογία των επιστημών του ανθρώπου, μετάφραση Κωστή Παπαγιώργη. Αθήνα: Γνώση, 2008.

[6] Ημερίδα με τίτλο «What are the humanities for?» στο Birkbeck Institute for the Humanities, Πανεπιστήμιο του Λονδίνου, 19 Νοεμβρίου 2009.

[7] Βλ. και Ζακ Ντεριντά, Απροϋπόθετο ή κυριαρχία: Το πανεπιστήμιο στα σύνορα της ευρώπης, μετάφραση Βαγγέλη Μπιτσώρη / Λευκής Μολφέση / Αλίκης Κεραμίδα. Αθήνα: Πατάκης, 2002.

TΙΝΑ, κάτι θα γίνει, θα δεις

ΤΙΝΑ, κάτι θα γίνει, θα δεις”

Αυτό το κείμενο είναι μια προσωπική κριτική της τελευταίας συλλογής διηγημάτων του Χρήστου Οικονόμου (“Κάτι θα γίνει, θα δεις”: Εκδ. Πόλις, 2010), δημοσιογράφου του Έθνους, μέσα από την ματιά της ΤΙΝΑΣ, δηλαδή του Θατσερικού (και Ρηγκανικού) δόγματος, “There Is No Alternative”. Η βασική θέση της βιβλιοκρισίας αυτής είναι ότι το βιβλίο αυτό χρησιμεύει στην εμπέδωση των επιταγών υποταγής στο νεοφιλελεύθερο δόγμα που δηλώνει ότι δεν υπάρχουν εναλλακτικές στην ηγεμονία, στην Ελλάδα του Μνημονίου και του ΔΝΤ ότι “η επανάσταση του αυτονόητου” είναι αναγκαία όπως λέει ο Πρωθυπουργός. Δεν προτίθεμαι όμως να μπω σε μια συνωμοσιολογική μελέτη ή σε μια ψυχολογική απόδοση προθέσεων στο συγγραφέα ή στον εκδοτικό του οίκο, γιατί δεν έχω δεδομένα για να τεκμηριώσω έναν τέτοιο ισχυρισμό, πέρα από το ίδιο το βιβλίο.

Η βασική αυτή θέση του κειμένου στηρίζεται σε ένα αξίωμα: ότι ο λόγος (discourse) κάνει πράγματα, παράγει την πραγματικότητα. Αν διαφωνούμε ως εδώ, δεν υπάρχει λόγος να διαβάσετε το υπόλοιπο κείμενο. Από τις προφορικές αφηγήσεις πριν την εμφάνιση της γραφής, από την πρώτη εκτύπωση του Γουτεμβέργιου, όταν οι άνθρωποι επικοινωνούν, μιλούν/γράφουν, περιγράφουν, διαφωνούν, κατασκευάζουν συγχρόνως μια πραγματικότητα, περιγράφουν (επιθυμητούς) τρόπους συμπεριφοράς, αποδέχονται/απορρίπτουν, προτείνουν, νουθετούν. Κατασκευάζουν την ανθρώπινη κοινωνία μέσα από την επικοινωνία τους. Φανταστείτε την τεράστια σημασία που έχει για το σύγχρονο πολιτισμό ένα βιβλίο όπως οι Άθλιοι του Β. Ουγκώ, το “Κεφάλαιο” του Μαρξ, η “Ερμηνεία των Ονείρων”, του Φρόυντ, αλλά και ευπώλητα σημερινά βιβλία όπως ο “Αλχημιστής”, του Π. Κοέλιο.

Ισχυρίζομαι ότι η μεγάλη δύναμη του βιβλίου του Οικονόμου στην εμπέδωση της ηγεμονίας της ΤΙΝΑ είναι οι ήρωες των διηγημάτων του, αφού στην γραφή του επιτελείται η κατασκευή ανθρωπολογικών τύπων, ανθρώπων φτωχών, τσακισμένων, μέσα στην απογοήτευση, χωρίς επιθυμία και δυνατότητα δράσης – ατομικής ή συλλογικής – με μόνο καταφύγιο τη μοιρολατρία και την καρτερία, σε μια ανθρώπινη έρημο των Δυτικών Συνοικιών και του Πειραιά. Ο τύπος αυτός των ηρώων του Οικονόμου εγκαλεί και το αναγνωστικό κοινό, (με την αλτουσεριανή και ψυχαναλυτική έννοια), στην οικοδόμηση και την κατασκευή μιας παρόμοιας υποκειμενικότητας, καθώς διαβάζει, βλέπει, “τα χειρότερα που έχουν έρθει” στην Αθήνα του 2010. Οι ήρωες του Οικονόμου, καθώς περιπλανιούνται στις αντιξοότητες της ζωής της φτωχολογιάς, υπομένοντας εργατικά ατυχήματα, κάρτες, δάνεια, εγκληματικότητα, εκμετάλλευση, ληστείες, την γραφειοκρατία, δυσχερείς ανθρώπινες σχέσεις – αν και με πολύ ωραίο στιλ γραφής, λιτό και περιεκτικό – περιγράφουν τα χειρότερα που περιμένουν το κοινό της βιβλιοφιλίας στην Ελλάδα του ΔΝΤ, ένα κοινό αστικό, με ανώτατη μόρφωση, συνήθως γυναικείου φύλου, σύμφωνα με στατιστικές. Το (εγ)καλούν με δυνατή φωνή: “ΤΙΝΑ, κάνε υπομονή, σκύψε το κεφάλι! Κάτι θα γίνει όμως, θα δεις. Μην απελπίζεσαι και τελείως.” Επιβεβαιώνει ένα παράθεμα από τα τελευταία διηγήματα: “δεν πρέπει να σπαταλάμε τις δυνάμεις μας, είπε στη Νίκη. Είναι θέμα τακτικής, κατάλαβες”. Όπως γράφει ο Νικόλας Σεβαστάκης σε πρόσφατο φύλλο της “Εποχής”: Νομίζω ότι βρίσκεται «εν τω γίγνεσθαι», σε διαδικασία διαμόρφωσης, η προετοιμασία μιας νέας κοινωνικοπολιτικής διάταξης, ενός «εκσυγχρονισμού νούμερο 2», ο οποίος θα αναζητήσει αργά ή γρήγορα –και ήδη γίνεται λόγος γι’ αυτό– ένα εθνικό μνημόνιο, τη μετατροπή δηλαδή της εξωτερικής νόρμας –το μνημόνιο της τρόικας– σε εσωτερική νόρμα. Της εξωτερικής επιταγής σε εσωτερική νόρμα και για τα άτομα και για τις συλλογικότητες. Η εσωτερίκευση του μνημονίου, στην οποία καλούν ήδη κάποιοι, είναι η αφομοίωση του μνημονίου απ’ τις ψυχές κι όχι μόνον απ’ τα σώματα, που μπορεί να είναι κι απρόθυμα ή ανεπίδεκτα μαθήσεως.

Αυτό που είναι συγκλονιστικό για μένα στο βιβλίο είναι αυτό που λείπει. Η δράση. Η απουσία της ανθρώπινης πρωτοβουλίας, της δράσης, της ανάληψης ευθύνης για την βελτίωση της ζωής, είτε με ατομικό τρόπο – κατά τις επιταγές της ατομικής επιχειρηματικότητας με ένα φιλελεύθερο τρόπο – είτε με την ανάληψη ομαδικής, κοινωνικής πολιτικής δράσης. Η απογοήτευση από τα κόμματα, την πολιτική και την κοινωνικότητα αποκόβει κάθε δυνατότητα για δράση, οδηγώντας στην απομάκρυνση από την κοινωνική αλληλεγγύη. Ο τίτλος ενός κεφαλαίου του βιβλίου: κομμάτι κομμάτι μου παίρνουν τον κόσμο μου”. Και εγώ τι κάνω για αυτό; Τα παραδείγματα της ανθρώπινης δράσης που αναφέρονται συνήθως είναι μάταια, συμβολικές κινήσεις εκδραμάτισης, που περισσότερο συνδράμουν στην απογοήτευση και το “σπάσιμο” των ηρώων, παρά στα αποτελέσματα. Αλλά και η ατομική δράση, ένα χόμπυ, ένα κρασί, μια κουβέντα, κάτι που θα δείξει ότι οι ήρωες έχουν πρωτοβουλίες, αποθαρρύνεται, χτυπάει σε έναν τοίχο (του συγγραφέα). Άλλο ένα παράδειγμα από ένα οικείο πλέον πεδίο: “το πιο τρομακτικό πράγμα είναι η δουλειά. Που περιμένεις κάθε 15 και 30 να πληρωθείς. Που μετράς τη ζωή σου με 15ήμερα. Που ξέρεις ότι άμα καυλώσει στα αφεντικά να μη σε πληρώσουν ένα και δυο και δέκα 15ήμερα δεν μπορείς να κάνεις τίποτα. Όλη σου η ζωή κρέμεται από τα χέρια τους. Να μετράς τη ζωή σου με 15ήμερα. Αυτό είναι το πιο τρομακτικό.” Αντλώντας πάλι από τον Σεβαστάκη: “αντιλήψεις ότι τα κοινωνικά κεκτημένα είναι κάτι επονείδιστο, αν όχι παράλογο και εξωφρενικό, ότι όλα πρέπει να είναι υπό διαπραγμάτευση, συνοδεύουν αυτή τη ρητορική που συμβάλλει σημαντικά στις δύο κύριες τάσεις του παρόντος: την αυτοενοχοποίηση και την έκρηξη της ανασφάλειας”. Στο τελευταίο διήγημα μόνο, το ζευγάρι των ηρώων επιλέγουν τη δράση, την έξοδο της μετανάστευσης. Αλλά και εκεί: “κανείς δεν θα πει τραγούδια για μας που φεύγουμε. Αλλά εντάξει, κάποια στιγμή θα πούνε κάτι στην τηλεόραση”. 

Καταλήγω λοιπόν ότι οι ήρωες των διηγημάτων, συμβολοποιώντας μέσα στις διηγηματικές αφηγήσεις την έκρηξη της εσωτερικευμένης ανασφάλειας, και της κοινωνικής επισφάλειας για το αναγνωστικό τους κοινό, συμβάλουν στην θυματοποίηση του κοινού υποβάλλοντας ότι δεν υπάρχει εναλλακτική, μετατρέπουν σε εσωτερική νόρμα για εμάς, εσωτερικεύοντας το Μνημόνιο και την οικονομική κρίση του καπιταλισμού, αφαιρώντας τη δυνατότητα ανάληψης δράσης και αγώνα, λες και οι άνθρωποι είναι πειθήνια σφάγια προς θυσία, παγιδευμένοι σε ένα φρούριο απόγνωσης. 

Γι’ αυτό και ισχυρίζομαι ότι η συλλογή αυτή διηγημάτων είναι το πρώτο λογοτεχνικό δείγμα «μετά-μνημονίου». 

Εκεί φτάσανε;



ένας άνθρωπος 80+ χρονών, με φάτσα γνωστή παντού στην Ελλάδα, να τον ψεκάζουν έτσι;

Νομίζω ότι αυτές οι εικόνες συμβολίζουν πολύ περισσότερα από την τυφλή και ανεγκέφαλη βία του κράτους…

Παιδιά του Σουπερμαν: βιβλιοκριτική

Το βιβλίο αυτό των εκδόσεων Πολύτροπο προέκυψε από τη διδακτορική διατριβή της Πατρίτσιας Γερακοπούλου, η οποία εξέταζει με μια κλινική ψυχο-κοινωνιολογική ματιά, τους φανατικούς αναγνώστες των κόμικς (comic-fans) με υπερ-ήρωες – Spiderman, Superman, Spawn, Watchmen, κλπ.

Χρησιμοποιεί ψυχοδυναμικές θεωρίες στην ανάλυση και συζήτηση των αφηγήσεων των αναγνωστών του δείγματός της, την θεωρητική πλαισίωση και χρησιμοποίηση των οποίων σίγουρα δεν είμαι ο κατάλληλος να κρίνω. Ωστόσο, είναι ενθαρρυντική η εστίαση της έρευνάς της σε φαινόμενα μαζικής κουλτούρας και φανταστικού, με έμφαση στην 9η τέχνη, που έγινε με κοινωνικοψυχολογική κατεύθυνση σε ελληνικό ΑΕΙ, γιατί δείχνει ότι ανοίγουν και άλλα πεδία έρευνας για την κοινωνική ψυχολογία πέρα από διομαδικές σχέσεις και λοιπά βαρετά. Και φαίνεται από το βιβλίο, αν και δεν ξεφεύγει από τον «αποστασιοποιημένο» ακαδημαϊκό λόγο, ότι και η συγγραφέας, συμμετέχει στην κουλτούρα του comic book fandom. Οπότε, +2!

Η εμφάνιση του βιβλίου ξεφεύγει από τα συνηθισμένα, σοβαρά & αυστηρά, (ημι) ακαδημαϊκά βιβλία που έχουμε συνηθίσει στις ανθρωπιστικές & κοινωνικές επιστήμες της Ελλάδας, τόσο ως προς τον όγκο του, όσο και στο εξώφυλλο (που θυμίζει pulp μυθιστορηματάκι), αλλά και στο layout των σελίδων, με μια ασυνήθιστη γραμματοσειρά (που τουλάχιστον εμένα δεν μου άρεσε).

Το βιβλίο αυτό βέβαια, είναι μια συντομευμένη έκδοση του διδακτορικού της, οπότε μην τρομάζετε ότι θα βρείτε ατελείωτες θεωρητικές συζητήσεις και πυκνή βιβλιογραφία. Αντίθετα, είναι περιεκτικό σε μέγεθος και σε θεωρία, περιγράφοντας συνοπτικά τη ψυχαναλυτική θεωρία της, την προσέγγιση του εαυτού και της ταυτότητας, το ζήτημα του fandom, δηλαδή της φανατικής ανάγνωσης κομικς, τη μέθοδο που χρησιμοποιεί (αφηγήσεις ζωής). +2!

Και μετά έρχεται η ανάλυση… Στο μέρος της ανάλυσης & συζήτησης, όπως αναφέρει και η ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου, εξετάζονται επιμελώς τα ερωτήματα: 

  • Τι είδους διέξοδο παρέχουν οι φανταστικοί ήρωες στο άγχος και την επιθυμία;
  • Πώς διαχειρίζονται οι fans τις αντιφάσεις της ενηλικίωσης διαφεύγοντας σε μία φαντασιακή πραγματικότητα;
  • Πώς ενηλικιωνόμαστε, ατομικά και κοινωνικά, συντροφιά με τους ήρωες και τους αντι-ήρωές μας;

Το τελευταίο ερώτημα, έχει και το μεγαλύτερο ενδιαφέρον, για μένα, καθώς δείχνει πως οι αναγνώστ(ρι)ες υπερ-ηρωϊκών κομικς, διαβάζουμε – όπως είναι φυσικό – διαφορετικά πράγματα καθώς μεγαλώνουμε, περνώντας από την αρχική εφηβεία στην ύστερη και μετά στην ενηλικίωση και την «ωρίμανση». Αλλά, αν το διαβάσουμε διαφορετικά, αρθρώνει και μια αφήγηση του πως ενηλικιώθηκαν τα ίδια τα κόμικς μέσα στον 20ο αιώνα, μάζι με τους αναγνώστες τους, πως έγιναν πιο πολύπλοκα, διφορούμενα, αμφίθυμα και αν θέλετε, μεταμοντέρνα, καθώς αλλάζαν και οι εποχές. Έτσι, τα κόμικς και οι καταναλωτ(ρι)ές τους, ωριμάζουν, γίνονται ενήλικα, αλλά και πιο μπερδεμένα, πολύπλευρα, σχετικά, μέσα σε μια κοινωνία που γίνεται μεταμοντέρνα.

Μια κομμουνιστική αναβίωση;

άρθρο του Νathan Coombs, από την ιστοσελίδα σχολιασμού του Guardian:

Σχόλιο: άρθρο που τονίζει την αύξηση των καταλήψεων διαφόρων χώρων ως μέσο πάλης στο Δυτικό κόσμο και το συσχετίζει με τη σύγχρονη θεωρητική σκέψη (Badiou, Νεγκρι, Zizek, etc) και τις προσπάθειες αυτοοργάνωσης στα κινήματα και την εργασία. Είναι σημαντικό που μια βρετανική εφημερίδα με τόση κυκλοφορία και τόση επισκεψιμότητα στην ιστοσελίδα της, αναφέρει πάλι την λέξη του κομμουνισμού, με αναφορά στις σύγχρονες απόψεις, και είναι ενδιαφέροντα τα σχόλια από κάτω, στο αγγλικό πρωτότυπο. [Βέβαια, μπορεί απλά να στοχεύει (η εφημερίδα) να ευαρεστήσει μια μικρή τάση του κοινού της, που δεν θα διάβαζει τους Times – όπως κάνει κατά κόρον η Ελευθεροτυπία ας πούμε].

Ένα από τα αξιοσημείωτα στοιχεία από το μανιφέστο της πρόσφατης κατάληψης του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια Santa Cruz, του Μηνύματος από ένα Απόν Μέλλον, ήταν η εμφατική χρήση της λέξης κομμουνισμός για να περιγραφεί το πρόγραμμα των καταληψιών να “απαιτήσουν όχι ένα ελεύθερο πανεπιστήμιο αλλά μια ελεύθερη κοινωνία”.

Αυτή η επαναχρησιμοποίηση της λέξης κομμουνισμός τονίζει μια νέα κατεύθυνση ύστερα από πολυάριθμες προσπάθειες αναμόρφωσης του πνεύματος του κομμουνισμού, ενώ αποφεύγεται το συγκεκριμένο περιεχόμενο, με τη χρήση εννοιών όπως το “κοινό” ή η “δημιουργία κοινών” (communisation) σε διάφορες μορφές της αριστερής, μετα-ψυχροπολεμικής πολιτικής δράσης. Ο κομμουνισμός ο ίδιος είχε λίγο πολύ εγκαταλειφθεί στην σπαρασσόμενη βάση των παλιών ακροαριστερών πολιτικών ομάδων και των Μαοϊκών κινημάτων.

Αλλά σίγουρα κάτι έχει αλλάξει τελευταία, και η προκήρυξη της κατάληψης του UCSC είναι μόνο η μύτη ενός μεγαλύτερου πολιτισμικού παγόβουνου. Μετά από την παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008 αναμφισβήτητα έσπασε το ξόρκι της αφέλειας – για τη δυναμική του μισοξεχασμένου αντιπαγκοσμιοποιητικού κινήματος· για την αποτελεσματικότητα των αντιπολεμικών διαδηλώσεων· για το ποιών τα συμφέροντα εξυπηρετούνται πραγματικά με τα πολιτικά κινήματα ταυτότητας. Αυτό εξανάγκασε την επανεκτίμηση ολόκληρου του προγράμματος της μεταμοντέρνας, αριστερής πολιτικής σκέψης: από την δέσμευση στη μη-βία, ως την εγκατάλειψη των υλιστικών οικονομικών αναλύσεων όπως την θεωρία του Μαρξ για την “πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους”.

Επίσης, ξαναεμφανίστηκαν εκείνοι οι συρρικνούμενοι κήρυκες του παρελθόντος ριζοσπαστισμού (που πολλοί είναι τώρα στα 70 τους) σε ακροατήρια με εκτίμηση. Αυτή η τάση κορυφώθηκε στο συνέδριο “η ιδέα του κομμουνισμού1” που οργάνωσε νωρίτερα το 2009 το κολλέγιο Birkbeck του Λονδίνου, το οποίο με το μάζεμα μιας ομάδας θεωρητικών ροκσταρ και με τον προκλητικό τίτλο του κατάφερε να πουλήσει πάνω από 1000 εισιτήρια.

Ωστόσο, είναι ξεκάθαρο σε εκείνους & εκείνες που παρακολούθησαν το συνέδριο, όπως και στο πως το αποδέχτηκαν οι σχολιαστές μιας στήλης του Guardian (από την οποία θα μπορούσατε να συνάγετε ότι οι ομιλητές υποστηριζαν την επανεισαγωγή των Σοβιετικών γκουλάγκ), ότι δεν είναι εντελώς σαφές τι σημαίνει η λέξη κομμουνισμός.

Ένα από τα πιο συμπαγή επιχειρήματα που προέκυψαν από το συνέδριο, και στην επακόλουθη συνέντευξή του με το ΒBC, ήταν η επιμονή του Alain Badiou ότι μετά την αποτυχία του κομμουνισμού του 20ου αιώνα, υπάρχει τώρα μια ανάγκη “να διατηρήσουμε μια απόσταση” από το κράτος.

Αν και η εξίσωση του κομμουνισμού με μια ριζοσπαστική αντιπάθεια προς το κράτος μπορεί να φαίνεται σαν ασυναρτησίες σε εκείνες & εκείνους των οποίων η ιστορική μνήμη του σοσιαλισμού εξισώνεται μόνο με το μονο-κομματικό κράτος και την συγκεντρωτική οικονομία, έχει αξία να θυμηθούμε ότι από την αρχή αν σήμαινε κάτι η λέξη κομμουνισμός ήταν τα μέσα με τα οποία θα μπορούσαν να ωριμάσουν οι συνθήκες για να εξαφανιστεί η ανάγκη για ένα κράτος – δηλαδή με την κατάργηση του καπιταλισμού. Αυτό που διέκρινε τον κομμουνιστή από τον φιλελεύθερο δημοκράτη, ή τον σοσιαλδημοκράτη ήταν ακριβώς η επιθυμία για το τέλος του κράτους.

Είναι μέγιστη ειρωνεία, δηλαδή, που ο κομμουνισμός στον 20ο αιώνα έγινε συνώνυμος με το μονολιθικό κράτος, τις μεγάλες, χορογραφημένες παρελάσεις, και τον ολοκληρωτισμό. Αν και υπήρχαν επιτεύγματα στην ΕΣΣΔ, την Κίνα και την Κούβα, ευτυχώς λίγος ενθουσιασμός υπάρχει στην αριστερά για επιστροφή σε αυτό το κοινωνικό μοντέλο. Αντίθετα, υπάρχει αυξανόμενο ενδιαφέρον για την εμβρυακή ελπίδα που πρόσφερε η βραχύβια Κομμούνα του Παρισιού το 1871, την οποία περιέγραψε με ενθουσιασμό ο Μαρξ ως μια “επανάσταση ενάντιον του κράτους ως τέτοιο”.

Στην σύγχρονη μορφή του, το μοντέλο οργάνωσης της Κομμούνας του Παρισιού ταιριάζει με μια τάση προαγωγής αυτόνομων καταλήψεων της εργατικής τάξης. Στην ταινία της, “η κατάληψη”, η Ναόμι Κλάιν υποστηρίζει αυτό το μοντέλο κομμουνισμού (χωρίς να χρησιμοποιεί κυριολεκτικά την λέξη αυτή) δημοσιοποιώντας την απαλλοτρίωση των εργοστασίων από εργάτες στην Αργεντινή ύστερα από την περίοδο της οικονομικής κατάρρευσης της χώρας το 2001. Στο πρόσφατο φιλμ του ο Μάικλ Μουρ, Capitalism: a Love Story, προωθεί τις δημοκρατικές και εξισωτικές κο-οπερατίβες εργατών ως εναλλακτική στον καπιταλισμό, ισχυριζόμενος: “Στους ανθρώπους αρέσει αυτό το μέρος του έργου”.

Πριν όμως ενθουσιαστούμε υπερβολικά, έχει αξία να καταλάβουμε το πλήρες εύρος των περιορισμών και εμποδίων που αντιμετωπίζει αυτή η μορφή κομμουνιστικής οργάνωσης. Νησίδες εργατικών κο-οπερατίβων αντιμεωπίζουν τεράστια εμπόδια σε σχέση με τον ανταγωνισμό τους με καπιταλιστές αντιπάλους, οι οποίοι εξαιτίας της εγγενούς φύσης του καπιταλισμού μπορούν να διαχειρίζονται οικονομίες κλίμακας, να συμπιέζουν τους μισθούς και να κατεβάζουν τις τιμές των προϊόντων τους, αποκόβωντας επομένως τους ανταγωνιστές τους υπό εργατικό έλεγχο.

Οι εργατικές κο-οπερατίβες απαιτούν επίσης μια τουλάχιστον συμπαθητική σε αυτά νομοθεσία και την υποστήριξη ενός μαζικού κινήματος για να γίνουν αποδεκτά αυτά τα τελικά κλεμμένα από τα αφεντικά εργοστάσια και ο εξοπλισμός τους. Το ζήτημα της πολιτικής και του κράτους δεν είναι ποτέ λοιπόν αρκετά μακριά – χωρίς μια πολιτική θεωρία για το πως να αντιμετωπίζει το κράτος, μια τέτοια μορφή οργάνωσης είναι καταδικασμένη να παραμείνει στο πεδίο του ιδεαλισμού, ή τουλάχιστον σε τυχαία συμβάντα.

Επιπλέον, υπάρχει η ερώτηση αν αυτή η μορφή κομμουνισμού έχει παγκόσμια δυναμική πέρα από τις συνθήκες της εργοστασιακής εργασίας. Πως θα μπορούσαν για παράδειγμα, να απαλλοτριώσουν οι εργάτ(ρι)ες ένα τηλεφωνικό κέντρο (ακόμα κι αν το ήθελαν) όταν υπάρχουν ελάχιστα πράγματα για να απαλλοτριώσουν, πέρα από το χώρο των γραφείων, που πιθανότατα είναι νοικιασμένος, και μερικές τηλεφωνικές γραμμές;

Και το δυσκολότερο ζήτημα απ’ όλα είναι αυτό το τσιμπούρι για την αριστερά: ποιο είναι το υποκείμενο της αλλαγής; Στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο του Μαρξ, ο όρος προλεταριάτο χρησιμοποιείτο για να υποδείξει συγκεκριμένα μια τάξη που δεν έχει τίποτα να χάσει, που είναι ικανή να αναλάβει τα ρίσκα που απαιτούνται σε κάθε ριζοσπαστικό πολιτικό μετασχηματισμό. Υπάρχει μια τέτοια ομάδα σήμερα; Μεγάλες μερίδες της εργατικής τάξης έχουν συρθεί σε πλήρη εξάρτηση από το φιλελεύθερο κράτος. Οι μετανάστ(ρι)ες συχνά είναι εξατομικευμένοι και τους λείπει η αλληλεγγύη.

Νομίζω ότι αυτό που μας λείπει είναι η θεωρητική εργασία που να εξηγεί πιθανά σενάρια στα οποία αυτόνομες κο-οπερατίβες εργατ(ρι)ών θα μπορούσαν να πολιτικοποιηθούν και να καταφέρουν καθολική προοπτική.

Αλλά όμως, και στον πραγματικό κόσμο υπάρχουν σημάδια με υποσχέσεις που δεν θα μπορούσαμε να αγνοήσουμε. Ακόμη και στη Μ. Βρετανία, η κυρίαρχη μορφή ριζοσπαστικής διαμαρτυρίας στρέφεται να είναι η κατάληψη – το είδαμε με τις καταλήψεις πανεπιστημίων για την Λωρίδα της Γάζας και τις εργατικές καταλήψεις στη Visteon και τη Vestas. Αυτό που χρειάζεται τώρα είναι να σταματήσουν οι εργάτ(ρι)ες και οι φοιτητ(ρι)ες να έχουν απαιτήσεις από το κράτος, είτε αυτές είναι η εθνικοποίηση, τα επιδόματα ή η κυβερνητική παρέμβαση· και να σκεφτούν πως να πάρουν τους κατειλημμένους χώρους τους και να τους ιδιοποιηθούν.

Γνώση, νέες μορφές αξιοποίησης & «κοινωνική συνείδηση»: ένα άρθρο από το futura

Μια από τις καλύτερες και πιο τεκμηριωμένες θεωρητικά κριτικές για την καραμέλα της κουλτούρας των start-ups, social media, κλπ, όλη αυτή την ανιστορική και νεο-φιλελεύθερη ιδεοληψία που δέρνει ένα μεγάλο μέρος των ασχολούμενων πια με το διαδίκτυο.
Μπορείτε να τη δείτε στο ιστολόγιο futura.

UPDATE: Ο ένας από τους δημιουργούς της εν λόγω εφαρμογής πήρε είδηση την κριτική και απαντά με ενδιαφέροντα τρόπο στο blog του, ενώ λίγος καφενειακός διάλογος γίνεται και στο buzz-reality tape, ιστοσελίδα του άλλου δημιουργού…