Βιβλίο για τη Ριζοσπαστική Κοινωνική Εργασία: Κοινωνική Εργασία για την Κοινωνική Δικαιοσύνη

Το Δίκτυο Δράσης Κοινωνικών Λειτουργών με μεγάλη ικανοποίηση ενημερώνει πως εκδόθηκε το πρώτο βιβλίο ριζοσπαστικής κοινωνικής εργασίας στα ελληνικά. Ο τίτλος του βιβλίου που εκδόθηκε απο τις εκδόσεις ΙΩΝ είναι “Κοινωνική Εργασία για την Κοινωνική Δικαιοσύνη” με επιμελητή έκδοσης τον Βασίλη Ιωακειμίδη. Μέλη του Δικτύου μας συνέβαλλαν καθοριστικά στην ολοκλήρωση του συγκεκριμένου εκδοτικού εγχειρήματος, εκτιμώνας πως ένα μεγάλο μέρος της προσπάθειάς για την ενίσχυση και ανάδειξη των ριζοσπαστικών πρακτικών στην κοινωνική εργασία, οφείλει να εστιάζει και στην παραγωγή θεωρίας και έρευνας.

Έπειτα από άδεια του εκδότη είμαστε στην ευχάριστη θέση να δημοσιεύσουμε την εισαγωγή και το καταληκτικό κεφάλαιο του συλλογικού αυτού τόμου. Μπορείτε να “κατεβάσετε” τα συγκεκριμένα κεφάλαιο κάνοντας κλίκ στον παρακάτω σύνδεσμο  Εισαγωγή-Επίλογος

Το βιβλίο μπορεί να παραγγελθεί απο την ιστοσελίδα των εκδόσεων ΙΩΝ.

Περιγραφή περιεχομένων

Στο νέο αυτό συλλογικό τόμο και για πρώτη φορά στην ελληνική βιβλιογραφία, γίνεται μια συστηματική προσπάθεια ανάδειξης της πολιτικής και ριζοσπαστικής πρακτικής μέσα στο πλαίσιο της κοινωνικής εργασίας. Οι συγγραφείς κρίνουν, επαναξιολογούν και αποδομούν τα παραδοσιακά μοντέλα κοινωνικής εργασίας και τον τρόπο που αυτά εφαρμόστηκαν στην Ελλάδα. Μέσα από μια σειρά ερευνητικών, θεωρητικών και εμπειρικών αναλύσεων αναζητούνται νέα μοντέλα θεωρίας και δράσης με έμφαση στην επανασύνδεση της κοινωνικής εργασίας με την κοινωνία και την απαίτηση της κοινωνικής δικαιοσύνης.

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ:

Εισαγωγή: “Τρείς προκλήσεις και μια Ελπίδα”. Βασίλης Ιωακειμίδης

Ενότητα Α: Κριτικές προσεγγίσεις στην ανάπτυξη της κοινωνικής εργασίας στην Ελλάδα και διεθνώς

1. Η “σκοτεινή πλευρά” της κοινωνικής εργασίας στην Ελλάδα. Μια κριτική αποτίμηση της πρώιμης ιστορίας του επαγγέλματος (1945-1967). Βασίλης Ιωακειμίδης
2. Διεθνής Κοινωνική Εργασία και νεοφιλελευθερισμός. Michael Lavalette
3. Η επαγγελματική ζωή των κοινωνικών λειτουργών στις κοινωνικές υπηρεσίες του δημόσιου τομέα στην Κρήτη.
Υπερβολικές εργασιακές απαιτήσεις-περιορισμένη επαγγελματική ανάπτυξη, μικρή υποστήριξη. Ελένη Παπαδάκη
4. Προστασία από την επισφάλεια, ή επισφάλεια στην προστασία;
Αποκέντρωση και εργασιακες σχέσεις στις κοινωνικές υπηρεσίες της Τοπικής Αυτοδιοίκησης στην εποχή της κρίσης. Γιώργος Μπιθυμήτρης
5. Η μετάλλαξη της κοινωνικής εργασίας. Το Βρετανικό μοντέλο. Chris Jones

Ενότητα Β: Από τη Θεωρία στην Πράξη της κριτικής και ριζοσπαστικής κοινωνικής εργασίας

6. Ανάπτυξη Αντιρατσιστικών προσεγγίσεων στην εκπαίδευση Κοινωνικής Εργασίας. Μια κριτική διερεύνηση του Βρετανικού μοντέλου. Laura Penketh
7. Κοινωνική δράση και κοινωνική εργασία στην κοινότητα με μετανάστες/πρόσφυγες: Η περίπτωση της Πάτρας ως ένα εναλλακτικό μοντέλο δράσης. Δήμητρα-Δώρα Τελώνη
8. Κάποιοι κριτικοί φεμινιστικοί προβληματισμοί περί πορνείας. Πενταράκη Μαρία και Σιακαβέλλα Ελένη
9. Ένα πλαίσιο δράσης για την καταπολέμηση των διακρίσεων βάσει σεξουαλικού προσανατολισμού και έκφρασης φύλου. Δήμητρα Γιάννου
10. Η κοινωνική έρευνα ως μέθοδος προώθησης της ριζοσπαστικής κοινωνικής εργασίας: Έρευνα δράσης για ποιους; Στέφανος Σπανέας

Ενότητα Γ: Αναπτύσσοντας κοινωνική εργασία για την κοινωνική δικαιοσύνη

11. Βιώνοντας και αναβιώνοντας την ηθική της κοινωνικής εργασίας: Η πρόκληση του ηθικού ακτιβισμού. Δήμητρα Γιάννου
12. “Μια άλλη κοινωνική εργασία είναι εφικτή!” Επανακτώντας την ριζοσπαστική παράδοση. Iain Ferguson
13. Αντί επιλόγου, Κοινωνική εργασία για την Κοινωνική δικαιοσύνη. Βασίλης Ιωακειμίδης

Δ. Παράρτημα: “ΚΕΑ”, Κοινωνική Εργασία της Αντίστασης: Ένα κάλεσμα για τον επαναπροσδιορισμό της κοινωνικής εργασίας στην Ελλάδα

«Ακούστε καλά τι λένε οι φοιτητές…»: Μια ανταγωνιστική έρευνα για το λόγο και τη δράση των φοιτητών στο κίνημα του 2006-2007


Τι ήταν ο φοιτητικός αγώνας του 2006-07; Ένας αγώνας για δημόσια και δωρεάν παιδεία και πτυχία με αξία; Ένας αμυντικός αγώνας με σκοπό την
προάσπιση του δημόσιου χαρακτήρα της παιδείας;


Στα ερωτήματα αυτά προσπάθησε να απαντήσει η «ερευνητική ομάδα», που δημιουργήθηκε με πρωτοβουλία της πολιτικής συλλογικότητας «Νομάδες
Αντιρροής»
, με σκοπό να θέσει σε εφαρμογή το εργαλείο της έρευνας για τους σκοπούς του κοινωνικού ανταγωνισμού.
Και κυκλοφόρησε το ομώνυμο βιβλίο, που θα το βρείτε στα γνωστά μέρη…

Η έρευνα πάνω στη φοιτητική κινητοποίηση του 2006-07 μέσα από συνεντεύξεις με τα αγωνιζόμενα κομμάτια της κινητοποίησης αυτής που πάρθηκαν λίγο μετά τη λήξη της κινητοποίησης και που τώρα δημοσιεύεται για πρώτη φορά, προσπαθεί να διερευνήσει τα πώς και τα γιατί του αγώνα αυτού, να εξετάσει τις οργανωτικές μορφές των κινητοποιήσεων αυτών, καθώς και τα συλλογικά χαρακτηριστικά του ευρύτερου εκείνου υποκειμένου που για ένα σχεδόν χρόνο κατέβαινε στους δρόμους και καταλάμβανε τις σχολές του.

Ακολουθεί απόσπασμα από την εισαγωγή του βιβλίου:

Πριν τρία περίπου χρόνια μια φοιτητική διαμαρτυρία ενάντια στις αλλαγές που προωθούσε στην τριτοβάθμια εκπαίδευση η τότε κυβέρνηση, εξαπλώθηκε στο σύνολο σχεδόν των ανώτερων και ανώτατων σχολών, βγάζοντας στο δρόμο για ένα περίπου χρόνο ένα μεγάλο κομμάτι φοιτητών και φοιτητριών.

Το βιβλίο που κρατάτε στα χέρια σας είναι το προϊόν ενός πολιτικού σχεδίου, που αφορά την φοιτητική κινητοποίηση του 2006-2007. Το σχέδιο αυτό συνίσταται σε μια απόπειρα για διερεύνηση αυτής της κινητοποίησης

Με σκοπό, λοιπόν, να ερευνήσουμε τη συγκεκριμένη κινητοποίηση και την υποκειμενικότητα που εκφράστηκε στα πλαίσια της, την υποκειμενικότητα
δηλαδή που συμμετείχε σ’ αυτήν την κινητοποίηση αλλά και να υπεισέλθουμε σε μια βαθύτερη κατανόηση των αιτιών αυτής της  ινητοποίησης, κόντρα στις κυρίαρχες παραστάσεις και λόγους που την συνόδευσαν από την αρχή ως το τέλος της, θέλαμε να αναδείξουμε πλευρές αυτής της κινητοποίησης που θεωρούσαμε σημαντικές και να τις κυκλοφορήσουμε τόσο μέσα στο φοιτητικό χώρο, όσο κι ευρύτερα. Με σκοπό να έρθουμε σε επαφή με το νέο υποκείμενο που αναδύθηκε από αυτή την κινητοποίηση, με τους αγωνιζόμενους φοιτητές και φοιτήτριες δηλαδή, αλλά και με στόχο να «ερευνήσουμε την ίδια την έρευνα», να πειραματιστούμε δηλαδή με μια terra incognita για μας πτυχή του κοινωνικού ανταγωνισμού, αποφασίσαμε τη διενέργεια μιας ανταγωνιστικής έρευνας στη συγκεκριμένη φουρνιά φοιτητών και φοιτητριών, που βίωσαν την εμπειρία αυτού του κινήματος.

Σε αυτό εδώ το σύνδεσμο βρίσκονται πλήρεις οι απομαγνητοφωνημένες συνεντεύξεις…

http://lapositiondutireurcouche.blogspot.com/2010/03/06-07.html

H Judith Butler στην Αθήνα το Δεκέμβριο 2009

Την Τετάρτη, 16 Δεκεμβρίου 2009, θα μιλήσει στο Goethe Institute για:
“Performative Politics and the Critique of State Violence”
(Επιτελεστική Πολιτική και η Κριτική της Κρατικής Βίας)
Ώρα Έναρξης 18:30. Δείτε το χάρτη εδώ:
Η διάλεξη οργανώνεται από το ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς.

Την Πέμπτη 17 Δεκεμβρίου 2009, θα μιλήσει στο Αμφιθέατρο Σάκη Καράγιωργα, στην Πάντειο, για:
“From Performativity to Precarity”
(Από την Επιτελεστικότητα στην Επισφάλεια)
Ώρα Έναρξης 18:30. Δείτε το χάρτη εδώ.
Η διάλεξη αυτή οργανώνεται από το τμήμα κοινωνικής ανθρωπολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου, το Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών σπουδών Πολιτικής Επιστήμης & Κοινωνιολογίας, και το Ερευνητικό πρόγραμμα GeMIC.

Aνοιχτή Συνάντηση για την εργασία σε ΜΚΟ, στη Θεσσαλονίκη

Εργατικό Κέντρο Θεσσαλονίκης, τη,Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2008, στις 20:30.

Δείτε το σχετικό αρχείο _______________.pdf (application/pdf)

Η ιδιαίτερη κατάσταση του να δουλεύεις σε ΜΚΟ…

Οι Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις, οι Αστικές Μη Κερδοσκοπικές Εταιρίες, οι διάφοροι φορείς που υλοποιούν χρηματοδοτούμενα κοινωφελή προγράμματα και γενικότερα μη κερδοσκοπικοί οργανισμοί αποτελούν εδώ και αρκετά χρόνια ένα σημαντικό και διαρκώς διογκούμενο παραγωγικό τομέα και κατ’ επέκταση εργασιακό χώρο. Αρκετές εκατοντάδες, αν όχι χιλιάδες, εργαζόμενοι και εργαζόμενες εργαζόμαστε μόνιμα ή περιστασιακά σε αυτούς. Οι εργασιακές σχέσεις και συνθήκες συνήθως μοιάζουν με αυτές που επικρατούν γενικότερα στον ιδιωτικό τομέα, αλλά παρουσιάζουν και ιδιαιτερότητες.
Οι περισσότεροι από εμάς εργαζόμαστε σε συνθήκες εργασιακής επισφάλειας, καθώς τίποτα δεν διασφαλίζει το μέλλον και τους όρους της εργασίας μας. Οι περισσότερες συμβάσεις είναι είτε ορισμένου χρόνου, είτε έργου. Στη δεύτερη περίπτωση ιδιαίτερα, είναι σαφές ότι ενώ ο εργαζόμενος εμφανίζεται ως ελεύθερος επαγγελματίας (με αυτασφάλιση) στην πραγματικότητα υποκρύπτεται εξαρτημένη σχέση εργασίας, καθώς ο επαγγελματίας αυτός έχει κατά βάση έναν εργοδότη, οι απολαβές του αντιστοιχούν σε μισθό και όχι σε αμοιβή για υπηρεσίες και προϊόντα και συνήθως έχει συγκεκριμένο ωράριο και υποχρεωτική παρουσία στο χώρο εργασίας του. Έχοντας, παρόλα αυτά, σχεδόν όλες τις υποχρεώσεις ενός μισθωτού δεν του αναγνωρίζονται τα αντίστοιχα δικαιώματα (ασφάλιση, αποζημίωση, επιδόματα), ενώ προφανώς δε διαθέτει στην πράξη τις δυνατότητες ενός τυπικού ελεύθερου επαγγελματία (απαραίτητο ελεύθερο χρόνο για απασχόληση σε άλλη εργασία). Οι συνολικές αμοιβές βρίσκονται κατά μέσο όρο κάτω από τις αντίστοιχες αμοιβές που προβλέπονται από παραπλήσιες Συλλογικές Συμβάσεις, μια κατάσταση που επιδεινώνεται από τις καθυστερήσεις, τον άστατο ρυθμό καταβολής τους και τις πιθανές περιόδους ανεργίας (ή, χειρότερα, εργασίας χωρίς αμοιβή).
Παρόλα αυτά, οι εργαζόμενοι σε ΜΚΟ δεν έχουν καταφέρει συνολικά να εκφραστούν, να συζητήσουν και να κινητοποιηθούν. Πολλές φορές μάλιστα, αμφισβητείται η ίδια η ιδιότητά τους ως μισθωτοί εργαζόμενοι, αφού εμφανίζονται ως περιστασιακοί συνεργάτες, στελέχη οργανώσεων κοκ. Σε επιμέρους χώρους και οργανώσεις (πχ στην ψυχική υγεία) έχουν ήδη παρθεί κάποιες πρωτοβουλίες, αλλά ο χώρος των εργαζομένων σε ΜΚΟ παραμένει συνολικά χωρίς συνδικαλιστική κάλυψη.
Μία από τις βασικές αιτίες αυτής της αδυναμίας αποτελεί και η σύγχυση για τον ορισμό της εργοδοσίας σε μια ΜΚΟ, και άρα και ο στόχος απεύθυνσης των όποιων διεκδικήσεων. Αρχικός αποδέκτης είναι η διεύθυνση της κάθε εταιρίας, όμως και αυτή εξαρτάται από ανώτερα επίπεδα, δημόσιους φορείς, Υπουργεία, Ευρωπαϊκή Ένωση, από όπου προέρχονται και οι χρηματοδοτήσεις και επιβάλλονται οι όροι εργασίας.
Με βάση τα παραπάνω, εργαζόμενοι/ες σε ΜΚΟ της Θεσσαλονίκης έχουμε ξεκινήσει μια συζήτηση, προσπαθώντας να θέσουμε τα ζητήματα, να ανιχνεύσουμε κοινές λύσεις και να διατυπώσουμε κοινά αιτήματα. Στο βάθος αυτής της διαδικασίας βλέπουμε την προοπτική μιας κοινής έκφρασης και οργάνωσης όλων αυτών των εργαζομένων.
Τα ζητήματα που μπαίνουν είναι εξαιρετικά σύνθετα και σίγουρα δεν μπορούν να λυθούν με μια συζήτηση. Στις δικές μας πρώτες συζητήσεις αναδύθηκαν πολλά από αυτά, τα οποία θα καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό και τη στάση μας:
– Ποια πρέπει να είναι η εργασιακή σχέση για τους εργαζόμενους σε μια ΜΚΟ; Στο βαθμό που το «μπλοκάκι», δηλαδή η εργασία μέσω συμβάσεων έργου και αυτασφάλιση, υποκρύπτει εξαρτημένη σχέση εργασίας, πρέπει να αντικατασταθεί με κανονικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας και είναι αυτό εφικτό, δεδομένης της άστατης χρηματορροής στις ΜΚΟ; Αυτό το αίτημα μπορεί και πρέπει να ισχύει για όλους, ή υπάρχουν θέσεις εργασίας που εκ των πραγμάτων αντιστοιχούν σε ελεύθερους επαγγελματίες; Τι δικαιώματα στερεί αυτή η εργασιακή σχέση από τους αυτοαπασχολούμενους; Υπάρχει άλλος τρόπος να τα διεκδικήσουν;
– Ποιες εργασιακές συνθήκες επικρατούν στις ΜΚΟ; Ποιες είναι οι αμοιβές μας και ποια είναι η πολιτική αμοιβών;
– Ποιος είναι ο ρόλος των ΜΚΟ στη συνολική παραγωγή και οικονομία και κατ’ επέκταση ποια είναι η κοινωνική ιδιότητα των εργαζομένων σε αυτές; Σε ποια επίπεδα ορίζεται η εργοδοσία σε μια ΜΚΟ; Ποιος πρέπει να είναι ο αποδέκτης των όποιων αιτημάτων;
– Ποια είναι η δομή και η λειτουργία αυτών των οργανώσεων; Ποια είναι η ειδική σχέση μας με το αντικείμενο εργασίας;
– Ποια είναι η επίδραση του ειδικού εργασιακού μας αντικειμένου, ανθρωπιστικού ή περιβαλλοντικού, πάνω στις εργασιακές μας συνθήκες; Τι είναι αυτό που διαφοροποιεί μια ΜΚΟ από μια ιδιωτική εταιρία, πόσο και με ποιο τρόπο (πρέπει να) καθορίζει αυτή η διαφοροποίηση τις εργασιακές μας συνθήκες; Ποια είναι τα όρια μεταξύ εργασίας και εθελοντισμού ή συμμετοχής;
Τα παραπάνω, και άλλα τόσα, ούτε μπορούμε, ούτε θέλουμε να τα λύσουμε μόνοι μας. Έτοιμες λύσεις δεν υπάρχουν, καθώς η εργασιακή μας κατάσταση είναι σε μεγάλο βαθμό πρωτότυπη. Για το μόνο πράγμα για το οποίο είμαστε σίγουροι και σίγουρες είναι ότι χρειάζεται η συνεισφορά και η συμμετοχή όλων των εργαζομένων σε αυτή τη διαδικασία. Θέλουμε να μάθουμε τι γίνεται σε άλλες οργανώσεις, τι προβλήματα και τι αιτήματα υπάρχουν, τι ζητήματα έχουν ανοίξει.
Παίρνουμε λοιπόν την πρωτοβουλία να καλέσουμε μια πρώτη, ανοιχτή συνάντηση όλων των εργαζομένων σε ΜΚΟ στη Θεσσαλονίκη. Προτείνουμε τη Δευτέρα 15 Δεκέμβρη, 8:30 το απόγευμα στο Εργατικό Κέντρο.

ΥΓ1: Επειδή αντιλαμβανόμαστε τη δυσκολία παρουσίας κάποιων τη συγκεκριμένη ημέρα και ώρα, παρακαλείται όποιος ενδιαφέρεται να συμμετέχει ούτως ή άλλως να επικοινωνήσει μαζί μας, είτε με e-mail στη διεύθυνση ergazomenoi_se_mko@yahoo.gr, είτε στο τηλέφωνο 6977274287, ώστε να διερευνηθεί η περίπτωση αλλαγής ημέρας και ώρας των μελλοντικών συναντήσεων.
ΥΓ2: Το κάλεσμα έχει σταλεί στις κεντρικές διευθύνσεις φορέων μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα που λειτουργούν ομοίως αναφορικά με το εργασιακό καθεστώς τους. Έχει σταλεί επίσης στις προσωπικές διευθύνσεις ατόμων που γνωρίζουμε ότι εργάζονται σε ανάλογους φορείς. Παρόλα αυτά η λίστα δεν έχει εξαντληθεί και για αυτό θα σας παρακαλούσαμε να το προωθήσετε σε οποιονδήποτε άλλον θεωρείτε ότι μπορεί να ενδιαφέρεται.

από το indymedia.

και ένα σχετικό σχόλιο από ένα μπλόγκ: «γιατί δεν θα πάω στο bazaar της ΜΚΟ ο Ζουζουνοκαρκινούλης, ούτε θα στείλω χριστουγεννιάτικές κάρτες της ΜΚΟ Δεν-κάθομαι-στον-ήλιο…»

Επισφαλής Γενιά: Η Γενιά των 700 ευρώ

Στην Ελλάδα ξεκίνησε, επιτέλους, με τη γνωστή καθυστέρηση που υπάρχει πάντα, να συζητείται το θέμα της εργασιακής ανασφάλειας για τους νέους.

Αντιγράφω, με κάποια επιφύλαξη, βέβαια, το αφιέρωμα της «ε» σήμερα 16/4/2007,
και προσθέτω μερικά σχόλια και επισημάνσεις στο τέλος, μετά την αφίσα για την Πρωτομαγιά, που εντάσσεται στο ίδιο θέμα.

Αντί για ζωή… επιβίωση

Των ΜΑΡΙΑΣ ΔΕΔΕ, ΝΑΝΤΙΑΣ ΓΙΑΝΝΙΡΗ
«Σαν στρατιώτες των Ναπολεόντειων πολέμων που μετά περιφέρονταν εξαθλιωμένοι και άνεργοι…»

Σ. Χτούρης, καθηγητής Κοινωνιολογίας: «Η γενιά των 700 ή των 1.000 ευρώ αποτελεί δημιούργημα των οικονομιών που διαθέτουν έναν εκτεταμένο και κυρίαρχο ιδιωτικό τομέα»

Αστραπιαία πέρασε η σκέψη από το μυαλό του καθηγητή όταν συνάντησε, τυχαία μια μέρα στο δρόμο, κάποιους παλιούς του μαθητές. Κι αν αυτό συνέβη πριν από δέκα χρόνια και μας το διηγήθηκε τότε, η εικόνα δεν μοιάζει σε τίποτα να έχει αλλάξει σήμερα. Σαν να πάγωσε: Νέοι άνθρωποι με «εφόδια», πτυχία, μεταπτυχιακούς τίτλους, ξένες γλώσσες, γνώστες της χρήσης υπολογιστών, βρίσκονται αντιμέτωποι με το φάσμα της ανεργίας ή δουλεύουν 10ωρα και 12ωρα για πενιχρούς μισθούς.

Κάποτε ανασφάλιστοι, άλλοτε πάλι ως «ενοικιαζόμενοι υπάλληλοι», βιώνουν την επαγγελματική αβεβαιότητα, ζουν μέσα στην ανασφάλεια με πολλαπλές συνέπειες.

Τους έχουν ήδη αποκαλέσει «γενιά των 700 ευρώ», «του βασικού μισθού», των χαμένων κόπων και των ανέφικτων στόχων.

Νέοι άνθρωποι, λίγο πριν ή λίγο μετά τα τριάντα, που «ματώνουν» χτυπώντας πόρτες, συμμετέχουν σε διαγωνισμούς του ΑΣΕΠ, συμπληρώνουν αμέτρητες αιτήσεις, στέλνουν άπειρα βιογραφικά, στήνονται σε συνεντεύξεις για να απαντήσουν σε κάθε είδους ερωτήσεις και ψυχολογικά τεστ προσωπικότητας.

Με μισό μάτι

Νέοι άνθρωποι, που μερικές φορές ακόμη και οι εργοδότες, στους οποίους απευθύνονται, τους κοιτούν με μισό μάτι, όταν με «τέτοιες σπουδές» ζητούν να δουλέψουν πωλητές ή γραμματείς σε πολυκαταστήματα και γραφεία.

Σήμερα το 10% με 12% της μισθωτής εργασίας στον ιδιωτικό και ευρύτερο δημόσιο τομέα αμείβεται με την κατώτατη αμοιβή που προβλέπεται από τη Γενική Συλλογική Σύμβαση της ΓΣΕΕ. Μιλάμε δηλαδή για περίπου 250 χιλιάδες ανθρώπους. Και πόσοι ακόμη που εργάζονται με το καθεστώς της μερικής απασχόλησης και παίρνουν λιγότερα από 600 ευρώ ή συγκαταλέγονται στους «γενναίους των 300 ευρώ».

Σύμφωνα με την ετήσια έκθεση για το 2006 του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ: «Το ποσοστό ανεργίας των νέων υποχώρησε κατά την περίοδο της ταχύτερης οικονομικής μεγέθυνσης της ελληνικής οικονομίας 1996-2005, με αποτέλεσμα να έχει επανέλθει στο επίπεδο του 1988. Παρ’ όλα αυτά όμως η Ελλάδα διατηρεί πολύ υψηλά επίπεδα νεανικής ανεργίας (περίπου 19%) και οι νέες θέσεις εργασίας μερικής απασχόλησης συμμετέχουν σημαντικά στην παρατηρούμενη αύξηση του αριθμού των νέων που εργάζονται. Επιπλέον, ένας στους τέσσερις νέους εξακολουθεί να εργάζεται σε θέση προσωρινής απασχόλησης».

Ο καθηγητής Κοινωνιολογίας Σωτήρης Χτούρης θα πει πως η γενιά των 700 ή των 1.000 ευρώ αποτελεί δημιούργημα των οικονομιών που διαθέτουν έναν εκτεταμένο και κυρίαρχο ιδιωτικό τομέα και θα προσθέσει πως «αυτό το ευρωπαϊκό και βορειο-αμερικανικό φαινόμενο παρουσιάζει κάποιες ομοιότητες με την πάντα κρατούσα πρακτική των ελληνικών επιχειρήσεων να αμείβουν τους νεοεισερχόμενους στην αγορά εργασίας με το χαμηλό βασικό μισθό, που κατά μέσο όρο είναι αντίστοιχος με το ανεπίσημο όριο φτώχειας».


Με μεταπτυχιακό στο χέρι περίμενε 6 χρόνια για 500 ευρώ
Η Δ.Τ. είναι γύρω στα τριάντα. Τελείωσε το Πολιτικό της Νομικής και από τα Χριστούγεννα του 2001, που γύρισε από την Αγγλία με το μεταπτυχιακό (μάνατζερ υγείας) στο χέρι, ξεκίνησε να ψάχνει για δουλειά. Βρήκε τελικά πριν από 14 μήνες: γραμματέας σε ένα γραφείο. Τους πρώτους 8 μήνες ο μισθός της ήταν 500 ευρώ χωρίς ασφάλιση, σήμερα παίρνει 670, έχει ασφάλιση, αλλά σε καθημερινή βάση ξεπερνάει το 8ωρο που φαίνεται να ισχύει «μόνο στα λόγια».
Αιτήσεις, βιογραφικά, διαγωνισμοί, έτσι πέρασαν τα τελευταία χρόνια, με τους γονείς της πάντα να τη στηρίζουν οικονομικά και ηθικά. Στιγμές στιγμές αναλογίζεται ότι δεν πρόκειται ποτέ να γίνει απόσβεση των χρημάτων που έδωσαν οι δικοί της για τις σπουδές της -απ’ όταν ήταν μαθήτρια Λυκείου ακόμη, και άρχισαν τα πρώτα φροντιστήρια. Ενδεικτικά αναφέρει πως μόνο ο ένας χρόνος στην Αγγλία για το μεταπτυχιακό στοίχισε γύρω στα 6 εκατομμύρια δρχ.

Αλλοτε σκέφτεται ότι τα δυο της αδέλφια, που δεν προχώρησαν στο πανεπιστήμιο, σήμερα εργάζονται και παίρνουν περισσότερα απ’ την ίδια κι αναρωτιέται αν άξιζε τον κόπο τελικά. Την ίδια ώρα όμως συνεχίζει να ονειρεύεται «μια καλή δουλειά», σπεύδοντας πάντως να κάνει το διαχωρισμό: «Μιλάω για όνειρο. Οχι για στόχο που τον βάζεις για να τον πραγματοποιήσεις, γιατί ως τέτοιος είναι κάτι ανέφικτο».

Δεν ήταν λίγες οι φορές αυτά τα χρόνια, θα πει, που βρέθηκε στα όρια της κατάθλιψης κι ας είναι ζωντανός και αισιόδοξος άνθρωπος (σ.σ. το καταλαβαίνεις με την πρώτη ματιά).

Από τις πιο δύσκολες στιγμές: όταν, το 2003, έχασε το διορισμό στο οικονομικό-λογιστικό τμήμα ενός νοσοκομείου της Αθήνας. Η προκήρυξη έγινε τον Απρίλιο του 2002, έκανε λοιπόν μια αίτηση και, με το σύστημα της μοριοδότησης, έγινε αποδεκτή. Οταν όμως τον Ιούλιο του 2003, γιατί όλες αυτές οι διαδικασίες καθυστερούν, την κάλεσαν να καταθέσει τα δικαιολογητικά ώστε να γίνει επαλήθευση από το ΑΣΕΠ και να προχωρήσει ο διορισμός, την απέρριψαν. Ο λόγος ήταν καθαρά τυπικός: Η αναγνώριση του μεταπτυχιακού της από το ΔΙΚΑΤΣΑ (άλλη μια χρονοβόρα διαδικασία), που πάντως τον Ιούλιο είχε πια στα χέρια της, είχε γίνει σε χρόνο μεταγενέστερο της προκήρυξης.

Αργότερα μετείχε σε διαγωνισμό του ΑΣΕΠ, το 2004 για το δημόσιο τομέα-δημόσια διοίκηση. Ηταν στους επιτυχόντες αλλά όχι στους διορισθέντες, αφού 16 χιλιάδες βρέθηκαν να διεκδικούν 1.300 θέσεις.

Κάποια στιγμή έγινε μέσα της το «κλικ» και άρχισε να ψάχνει για οτιδήποτε. Εκεί ήρθαν τα χειρότερα… Λίγο έλειψε να… διαγράψει από το βιογραφικό της το μεταπτυχιακό. Πήγαινε για γραμματέας ή υπαλλήλος και τους ξένιζε που με τα προσόντα της ζητούσε μια τέτοια θέση.

Μέσω μιας γνωριμίας βρήκε τη σημερινή της δουλειά για να πληρώνει πια μόνη το ενοίκιό της, 250 ευρώ (φιλική τιμή) για ένα δυάρι στο κέντρο της Αθήνας, αφού οι γονείς της ζουν στην επαρχία, και να περνάει (κόβοντας από παντού) με τα υπόλοιπα.


Ενοικιάζεται νέος με πτυχίο και προϋπηρεσία…
Μπροστά στην απειλή της ανεργίας δέχονται να «ενοικιαστούν» και να αποτελέσουν τους «φθηνότερους εργαζόμενους» ενός εργοδότη.

Οι «ενοικιαζόμενοι υπάλληλοι» εμφανίζονται να έχουν δύο εργοδότες: τον άμεσο που δανείζει την εργασία τους σε άλλον, στον, αποκαλούμενο, έμμεσο εργοδότη.

Οπως επισημαίνει η Αμαλία Νταντάμη, αντιπρόεδρος του Πανελληνίου Συλλόγου Υπαλλήλων με Παραχώρηση Εργασίας σε Τρίτους, είναι δύσκολη η καταγραφή του αριθμού των ανθρώπων που απασχολούνται με το καθεστώς της «ενοικίασης», εξαιτίας της «προσωρινότητας» της απασχόλησης, αλλά και γιατί υπάρχουν πολλές εταιρείες που δανείζουν παράνομα προσωπικό. Ανάμεσά τους όμως είναι και άνθρωποι με υψηλό μορφωτικό επίπεδο, με εμπειρία στο εργασιακό αντικείμενο και εξειδίκευση. Απόφοιτοι ΑΕΙ, ακόμη και κάτοχοι μεταπτυχιακών διπλωμάτων. Εξηγεί πως οι εργαζόμενοι που «ενοικιάζονται» σε τρίτους δεν απολαμβάνουν τα εργασιακά, ασφαλιστικά και συνδικαλιστικά δικαιώματα, τα οποία θεωρούνται αυτονόητα για τους συναδέλφους τους, οι οποίοι αποτελούν το μόνιμο προσωπικό του έμμεσου εργοδότη τους.

Το χειρότερο, ίσως, είναι ότι οι άνθρωποι αυτοί -όπως εξηγεί η κ. Νταντάμη- βρίσκονται διαρκώς υπό την απειλή μιας επικείμενης απόλυσης.

Η απόλυση ενός «δανειζόμενου» εργαζόμενου ονομάζεται διακοπή της ενοικίασης και ο άμεσος εργοδότης του μπορεί να τον μεταφέρει σε άλλο έμμεσο εργοδότη χωρίς να μπορεί να τεκμηριωθεί μονομερής βλαπτική μεταβολή σε βάρος του εργαζόμενου. Η δυνατότητα των εταιρειών προσωρινής απασχόλησης να προσλαμβάνουν «εργαζόμενους προς ενοικίαση» όχι μόνο με συμβάσεις αορίστου χρόνου αλλά και με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, δίνει τη δυνατότητα στους εργοδότες με την απειλή της μη ανανέωσης αυτών των συμβάσεων να μπορούν να εκβιάζουν τους «ενοικιαζόμενους εργαζόμενους» να αποδέχονται παραβιάσεις των εργασιακών τους δικαιωμάτων (σε θέματα αμοιβών, ωραρίου, αδειών κ.λπ.).


«Από το ’96 ψάχνω για δουλειά»
Ο Θανάσης είναι 38 ετών. Το ’93 τελείωσε το Ιστορικό-Αρχαιολογικό στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης, πήγε στο στρατό και στην ουσία από το ’96 άρχισε να ψάχνει για δουλειά. Θα ήθελε να ασχοληθεί με την αρχαιολογία, όμως «εκεί ήταν ακόμη πιο δύσκολα τα πράγματα», ή να διδάξει, καθηγητής στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.

Μέχρι σήμερα πάντως δεν έχει «εξαργυρώσει» το πτυχίο του. Αν δεν χάνει την ελπίδα του είναι γιατί «αυτή πεθαίνει τελευταία». Στη διάρκεια της κουβέντας μας πάντως θα πει ότι «η Ελλάδα πληγώνει τα παιδιά της» και θα χαρακτηρίσει πληγή το να μην μπορεί να κάνει κάποιος τη δουλειά που αγαπάει και να ασχολείται με κάτι άσχετο- για το οποίο δεν έχει κανένα ενδιαφέρον εκτός απ’ το μισθό.

Συμμετείχε και στους τέσσερις διαγωνισμούς του ΑΣΕΠ που έγιναν για προσλήψεις φιλολόγων από το ’98 μέχρι σήμερα. Εκανε αιτήσεις σε ιδιωτικά σχολεία, όπου και εκεί «υπάρχει μια άτυπη επετηρίδα», καθώς βρέθηκε αντιμέτωπος με πάκους αιτήσεων, που είχαν συμπληρώσει πολλοί πριν απ’ αυτόν.

Εψαξε και ψάνει πάντα τις αγγελίες και τα σχετικά έντυπα των εφημερίδων για μια θέση στο Δημόσιο με το σύστημα της μοριοδότησης. Εκανε και εκεί αιτήσεις, αμέτρητες όλα αυτά τα χρόνια και δεν μπορεί να μην καυτηριάσει την «αλητεία» να στοιχίζει η κάθε αίτηση 18 και 20 ευρώ (παράβολο και αποστολή ταχυδρομικά). «Είναι δυνατόν, αναρωτιέται, να ζητάς από τον άνεργο ή απ’ αυτόν που υποαπασχολείται και δεν παίρνει ούτε καν το βασικό, να δίνει κάθε τόσο 18 και 20 ευρώ; Κι αν κάνει τέσσερις και πέντε αιτήσεις κάθε μήνα;».

Η πρώτη του δουλειά, μετά στο στρατό, ήταν σε σουπερμάρκετ. Εμεινε εκεί ενάμιση χρόνο, τόσο όσο διήρκεσε η επιδότηση που έπαιρνε ο εργοδότης του από τον ΟΑΕΔ -στα πλαίσια των μέτρων για την καταπολέμηση της ανεργίας. Οταν έληξε η επιδότηση τον απέλυσαν για να πάρουν άλλον και νέα επιδότηση.

Ενίσχυσε κάπως το εισόδημά του πιάνοντας δουλειά ως διορθωτής σε εκδοτικό οίκο. Μια εργασία που διατηρεί ακόμη και σήμερα με μπλοκ παροχής υπηρεσιών, «αλλά μη φανταστείς, άντε να αναλάβω ένα, το πολύ δύο βιβλία το χρόνο. που σημαίνει 1.000 με 1.200 ευρώ ετησίως».

Εδώ και σχεδόν πέντε χρόνια εργάζεται σε πολυκατάστημα: πωλητής εργαλείων. Δουλεύει 8ωρο και παίρνει καθαρά 720 ευρώ. Υπάρχει και πριμ αν πιάσεις ένα μηνιαίο στόχο σε πωλήσεις, λέει, αλλά κι αυτό δεν είναι σίγουρα. Τον ένα μήνα το πιάνεις, το άλλον όχι.

Οταν τον ρωτάμε πώς το πήρε απόφαση, παρά τις οικονομικές δυσκολίες, να παντρευτεί, βάζει τα γέλια. «Δεν το σκέφτεσαι, απλώς το κάνεις». Παντρεύτηκε το 2001 και σήμερα έχει μια κορούλα 22 μηνών.

Στον επόμενο διαγωνισμό του ΑΣΕΠ, όποτε κι αν γίνει, θα είναι πάλι εκεί. Το ζητούμενο γι’ αυτόν είναι η μονιμότητα «ώστε να μπορείς να προγραμματίσεις κάποια πράγματα και όχι να είσαι υπό την απειλή της απόλυσης».

Ευτυχώς, λέει ο Θανάσης, «δεν πληρώνουμε νοίκι, γιατί το σπίτι ήταν της γυναίκας μου και έτσι τα μηνιαία έξοδα μας έρχονται ίσα ίσα με τα έσοδα. Γύρω στα 1500 ευρώ».

Η σύζυγός του, απόφοιτος του τμήματος Ψυχολογίας της Φιλοσοφικής, δυσκολεύτηκε πολύ να βρει δουλειά. Αρχικά με ωράριο εξοντωτικό σε κάποιο κέντρο αδυνατίσματος «και καλά για να παρέχει ψυχολογική υποστήριξη στις πελάτισσες, ενώ στην ουσία έπρεπε να πλασάρει καλλυντικά».

Εδώ και έξι χρόνια εργάζεται ως ψυχολόγος σε ένα νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, αλλά με ένα ιδιόμορφο καθεστώς που την κάνει να βιώνει την αβεβαιότητα για το αύριο, όπως και ο σύζυγός της.

Οπως και άλλοι πολλοί συνάδελφοί της, εμφανίζεται ως υπάλληλος (αρχικά ωρομίσθια, στη συνέχεια με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου) ιδιωτικής εταιρείας που διοχετεύει στο συγκεκριμένο φορέα του Δημοσίου υπαλλήλους, οι οποίοι στην πραγματικότητα καλύπτουν εδώ και χρόνια πάγιες και διαρκείς ανάγκες του.

[a1.jpg]

Το ζήτημα της επισφάλειας (κακός νεολογισμός, ως μετάφραση του αγγλικού precarity/precariousness) αναδεικνύεται σε κυρίαρχο ζήτημα διεκδίκησης στις κοινωνίες του παγκόσμιου βορρά. Τα παιδιά των mabyboomers, η γενιά που είναι τώρα 25-35, διαπιστώνει ότι δεν μπορεί πλέον να απολαύσει τα αγαθά και την ασφάλεια του μεταπολεμικού κεϋνσιανού κοινωνικού κράτους,όπως οι γονείς τους, ούτε να έχει τις ελπίδες για γρήγορη κοινωνική άνοδο, όπως η γενιά του 80, με του γιάπηδες κλπ.

Αυτό βέβαια προκαλεί μια διάχυτη δυσαρέσκεια και απόγνωση, σε ευρείες κοινωνικές ομάδες, από νέους αποφοίτους πανεπιστημίων αστικής καταγωγής, μέχρι μετανάστες και μετανάστριες στον Δυτικό κόσμο, καθώς χάνεται η ευρέως διαδεδομένη «προτεσταντική» πίστη ότι η ζωή μας θα βελτιωθεί με σκληρή εργασία…

Αντίθετα, πολλοί νέοι και νέες βλέπουν ότι η ζωή τους γίνεται και πιο αβέβαιη όσο μεγαλώνουν, τα λέφτά δεν φτάνουν, και το σκέφτονται να ξεκινήσουν κάποιας μορφής οικογένεια.

Στην Ελλάδα, το θέμα αποκτά σιγά σιγά την προσοχή των μήντια, δεν σημαίνει όμως και ότι γίνεται παραδεκτό ως κοινωνικό πρόβλημα. Η προαστασία της οικογένειας, οι διευρυμένες πελατειακές σχέσεις με το δημόσιο, η εκτεταμένη παραοικονομία αποτελούν το δεκανίκι και των νέων και του συστήματος. Το σύνθημα «είμαστε μια γενιά που της ζητάτε τα πάντα και δεν της δίνετε τίποτα» που αναδείχτηκε από μια αριστερή οργάνωση στο παρελθόν δεν έχει γίνει συνειδηση των νέων. Το χαρτζιλίκι από τους γονείς βρίσκεται μέχρι μια μεγάλη ηλικία, η οικογενειακή εστιά δεν τους αποδιώχνει, οι ευθύνες μετατοπιζονται χάρις της διασκέδασης στα μπουζούκια.

Ωστόσο, το ότι απέκτησε δημοσιότητα το ζήτημα δεν προέκυψε μόνο του. Δύο ομάδες φαίνεται να το κυνηγάνε πάρα πολύ.

Η πρώτη, και πιο προσιτή μηντιακά, είναι το Blog «η γενιά των 700 ευρώ». Με γενικά άρθρα, την παρακολούθηση της ειδησεογραφίας και τη δημοσίευση σχετικών μελετών, κατάφερε να μεταφέρει τον ντόρο για το ιταλικό φαινόμενο «η γενιά των 1000 ευρώ», που έγινε βιβλίο, ταινία με μεγάλη δημοσιότητα, και να τον ενσωματώσει στην ελληνική δημόσια σφαίρα, με την τιμαριθμική προσαρμογή, βεβαίως. Tο blog αυτό κατά τη γνώμη μου είναι λίγο άνευρο πολιτικά, παίρνοντας ως δεδομένο ένα σοσιαλδημοκρατικό μοντέλο «φωτισμένης» κοινωνικής διακυβέρνησης, ενώ φιλοξενεί μάλλον περισσότερα του δέοντος άρθρα από μέλη των εκσυγχρονιστών του ΠΑΣΟΚ.

Πιο νευρικοί, και συνάμα πιο εμπνευσμένοι πολιτικά, είναι οι άνθρωποι πίσω από την αφίσα για την πρωτομαγιάτικη πορεία που έβαλα στο τέλος του άρθρου της «ε». Ξεκινώντας από την δικτύωση γύρω από την Ευρωπρωτομαγιά στο Μιλάνο, και χρησιμοποιώντας μετααυτόνομες ιδέες των Νέγκρι, Βίρνο, Λατσαράτο, κλπ., έχει χτιστεί ένα δίκτυο που προπαγανδίζει την αυτόνομη πρωτομαγιά για τις νέες πολιτικές υποκειμενικότητες, με κεντρικό άξονα το ζήτημα της επισφάλειας, όπως την περιγράφει η wikipedia, πχ. Χρησιμοποιώντας τα νέα εργαλεία του web 2.0, έχουν δημιουργήσει ένα κίνημα, που απευθύνει δημόσιο λόγο. Ενδεικτικά, μερικά από τα δικτυακά ίχνη τους είναι:

http://precarity.blogspot.com/: ένα blog με άρθρα και ειδήσεις πάνω στο θέμα

http://www.episfaleia.gr/: το κύριο site, άπ’ όπου εξαπολύεται η δικτυακή προπαγάνδα

http://www.blackout.gr/: περιοδικό, έντυπο & online, με αντιεξουσιαστική προοπτική

http://www.adeho.gr/: ένα αστείο subvertisement, μεταστροφή της γνωστής εταιρείας ανθρώπινου δυναμικού

http://www.1m2007.blogspot.com/: το επίσημο blog της πρωτοβουλίας για τη διοργάνωση μια πρωτομαγιάς των επισφαλών στη θεσσαλονίκη το 2007.

technorati tags:, ,

Blogged with Flock

Η Ψυχολογία και το πολιτικό

Δημήτρης Παπαδόπουλος: Σημείωμα επιμελητή “Ψυχολογία και το Πολιτικό”, Critical Psychology, vol. 12

Το ακόλουθο κείμενο είναι η εισαγωγή του Δημήτρη Παπαδόπουλου στο ειδικό τεύχος του περιοδικού International Journal of Critical Psychology, τεύχος 12, με θέμα τη σχέση της ψυχολογίας με το πολιτικό. Μπορείτε να το βρείτε στα αγγλικά αν κλικάρετε εδώ.

Είναι πολύ καλό έδαφος για συζήτηση, αν και σεντονο-φέρνει. Τα λάθη είναι της βιαστικής μετάφρασης και μόνο.

Δεν είναι πια νέο ότι το προσωπικό είναι πολιτικό, αλλά πως να απαντήσουμε όταν αυτά τα δύο πεδία μοιάζει να καταρρέουν το ένα στο άλλο; Η φιλελεύθερη εκδοχή είναι: το άτομο στον ιδιωτικό του/της χώρο, η πολιτική στο δημόσιο χώρο, οι δύο χώροι αλληλεπιδρούν, αμοιβαία μετασχηματίζονται, αλλά υπάρχουν χωριστά. Αυτή η εικόνα δεν ισχύει πια. Ο δημόσιος χώρος ιδιωτικοποιείται ολοένα και περισσότερο: οι πολιτικοί θεσμοί λειτουργούν ως επιχειρήσεις ακολουθώντας τη λογική της αγοράς. Οι δρόμοι και οι πλατείες αστυνομεύονται και περιφράσσονται αυστηρά. Οι κινήσεις μας στο δημόσιο χώρο γίνονται διαδρομές στις κάμερες παρακολούθησης ιδιωτικών εταιρειών ασφάλειας. Οι πεζοπόροι βολτάρουν στα εμπορικά κέντρα και τα πολυκαταστήματα. Η δημόσια πρόσβαση ρυθμίζεται από κώδικες και συνθήματα (passwords): μπορεί να τα χάσεις πάντοτε. Οι φυλακές γίνονται ιδιωτικές βιομηχανίες. Ο δημόσιος εξωτερικός χώρος γίνεται η εσωτερική αρχιτεκτονική μιας ιδιωτικοποιημένης λαβυρινθώδους μεγαμηχανής.

Και το προσωπικό γίνεται όλο και περισσότερο δημόσιο: οι εικόνες των μέσων διαδίδονται στις απώτατες κοιλότητες του ιδιωτικού διαστήματος, η δημόσια πολιτική δεν είναι εκεί έξω, είναι το θέαμα που αποικίζει το καθιστικό σας: η φαρμακογονιδιακή θεραπεία (pharmacogenomics), οι ενισχυτές της νόησης (cognition enhancers), οι εγκέφαλο-ενισχυτές (brain-boosters) και τα ψυχο-φάρμακα κάνουν το σώμα σας ένα πεδίο μάχης για την βιοφαρμακευτική έρευνα. Οι συλλογικοί φόβοι και οι υποσχέσεις της σωτηρίας: η ψυχοθεραπεία, ο πολιτισμός των τεστ (test culture), η μέτρηση των ικανότητων και η εκλαϊκευμένη ψυχολογική λογοτεχνία γίνονται τα μονοπάτια μέσω των οποίων επιτελούμε το δημόσιο: οι νέες μορφές μετα-φορντιστικής παραγωγής απαιτούν το σύνολο της υποκειμενικότητας και των συναισθηματικών ικανοτήτων σας: οι νέες δομές εργασίας καταλαμβάνουν σχεδόν κάθε λεπτό έξω από την χρόνο εργασίας – η παραγωγή και η αναπαραγωγή, η παραγωγή και η κατανάλωση αναμιγνύονται. Ο εσωτερικός ιδιωτικός χώρος γίνεται το κέντρο του δημόσιου τομέα.

Η κατάρρευση του προσωπικού και του πολιτικού, του ιδιωτικού και του δημόσιου θέτει νέες ερωτήσεις για το πώς να συλλάβουμε το ρόλο της ψυχολογίας σε αυτήν την κατάσταση. Η αρχική αφετηρία αυτής της ειδικής έκδοσης είναι ότι η ψυχολογία στο σύγχρονο νεοφιλελεύθερο γεω-πολιτισμό είναι όχι μόνο η συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα, είναι η ίδια πολιτική. Αυτό αντιπροσωπεύει μια σημαντική μετατόπιση που πραγματοποιείται στη λειτουργία της ψυχολογίας στις τελευταίες δεκαετίες. Η εμφάνιση της ψυχολογίας ως κλάδου/πειθαρχίας συμπίπτει με την ευρεία επέκταση και τη σταθεροποίηση της πειθαρχικής οργάνωσης των Βορειο-Ατλαντικών κοινωνιών, μια διαδικασία που φθάνει στην αιχμή της στο πρώτο μισό του εικοστού αιώνα. Η δομή της ψυχολογίας, των κλάδων και υπο-κλάδων της, είναι σύμφωνη με τον πειθαρχικό σχηματισμό της κοινωνίας. Η παιδαγωγική ψυχολογία και αναπτυξιακή ψυχολογία, η οργανωτική ψυχολογία, η ψυχολογία προσωπικότητας και η διαγνωστική, η κλινική ψυχολογία, η ψυχοθεραπεία και η ψυχανάλυση όλα διαμορφώνουν και διαμορφώνονται από τους αντίστοιχους κοινωνικούς θεσμούς: το σχολείο, το εργοστάσιο, τη φυλακή, το νοσοκομείο, την οικογένεια. Και φυσικά η εμμονή της ψυχολογίας με τα τεστ και την ποσοτικοποίηση προκύπτει από την ανάγκη για ελατά διαγνωστικά όργανα που μπορούν να προσαρμοστούν εύκολα στις διαφορετικές ανάγκες των κοινωνικών θεσμών που ρυθμίζουν τη μαζική προσωπικότητα: το στρατό, τη γραμμή παραγωγής, το πανεπιστήμιο, την επιχείρηση, το πολυτεχνείο, την υπηρεσία κοινωνικής προστασίας, την υπηρεσία κοινωνικής ασφάλισης – όλοι χρειάζονται τα εύκαμπτα εργαλεία επιλογής για να οδηγήσει τη μετάβαση των ανθρώπων από ένα θεσμό σε άλλο.

Αλλά αυτό δεν είναι πλέον η κατάσταση. Αντίο Foucault. Αρχίζοντας σιγά σιγά μετά από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και γρηγορότερα από τη δεκαετία του ’70 και τη δεκαετία του ’80, η ψυχολογία αρχίζει να μετασχηματίζεται, να αντιδρά και να προετοιμάζεται για τη μεταμόρφωση της πειθαρχικής κοινωνίας στις νέες μορφές κοινωνικής οργάνωσης και κοινωνικού ελέγχου. Τα όρια των κοινωνικών πειθαρχιών επεκτείνονται όλο και περισσότερο ενώ οι ψυχολογικοί υπο-κλάδοι γίνονται σταδιακά πιο ακατάλληλοι. Η ψυχολογία ήταν πάντα η πιο θετικιστική και εμπειριστική όλων των κοινωνικών επιστημών: ήταν πολύ πρόθυμη να αντιδράσει δραστικά στο κοινωνικό πλαίσιό της. Σε αυτήν την νέα κατάσταση, η τάξη και ο έλεγχος της κοινωνικής ζωής των ατόμων μετατοπίζονται βαθμιαία μακρυά από την απλή ρύθμιση ακριβώς μέσω της συσσωρευμένης γνώσης (expertise) των υπο–κλάδων της ψυχολογίας και μέσω των ευδιάκριτων κοινωνικών πειθαρχικών θεσμών. Οι θεσμοί συγχωνεύονται, οι πρακτικές τους διαλύονται, γίνονται ανταλλάξιμες και συγχωνεύονται στους νέους εικονικούς χώρους.

Το εργοστάσιο μεταμορφώνεται στην εταιρία με τη διαμόρφωση του συστήματος των διάφορων μισθών και ανταμοιβών, της διαφορικής απόδοσης για κάθε διαφορετικό εργαζόμενο. Η εταιρία γίνεται ο εργοδότης σας και ταυτόχρονα ο πελάτης σας. Αυτή η λειτουργική λογική της εταιρίας επεκτείνεται και αρχίζει να εξουσιάζει ακόμη και το κράτος και τις κοινωνικές υπηρεσίες και τους θεσμούς προστασίας. Απαιτεί τα άτομα να επαναξιολογήσουν σταθερά την εκπαιδευτική στάση και τα προσόντα τους προκειμένου να διατηρήσουν τη θέση τους στη ρευστή διανομή της απασχόλησης. Το σχολείο και η εκπαίδευση γίνονται όλο και περισσότερο ιδιωτικοποιημένα, στη διαδικασία όπου εκρήγνυνται τα όρια της καθολικής εκπαιδευτικής «ανάπαυλας της εφηβείας» (moratorium of adolescence). Η απόκτηση των νέων δεξιοτήτων και ικανοτήτων, ο πολλαπλασιασμός των οργανισμών ιδιωτικής κατάρτισης , των μαθημάτων, και των πρόσθετων επαγγελματικών προσόντων επεκτείνει την απόκτηση γνώσης πέρα από τα χωρικά και χρονικά όρια του σχολείου και της βασικής εκπαίδευσης. Η ιατρικοποίηση ( medicalisation) της καθημερινής ζωής τέμνει και διακόπτει την κεντρικότητα του νοσοκομείου στη δημόσια υγεία. Οι νέες ιατρικές τεχνολογίες τεμαχίζουν το άτομο και το μεταχειρίζονται ως σύνολο πιθανών δικινδυνεύσεων (risks). Τα άτομα είναι εικονικές συνθέσεις των κωδικοποιημένων βιοϊατρικών συντεταγμένων τους. Οι βάσεις δεδομένων και τα αυτοματοποιημένα προγράμματα μάνατζμεντ της υγείας αντικαθιστούν τους γιατρούς και την υγειονομική περίθαλψη. Πέρα από αυτό, η ιατρικοποίηση και η βιολογικοποίηση της ατομικής ύπαρξης χρησιμεύουν ως οι σταθεροί σύντροφοι του ατόμου στην ύπαρξή του/της σε άλλους κοινωνικούς χώρους. Η σχολική απόδοση, η κοινωνική επικοινωνία, οι ικανότητες εργασίας συσχετίζονται με τις γενετικές ικανότητες και την κατάσταση υγείας του ατόμου. Η φυλάκιση επεκτείνεται πέρα από τα κάγκελα της φυλακής. Η νέα φυλακή πρόκειται να ρυθμίσει τους κοινωνικούς αγώνες. Η μαζική φυλάκιση και η έκρηξη του φυλακο-βιομηχανικού συμπλέγματος (prison-industrial complex) είναι νέοι τρόποι αντιμετώπισης της κοινωνικής ανισότητας ενεργά απομονώνοντας αυτών που έχουν γίνει «περιττά» και «άσχετα» στρώματα για την εταιρική κοινωνία. Αλλά αυτό που είναι το σημαντικότερο εδώ είναι ότι η φυλακή μετασχηματίζει, αλλοιώνει, και σέρνεται στην καθημερινή ζωή. Η νέα φυλακή δεν μοιάζει με την παραδοσιακή φυλακή, χωρίζει τη σχέση μεταξύ του σημαίνον «φυλακή» και του σημαινόμενου «παρέκκλιση»: το νέο σημαινόμενό του είναι «η διαχείριση (μάνατζμεντ) των κοινωνικών ανταγωνισμών» και λειτουργεί με τη ένταξη μεγάλων αριθμών ανθρώπων σε αποκλεισμένους χώρους. Οι κοινωνικοί μηχανισμοί των μετα-φορντιστικών, μετα-πειθαρχικών κοινωνιών λειτουργούν με τον αποκλεισμό των ανθρώπων μέσω της ένταξης τους σε ιδιαίτερα ρυθμισμένα χώρους. Υπάρχει ο πολλαπλασιασμός «του αποκλεισμού μέσω της ένταξης» που είναι χαρακτηριστικός της κατάρρευσης του παραδοσιακού ποινικού συστήματος. Εξετάστε, παραδείγματος χάριν, όλες τις διαφορετικές μορφές περιορισμού που υιοθετούνται για να ελέγξουν την κινητικότητα των μεταναστευτικών κινήσεων και την αποτελεσματική οργάνωση της αγοράς εργασίας, ή τον πολλαπλασιασμό όλων των διαφορετικών μορφών κράτησης, από τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως στη μεμονωμένη κράτηση που χρησιμοποιεί τις μεθόδους εντοπισμού υψηλής τεχνολογίας και τα βιοϊατρικά δεδομένα.

Η διάβρωση των πειθαρχικών οργάνων δεν σημαίνει ότι εξαφανίζονται. Ούτε σημαίνει, όπως η θεωρία της κυβερνησιμότητας (governmentality) βεβαιώνει, ότι η ευθύνη μετατοπίζεται από το θεσμό στο άτομο που τώρα προθυμοποιείται να επωμιστεί την αγωνία του καταρρέοντας δημόσιου χώρου (μάλλον, αυτό φαίνεται να είναι η φαντασία των νεοφιλελεύθερων ιδεολόγων). Απλά σημαίνει ότι η ρύθμιση της ατομικής ύπαρξης γλιστρά από τα χέρια του θεσμού ή του ατόμου, διαμορφώνοντας νέες περιρρέουσες συσκευές ελέγχου που συναθροίζουν τα διαφορετικά κλαδιά της γνώσης, διαφορετικές θεσμικές πρακτικές, διαφορετικές ατομικές επενδύσεις. Και αυτό που συμβαίνει είναι ότι αυτές οι συσκευές του ελέγχου είναι ιδιαίτερα προσαρμόσιμες και πλαστικές – μπορούν να προσαρμοστούν εύκολα σε κάθε δεδομένη περίσταση σε αντίθεση με τις βαριές πρακτικές του λόγου (discursive) των θεσμών ή τις περιορισμένες ικανότητες δράσης (agentic) κάθε ατόμου. Ο κοινωνικός έλεγχος γίνεται πανταχού παρών.

Σε αυτήν την κατάσταση, η ψυχολογία δεν ενδιαφέρεται πλέον για τη βαθμολόγηση και τη διαχείριση του ατόμου, δεν ασχολείται με την κατασκευή της ατομικότητας φορώντας το προσωπείο των θεσμών της εξουσίας, αλλά μάλλον επιτίθεται στην ατομικότητα ως σύνολο. Ο νέος ρόλος της είναι να τεμαχίσει και να διαλύσει την ατομικότητα και να την ανασυνδυάσει σε νέες αποτελεσματικές εικονικές συνθέσεις. Η σύλληψη του κοινωνικοπολιτικού ρόλου της ψυχολογίας, όπως ο Kurt Danziger, ο Νικόλας Rose και άλλοι έχουν προτείνει, είναι εντάξει για την επισήμανση της ιστορικής γένεσης της ψυχολογίας αλλά δεν είναι και πολύ βοηθητική στην κατανόηση των σύγχρονων έργων της. Η ψυχολογία δεν εξετάζει πλέον τη σύνδεση μεταξύ του υποκειμένου, της ενέργειάς του (agency) και της εξουσίας. Θέλει να ξεφορτωθεί και τα τρία και να κατασκευάσει ισχυρές σύνθέσεις που συσσωρεύουν στο σώμα τους τις διαφορετικές πτυχές του δημόσιου και του ιδιωτικού, του φυσικού και του τεχνητού, του προσωπικού και του πολιτικού. Το άτομο μοιάζει μόνο με άτομο στην προφανή σωματική μορφή του (ακόμη και αυτό δεν θα διαρκέσει πολύ περισσότερο), στην πραγματικότητα γίνεται μια γενετική πηγή, αυτοματοποιημένος πελάτης, ένα σύνολο ικανοτήτων, μια αυτο-δημιουργούμενη συνάθροιση των δεξιοτήτων, ένα αρχείο και ένας κώδικας, ένας πληροφοριοδότης του ιδίου ή της ιδίας ή των άλλων στις νέες βάσεις δεδομένων του ελέγχου. Δεν είναι η κοινωνία των πληροφοριών που ζούμε, είναι η κοινωνία των πληροφοριοδοτών. Η πληροφόριοδότηση δεν είναι πλέον μια περιθωριακή, οικτρή, ευκαταφρόνητη, κακόβουλη πρακτική. Γίνεται η βάση της νέας ηθικής του ελέγχου. Αρχίζετε με τα άτομα που ξεπερνούν την άδεια παραμονής τους, κινείστε προς τους παράνομους μετανάστες, προς τους παράξενους γείτονές σας, προς τους συναδέλφους σας που σκέφτεστε ότι είναι ατελέσφοροι και μη παραγωγικοί, στους άρρωστους φίλους σας, και καταλήγετε με σας, τις ανησυχίες σας, τους κίνδυνους υγείας σας, τις αναποτελεσματικότητές σας, τις ευαίσθητες φαντασίες σας. Καταδώστε άλλους και τον εαυτό σας στη μεγαμηχανή του ελέγχου. Ένας χειριστής θα απαντήσει στην κλήση σας στη διάρκεια κανονικών ωρών γραφείου.

Εμφανίστηκε στο Sydney Morning Herald, 6-7 Μαρτίου, 2004, σελ. 80

Η ψυχολογία όχι μόνο αποκρίνεται στη διάλυση της πειθαρχικής κοινωνίας αλλά φαίνεται η ίδια να αποτελεί ενός από τους πολλούς άξονες στους οποίους αυτή η διαδικασία ξετυλίγεται. Η παραδοσιακή δομή των υπο-κλάδων της ψυχολογίας αλλάζει. Νέες τάσεις προκύπτουν που υπερβαίνουν και μετατρέπουν τους υπάρχοντες τομείς της ευθύνης και το εύρος των ικανοτήτων – η παλαιά δομή των υπο-κλάδων της ψυχολογίας είναι σε κρίση. Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, η ψυχολογία δεν είναι η συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα: γίνεται η ίδια πολιτική. Αυτό είναι επειδή οι νέοι κλάδοι, οι θεωρίες και οι πρακτικές του δεν εξυπηρετούν πλέον τον πειθαρχικό σχηματισμό της εξουσίας. Είναι άμεσα στοιχεία των νέων περιρρέοντων συσκευών ελέγχου. Οι νέοι κλάδοι της ψυχολογίας – η αναπτυξιακή επιστήμη, η γνωστική επιστήμη, η ψυχολογία υγείας, οι συναισθηματικές μελέτες, η τεχνητή νοημοσύνη, οι νευροεπιστήμες, οι μελέτες αξιολόγησης και τα τεστ – δεν λογαριάζονται ως ρυθμιστές για τη διαχείριση της μαζικής προσωπικότητας και την κατασκευή των κατάλληλων υποκειμένων σε κάθε διαφορετικό πειθαρχικό θεσμό. Μάλλον αποτελούν τα διεπιστημονικά, πολύμορφικά, και ιδιαίτερα προσαρμόσιμα όργανα για την άμεση εκτέλεση των πολιτικών και κοινωνικών αξιώσεων. Ακόμη και η εμφάνιση των εναλλακτικών ρευμάτων στην ψυχολογία στις προηγούμενες δεκαετίες – όπως η ψυχολογία του λόγου (discursive), η πολιτιστική ψυχολογία, ή o κοινωνικός κονστρουξιονισμός – συχνά επιτελούνμια παρόμοια λειτουργία. Αυτά τα ρεύματα δεν είναι συνδεδεμένα και ορισμένα σε συγκεκριμένες κοινωνικές αξίες, θέσεις ή υποκειμενικότητες που καταστέλλονται και περιθωριοποιούνται από την πειθαρχική δύναμη. Δεν κατέχουν μια θετική ικανότητα ή μια απελευθερωτική δυνατότητα υπό αυτήν τη μορφή. Eίναι ακριβώς ευπροσάρμοστα εργαλεία που μπορούν να εφαρμοστούν ως συστατικά των ευρύτερων συναθροίσεων του ελέγχου όποτε μια συγκεκριμένη κατάσταση απαιτεί αυτό που έχουν να προσφέρουν. Οι νέοι κλάδοι της ψυχολογίας υπάρχουν, ή καλύτερα, έχουν νόημα όσο αποδίδουν καλά στην υποκίνηση των αποτελεσματικών και χωρίς υποκείμενο οργάνων που διαιωνίζουν το νέο ενσωματωμένο χώρο του ελέγχου.

Είναι η χρήση τέτοιων οργάνων στην οποία οι αξιώσεις για πολιτική ένταξη, ανοδική κοινωνική κινητικότητα, και άσκηση της εξουσίας αρθρώνονται και υλοποιούνται. Και η υλοποίηση πρέπει να γίνει κατανοητή κυριολεκτικά εδώ: τα άτομα δεν γίνονται υποκείμενα, δεν δουλεύει καμία διαδικασία υποκειμενοποίησης εδώ. Μάλλον τα άτομα χωρίζονται, επαναρυθμίζουν και ξαναξεκινούν επανειλημμένως, συγκεντρώνουν εκ νέου, επανασυνδυάζονται χρησιμοποιώντας τις πρωτεϊκές συσκευές που επιπλέουν σε ένα οριζόντιο ενοποιημένο χώρο ελέγχου. Αυτό είναι η στιγμή όπου η ψυχολογία γίνεται η ίδια πολιτική. Η χρηση της νέας εμπειρίας (expertise) της ψυχολογίας δεν σας ενσωματώνει σε έναν σχηματισμό του λόγου (discursive) ή ένα πειθαρχικό θεσμό όπου η εξουσία διατάσσεται. Σας φέρνει μάλλον άμεσα στην καρδιά της πολιτικής εξουσίας. Ζούμε σε μετα-φουκωϊκές εποχές. Δεν υπάρχουν πια άλλα άτομα έξω εκεί για έρευνα και πειθάρχηση. Δεν υπάρχει καμία δημόσια πολιτική ή σύλλογοι της κοινωνίας πολιτών στην οποία κάποιος μπορεί να συμβάλει. Υπάρχουν μόνο θολωμένοι σχηματισμοί των λίγο ή πολύ επιτυχών κοινωνικών φορέων. Τα άτομα γίνονται τμήματα του εαυτού τους, σύνολα των βιοφυσικών ικανοτήτων, των γνωστικών ικανοτήτων, και των συναισθηματικών/κινητικών ενισχυτών. Ο μετα-φορντισμός και ο νεοφιλελευθερισμός ωθούν τη φιλελεύθερη λογική στα όριά της: κατασκευάζουν τα άτομα ή τις κοινότητες ως κοινωνικούς δράστες χωρίς πλέον να μπορούν να συντηρήσουν ένα χώρο για έναν συνεκτικό, έστω και ελάχιστο, υποκειμενικό χώρο. Το υποκειμενικό, το προσωπικό, το ιδιωτικό καταρρέουν στο δημόσιο και το πολιτικό. Ο στόχος αυτής της ειδικής έκδοσης είναι να ξανασκεφτεί την ψυχολογία, τους κλάδους της και τα υποκείμενά της στο πλαίσιο του πανταχού παρόντος ελέγχου και της πανταχού παρούσας κρίσης της φιλελεύθερης πολιτικής στις Βόρειο-ατλαντικές κοινωνίες. Η νέα κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε δεν είναι καλύτερη ή χειρότερη από πριν, χρειάζεται απλά νέες έννοιες και νέα εργαλεία για να την αντιμετωπίσουμε, για να παρέμβουμε σε . Αυτή η ειδική έκδοση ελπίζει να είναι μια συμβολή σε εκείνη την διαδικασία.

technorati tags:, , ,

Blogged with Flock