ΠΡΟΣ ΙΔΙΩΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ Η ΚΟΙΝΟΤΙΚΗ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ ΜΕΣΩ ΤΩΝ ΜΚΟ

 

ανακοίνωση της Συσπείρωσης για την Ψυχιατρική Μεταρρύθμιση 

Εν μέσω των καταιγιστικών εξελίξεων στο χώρο της ψυχικής υγείας, με την ταυτόχρονη κατάρρευση τόσο του δημόσιου, όσο και του ιδιωτικού «μη κερδοσκοπικού» τομέα, το Υπουργείο του Λυκουρέντζου και της Σκοπούλη, πιστό στις «μεταρρυθμιστικές» επεξεργασίες και μεθοδεύσεις του κλιμακίου της task force, που λειτουργεί στο εσωτερικό του και των ελλήνων συνεργατών της (της Επιτροπής για την Αναθεώρηση του Ψυχαργώς), δεν χάνει την ευκαιρία να αξιοποιήσει την κρίση που έχουν δημιουργήσει τα μέτρα και οι πολιτικές του, για να περάσει το «καινούργιο» που από καιρό ευαγγελίζεται. Και έχει σημασία ο (προς το παρόν) πειραματισμός με αυτό το καινούργιο να μην περάσει απαρατήρητος.

Οι εργαζόμενοι στον ιδιωτικό «μη κερδοσκοπικό» τομέα, παρ΄ όλα τα σύμφωνα «Λυκουρέντζου – Αντόρ», παραμένουν εδώ και μήνες απλήρωτοι και κανείς δεν ξέρει πότε, πώς, σε τι έκταση και για πόσο, τα περίφημα 100 εκ. ευρώ του «συμφώνου», που «εξοικονομήθηκαν» από το ΕΣΠΑ, θα χρησιμοποιηθούν για την «σωτηρία» των δομών των ΜΚΟ και τι εννοείται ως «σωτηρία»… να μείνουν ως έχουν, με τα ίδιο ή το μισό προσωπικό, να συγχωνευθούν, να ιδιωτικοποιηθούν περαιτέρω, ή τι άλλο;

Το γεγονός ότι και πάλι ο Λυκουρέντζος, ακριβώς πριν την έναρξη της επιχείρησης «σωτηρία», θυμήθηκε (όπως πάντα σ΄ αυτές τις περιπτώσεις) τα σκάνδαλα και την διαφθορά σε πολλές ΜΚΟ (που είναι όχι «σκάνδαλα», όπως ισχυρίζεται το Δίκτυο Αργώς, αλλά ΣΚΑΝΔΑΛΑ), δείχνει ότι η «σωτηρία» που έχουν στο μυαλό τους θα είναι πιο πολύ «σωτηρία στους ουρανούς» παρά «επί της γης».

Tην ίδια στιγμή και οι μονάδες του δημοσίου είναι πιθανό ότι θα καταρρεύσουν από την έλλειψη προσωπικού (προσωπικού με το μισό μισθό απ΄ ό,τι πριν τρία χρόνια, με επικρεμάμενη την απειλή των μετακινήσεων, που έχουν σιγά-σιγά ξεκινήσει, για «όπου προκύψει», νησί κλπ, και σε κατάσταση εξάντλησης) ίσως και πιο πριν από το μνημονιακό «κλείσιμο των ψυχιατρείων», που έχει εξαγγελθεί και προωθείται.

Κι΄ όμως, εν μέσω κηδειών και μνημοσύνων της Ψυχικής Υγείας, κάποιοι κάνουν εγκαίνια. Βάζουν σε δοκιμή τα εργαλεία που αποτελούν ενσάρκωση των διαδικασιών (δομών, κουλτούρας και πρακτικών) του οριστικού θανάτου της δημόσιας ψυχικής υγείας. Γιατί, τι άλλο είναι το «Πολυδύναμο Κέντρο Ημέρας παροχής υπηρεσιών ψυχικής υγείας στην κοινότητα» ως ενίσχυση του ήδη υπάρχοντος από το 2005, «Κέντρου Ημέρας Μελισσίων» ;

Είναι η πρώτη εφαρμογή της, προ έτους, υπουργικής απόφασης Μπόλαρη, που προβλέπει ότι, σε κάθε ΤΟΨΥ (Τομέα Ψυχικής Υγείας), μπορεί να υπάρχει ένα Κέντρο Ψυχικής Υγείας (ΚΨΥ) ή ένα Κέντρο Ημέρας (ΚΗ), (όπως, επίσης, μια ψυχιατρική κλινική γενικού νοσοκομείου ή ένα Κέντρο Κρίσης) – εξισώνοντας το όλο (ΚΨΥ) με το μέρος (ΚΗ). Βάζοντας, δηλαδή, λειτουργίες ΚΨΥ σ΄ ένα ΚΗ, σε μια προσπάθεια παράκαμψης των διατάξεων του νόμου, ο οποίος επιτρέπει μόνο δημόσια ΚΨΥ – ενώ ΚΗ μπορούν να έχουν και οι ιδιώτες των ΜΚΟ. Μια διάταξη που στηριζόταν στην έκθεση της «Επιτροπής για την Αναθεώρηση του Ψυχαργώς», έτσι ώστε, μέχρι ν΄ αλλάξει ο νόμος, να μπορεί να ξεπερνιέται ο σκόπελος της υπάρχουσας ρύθμισης/απαγόρευσης (και να υποκαθίσταται, με το «έτσι θέλω», ο δημόσιος από τον ιδιωτικό τομέα).

Ετσι, τον Απρίλιο του 2012, εγκρίθηκε από την τότε κυβέρνηση ένα πρόγραμμα 400.000 ευρώ (ΕΠΑΨΥ), διετούς διάρκειας και με περιεχόμενο μια δήθεν «κοινοτική δραστηριότητα» που περιοριζόταν σε «συντονισμό υπηρεσιών και δράσεων», «αξιολόγηση», «καταγραφές αναγκών», «παρακολούθηση της λειτουργία των υπηρεσιών», «διασφάλιση της ποιότητας φροντίδας», «δράσεις για συνηγορία» κλπ. Τώρα, όμως, στα περιεχόμενα των δραστηριοτήτων έχουν προστεθεί «κατ΄ οίκον παρέμβαση σε οξέα περιστατικά – πρόληψη υποτροπών κλπ», «συνταγογράφηση φαρμάκων», «ψυχιατρική διάγνωση, αξιολόγηση και παρακολούθηση», «συμβουλευτική βραχεία ψυχοθεραπεία» κλπ. Λειτουργίες, δηλαδή, ενός ΚΨΥ. Είναι σαφές ότι η παρανομία που επιτελείται (αφού, πέραν όλων των άλλων, τα περιεχόμενα των δραστηριοτήτων που ανακοινώνονται τώρα, δεν περιέχονται στην απόφαση έγκρισης του προγράμματος που υπογράφει ο Γενικός Γραμματέας του ΥΚΚΑ) σκοπό έχει να δημιουργήσει ένα προηγούμενο και ν΄ ανοίξει το δρόμο στην ανάληψη, από τα ΚΗ των ΜΚΟ, των λειτουργιών των ΚΨΥ, που ποτέ δεν έγιναν στο δημόσιο τομέα (με τεράστιες ευθύνες, και εδώ, της ψυχιατρικής κοινότητας) και να δημιουργηθούν οι όροι, λίαν συντόμως, και για την σχετική νομοθετική ρύθμιση : την ολοσχερή ιδιωτικοποίηση της ψυχικής υγείας. Ετσι, με τις δήθεν «κοινοτικές υπηρεσίες» αυτών των ομοιωμάτων ΚΨΥ (θνησιγενών, για δύο χρόνια, και μετά τι;) στην κατεύθυνση της ιδιωτικοποίησης του όλου συστήματος (η απάντηση στο «μετά τι» – αρκεί να δει κανείς τον τρόπο υπολογισμού του κόστους των στεγαστικών δομών και των ΚΗΗΗ των ΜΚΟ που εξέδωσε το Υπουργείο για να καταλάβει τα ετοιμάζουν) θα έχουμε και την δημιουργία ενός άλλοθι για το fast track κλείσιμο των ψυχιατρείων : έχοντας φτιάξει μερικά ΚΗ τύπου Μελισσίων, θα τα χρησιμοποιούν ως απάντηση στις κριτικές ότι τα έκλεισαν χωρίς να φτιάξουν ολοκληρωμένες και εναλλακτικές προς αυτά κοινοτικές υπηρεσίες.

Ισως, παρ΄ όλα αυτά, το πιο σοβαρό πρόβλημα να είναι η ονομασία που δίδεται στο εγχείρημα αυτό της ιδιωτικοποίησης των ΚΨΥ. «Κέντρο Ημέρας “Franco Basaglia”», λέγεται. Πόσο εύκολα, ασυλλόγιστα και ναρκισσιστικά, ένα ριζικά ανατρεπτικό κίνημα, ενάντια στην υπάρχουσα τάξη πραγμάτων μετατρέπεται σ’ ένα «πουκάμισο αδειανό», στην υπηρεσία της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων…. Θα τρίζουν τα κόκκαλα του Basaglia…

Ανοικτή επιστολή στους γονείς των φοιτητών της Ξένιας Χρυσοχόου

Αθήνα 24 Ιουλίου 2011

Ανοικτή επιστολή στους γονείς των φοιτητών

Αγαπητοί γονείς, 

Ίσως σας φανεί παράξενο να λάβετε αυτή την επιστολή, καθώς δεν συνηθίζεται η επικοινωνία μεταξύ γονιών και καθηγητών στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Όμως εμείς που διδάσκουμε τα παιδιά σας στο πανεπιστήμιο δεν αγνοούμε πόσο αγωνιάτε για το μέλλον τους και πόσες θυσίες κάνατε και κάνετε για αυτό. Προσωπικά δεν ξεχνώ την αγωνία των δικών μου γονιών πριν καταφέρω να μπω στο πανεπιστήμιο, την οικονομική συνδρομή τους και την ηθική τους στήριξη σε όλη τη διάρκεια των μακροχρόνιων (προπτυχιακών και μεταπτυχιακών) σπουδών μου. Η Ελληνική οικογένεια επενδύει στη μόρφωση των παιδιών της και εμπιστεύεται το ελληνικό πανεπιστήμιο· άρα έχει δικαίωμα να ξέρει τι γίνεται σε αυτό. Γι αυτό λοιπόν αποφάσισα να σας γράψω.

Καταρχήν ας συστηθώ. Μετά τις προπτυχιακές σπουδές μου στο τμήμα Φιλοσοφίας Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, πήγα για μεταπτυχιακές και διδακτορικές σπουδές ψυχολογίας στη Γαλλία σε μια περίοδο που δεν ήταν δυνατό να κάνει κάποιος τέτοιες σπουδές στην Ελλάδα. Στη συνέχεια δούλεψα για επτά χρόνια στην Μεγ. Βρετανία ως διδακτικό και ερευνητικό προσωπικό (λέκτορας και επίκουρος) πριν έρθω στην Ελλάδα στο τέλος του 2003 ως αναπληρώτρια καθηγήτρια στο τμήμα ψυχολογίας του Παντείου και πέρσι κρίθηκα επιτυχώς για την θέση της καθηγήτριας. Από τη στιγμή που γύρισα στην Ελλάδα ζω μια συνεχή προσπάθεια “μεταρρύθμισης” του πανεπιστημίου που το οδηγεί από το κακό στο χειρότερο και έχω αγανακτήσει. Πριν μερικές μέρες κατατέθηκε ένα ακόμα νομοσχέδιο που, αν ψηφιστεί, θα σημάνει το τέλος των πανεπιστημιακών σπουδών στην Ελλάδα. Επιτρέψτε μου στη συνέχεια να σας πω γιατί.

Ας μιλήσουμε λίγο για το Πανεπιστήμιο που πολύ εύκολα απαξιώνεται στο λόγο πολιτικών και δημοσιογράφων. Ποια είναι η λειτουργία του; Το πανεπιστήμιο, σε αντιδιαστολή με το σχολείο, οφείλει να διδάσκει την γνώση που παράγει μέσω της έρευνας ή που παράγεται σε άλλα αντίστοιχα ιδρύματα με βάση τους κανόνες της επιστήμης. Η αποστολή του είναι διττή: μάθηση και έρευνα. Οφείλουμε να δίνουμε στους φοιτητές τα εργαλεία κατανόησης και παραγωγής της γνώσης. Οφείλουμε να τους κάνουμε να σκέφτονται, να κρίνουν τα αποτελέσματα ερευνών και να μπορούν να κάνουν έρευνα και οι ίδιοι. Για αυτό λεγόμαστε και μέλη ΔΕΠ (Διδακτικό και Ερευνητικό Προσωπικό). Μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι, με όλα τα προβλήματα, αυτή την κεντρική αποστολή την εκτελεί το Δημόσιο πανεπιστήμιο. Αρκεί να σκεφτείτε παραδείγματα αποφοίτων μας που συνεχίζουν σπουδές στο εξωτερικό και διαπρέπουν. Θα έχετε σίγουρα τέτοια παιδιά δίπλα σας. Είμαστε όλοι χαρούμενοι και περήφανοι που τα καταφέρνουν. 

Πολύ συχνά όμως ακούμε ότι το πανεπιστήμιο δίνει πτυχία “χωρίς αντίκρυσμα” και αυτός είναι ένας από τους λόγους που πρέπει να αναμορφωθεί. Ας σκεφτούμε όμως. Για χρόνια το πανεπιστήμιο στελεχώνει την Ελληνική κοινωνία με γιατρούς, δικηγόρους, μηχανικούς, υπαλλήλους κάθε λογής, δασκάλους, καθηγητές και τόσους άλλους. Έχουμε παράπονα από τις γνώσεις τους; Πολλοί από σας σπουδάσατε και οι ίδιοι. Δεν είστε καλοί επαγγελματίες; Είναι γεγονός ότι όλο και περισσότεροι πτυχιούχοι είναι άνεργοι. Φταίνε όμως για αυτό τα πτυχία; Μας λένε ότι τα πτυχία δεν είναι συνδεδεμένα με τις ανάγκες της αγοράς. Δεν είναι αυτός ο στόχος της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης. Τα πτυχία πρέπει να συνδέονται με τις επιταγές της επιστήμης και όχι της αγοράς. Δεν είναι το πανεπιστήμιο που παράγει την ανεργία. Άλλωστε σήμερα, που η χώρα μας “έπιασε πάτο” και άγεται και φέρεται από τις αγορές και τα κερδοσκοπικά παιχνίδια τους, είναι τουλάχιστον ανήθικο να θέλουν η παιδεία να ακολουθήσει τις επιταγές της αγοράς. Αυτό είναι το διακύβευμα: να πουλήσουμε και εκείνο το χώρο που στοχεύει να καλλιεργήσει νέους επιστήμονες, καλούς επαγγελματίες και αξιοπρεπείς και ελεύθερους πολίτες.

Στόχος των “μεταρρυθμίσεων” είναι να μειώσουν τον αριθμό των ανθρώπων που έχουν πρόσβαση στα πανεπιστήμια, να μεταφέρουν το κόστος των σπουδών στον φοιτητή και την οικογένειά του και να αποδεσμεύσουν το κράτος από τη χρηματοδότηση της ανώτατης εκπαίδευσης και την υποχρέωση να βρίσκει επαγγελματικές λύσεις για τους νέους πτυχιούχους. Η πολιτική αυτή είναι καταστροφική για τα νέα παιδιά αλλά και για τον τόπο συνολικά. Ας δούμε γιατί.
Όταν η υπουργός Παιδείας ανακοίνωσε τις “μεταρρυθμιστικές” της προθέσεις δήλωσε ότι το “πανεπιστήμιο της μεταπολίτευσης έχει οριστικά τελειώσει”. Για να καταλάβουμε το νόημα αυτής της δήλωσης πρέπει να σκεφτούμε τι έκανε το πανεπιστήμιο της μεταπολίτευσης για την Ελληνική κοινωνία. Δύο πράγματα έρχονται στο νου: εκδημοκράτισε τους θεσμούς στο πανεπιστήμιο και επέτρεψε την πρόσβαση σε αυτό σε μεγαλύτερα στρώματα της Ελληνικής κοινωνίας. Δεν υπάρχουν δίδακτρα ή εξέταστρα, τα εργαλεία (βλ. Βιβλία) δίνονται δωρεάν, το πανεπιστήμιο διοικείται με την συμμετοχή όλων, νέοι προερχόμενοι από λαϊκά στρώματα έχουν τη δυνατότητα μεγαλύτερης πρόσβασης σε αυτό. Είναι γεγονός ότι το πανεπιστήμιο της μεταπολίτευσης βοήθησε στην κινητικότητα της ελληνικής κοινωνίας και πολλοί επωφελήθηκαν από αυτό και βελτίωσαν τις συνθήκες της επαγγελματικής τους ζωής. Αυτά ακριβώς τα στοιχεία θα αλλάξουν με το νέο νομοσχέδιο. 

Ένα κεντρικό αίτημα της ελληνικής κοινωνίας είναι να μπορέσουν τα παιδιά της να σπουδάσουν και να έχουν πρόσβαση σε ανώτατα επίπεδα γνώσης. Το γεγονός ότι οι πολλοί έχουν πρόσβαση στη γνώση ενοχλεί. Οι εισαγωγικές εξετάσεις έρχονται να ρυθμίσουν τυπικά την πρόσβαση και να κατηγοριοποιήσουν τους υποψηφίους με βάση την επίδοσή τους σε μια εξέταση σε γνωστικά αντικείμενα και σχολές. Αυτή η κατάταξη των υποψηφίων “αξιολογεί” και τις σχολές όχι όμως με βάσει την επιστημονική τους συμβολή αλλά τη ζήτηση των υποψηφίων· στις πιο περιζήτητες σχολές (βλ αστυνομικές ή παιδαγωγικά τμήματα) αυξάνονται οι βάσεις τα τελευταία χρόνια. Όμως οι κυβερνήσεις ανταποκρινόμενες αφενός στο αίτημα για πρόσβαση στα πανεπιστήμια αλλά και αφετέρου στο αίτημα των τοπικών κοινωνιών για περιφερειακή ανάπτυξη ιδρύουν τμήματα και πανεπιστήμια χωρίς καμιά εκπαιδευτική και ερευνητική στρατηγική και έτσι ο αριθμός των εισακτέων αυξάνεται. Οι πτυχιούχοι ζητούν κατοχύρωση των επαγγελματικών τους δικαιωμάτων και πρόσβαση στην εργασία. Επειδή η αγορά εργασίας δεν θέλει/μπορεί να τους απορροφήσει τίθενται άλλα κριτήρια και τα πτυχία απαξιώνονται. Για παράδειγμα το πτυχίο φιλολόγου, μαθηματικού ή χημικού δεν κρίνεται επαρκές για να γίνει κανείς καθηγητής σε σχολείο και πρέπει ο πτυχιούχος να “αξιολογηθεί” ξανά μέσα από το διαγωνισμό του ΑΣΕΠ. Μας λένε λοιπόν ότι έτσι οι καλύτεροι θα διδάσκουν στα σχολεία. Σίγουρα στα σχολεία διδάσκουν ικανοί άνθρωποι. Αλλά δεν είναι ικανοί αυτοί που δεν έδωσαν στον ΑΣΕΠ και που εσείς τους εμπιστεύεστε τα παιδιά σας στα φροντιστήρια; Ίσως ορισμένοι από σας να απαξιώνετε τον καθηγητή του σχολείου και θεωρείτε καλύτερο το καθηγητή του φροντιστηρίου. Και οι δύο είναι πτυχιούχοι του ίδιου πανεπιστημίου: απλά ο ένας κατάφερε να αποκομίσει μια σταθερή εργασία μετά από ένα διαγωνισμό με κλειστό αριθμό θέσεων, ενώ ο άλλος συνεχίζει μια επισφαλή εργασία συχνά χωρίς ασφάλιση. Οι θέσεις στην αγορά είναι λίγες και άρα η ανοιχτή πρόσβαση σε επαγγελματική κινητικότητα είναι μια απάτη. Η κοινωνία μας αντί να προσπαθήσει να αυξήσει τις θέσεις εργασίας επιθυμεί να μειώσει τον αριθμό εκείνων που μπορούν να τις διεκδικήσουν. Ο νέος νόμος θα κάνει τα πράγματα χειρότερα σε αυτό το επίπεδο. 

Με το νέο σχέδιο νόμου παροτρύνεται η πανεπιστημιακή κοινότητα να θεσπίσει σπουδές διαφορετικών κύκλων. Προτείνεται να γίνουν οι προπτυχιακές σπουδές τριετούς διάρκειας και στη συνέχεια να ακολουθεί διετής μεταπτυχιακός κύκλος. Δεν νοείται επιστημονική εκπαίδευση τριετούς διάρκειας και μάλιστα όταν το πρώτο έτος θα είναι εισαγωγικό σε πολλά επιστημονικά πεδία. Άρα μιλάμε για μια απλή κατάρτιση που δεν θα οδηγεί σε επαγγελματικά δικαιώματα. Αυτά θα δίνονται με την συμπλήρωση του μεταπτυχιακού κύκλου (τετραετείς ή πενταετείς σπουδές). Όμως στα μεταπτυχιακά θα υπάρχει πολύ περιορισμένη πρόσβαση και επιπλέον θα υπάρχουν δίδακτρα. Το άρθρο 16 του συντάγματος που με πολύ αγώνα κατάφερε το πανεκπαιδευτικό κίνημα, και με τη συμπαράσταση της κοινωνίας, να μην αναθεωρηθεί, κατοχυρώνει ότι οι προπτυχιακές σπουδές είναι δωρεάν. Μέχρι μια πιθανή μελλοντική αναθεώρησή του οι προτεινόμενες 3τεις σπουδές θα είναι δωρεάν αλλά δεν θα αξίζουν τίποτα επαγγελματικά και μόνο όσοι έχουν την οικονομική δυνατότητα θα ολοκληρώνουν αυτό που μέχρι σήμερα ονομάζουμε πτυχίο. Έτσι επιτυγχάνεται ο στόχος της μείωσης εκείνων που θα μπορούν να διεκδικήσουν εργασία με βάση επιστημονική μόρφωση. 

Η κυβέρνηση για να απαντήσει στην κριτική ότι οι φτωχότεροι δεν θα μπορούν να σπουδάσουν μιλά στο νομοσχέδιο για φοιτητικά δάνεια και υποτροφίες. Δηλαδή ο φοιτητής θα δανείζεται για να σπουδάσει και όταν βρει δουλειά θα αποπληρώνει. Αυτό δεν είναι δωρεάν παιδεία. Αυτό είναι δώρο στις τράπεζες και δια βίου υποδούλωση των νέων εργαζόμενων επιστημόνων. Ο νέος που χρωστά τις σπουδές του θα αναγκαστεί να κάνει οτιδήποτε για να αποπληρώσει (βλ. στις ΗΠΑ που κατατάσσονται έμμισθοι φαντάροι για να πληρώσουν τις σπουδές τους), θα αποδεχτεί χωρίς καμιά διεκδίκηση οποιοδήποτε όρο εργασίας και καταχρεωμένος δεν θα μπορεί να ξεκινήσει την ενήλικη ζωή του, να φτιάξει οικογένεια κλπ. Όσο για τις υποτροφίες τα πανεπιστήμια δεν έχουν τη δυνατότητα από την κρατική επιχορήγηση να βοηθούν τους φοιτητές και άρα θα πρέπει να αναζητήσουν χορηγίες. Όταν όμως ο μεταπτυχιακός φοιτητής ή ο υποψήφιος διδάκτορας στο τμήμα Επικοινωνίας θα επιχορηγείται από το τάδε εκδοτικό συγκρότημα δεν υπάρχει κίνδυνος χειραγώγησης της έρευνας; Όταν μια τράπεζα χρηματοδοτεί κάποιον στις οικονομικές επιστήμες δεν εγείρονται υπόνοιες διαπλοκής;

Εδώ βρίσκεται ένα επιπλέον πρόβλημα που φέρνει το νέο νομοσχέδιο: την κατάργηση της ακαδημαϊκής ελευθερίας. Οι καθηγητές στο πανεπιστήμιο είμαστε, με βάση το άρθρο 16 του συντάγματος, δημόσιοι λειτουργοί και πληρωνόμαστε από το κράτος. Από αυτή μας την ιδιότητα απορρέει η ακαδημαϊκή ελευθερία στη διδασκαλία και την έρευνα. Δεν είμαστε υπάλληλοι μιας εταιρείας, δεν εξαρτώμεθα οικονομικά από κάποιον αλλά με βάση την επιστημονική δεοντολογία και το δημόσιο συμφέρον οφείλουμε να ερευνούμε και να διδάσκουμε. Αυτό θα αλλάξει. Ναι μεν το άρθρο 16 προστατεύει για την ώρα την ιδιότητά μας αλλά οι μισθοί μας και το εύρος τους θα καθορίζονται ανά πανεπιστήμιο μέσα από τον οργανισμό του, με βάση τις “επιδόσεις” μας αλλά και τον πλούτο του πανεπιστημίου που ανήκουμε. Με το πρόσχημα της αυτοτέλειας των πανεπιστημίων, το υπουργείο μεταφέρει την συνταγματική του υποχρέωση για χρηματοδότηση στα πανεπιστήμια. Πολλά ερωτήματα προκύπτουν. Που θα βρουν καταρχήν τα λεφτά τα πανεπιστήμια; Ένα μέρος θα προέρχεται από την κρατική χρηματοδότηση, ένα μέρος από τα δίδακτρα (ποιος θα επιθυμεί να διδάσκει στα προπτυχιακά;), ένα μέρος από χορηγίες (βλ. θέματα διαπλοκής) και ένα μέρος από την “αξιοποίηση” της περιουσίας των πανεπιστημίων. Το νομοσχέδιο συγκροτεί μάλιστα μέσα στα πανεπιστήμια Ανώνυμες Εταιρείες για το σκοπό αυτό! Τα πανεπιστήμια θα λειτουργούν με ιδιωτικά κριτήρια και θα πουλούν υπηρεσίες εκπαίδευσης! Η ακαδημαϊκή ελευθερία θα αποτελεί παρελθόν γιατί για να επιβιώσει ο πανεπιστημιακός θα πρέπει να ακολουθεί πεδία που θα μπορούν να προσελκύσουν χορηγίες. Αναρωτιέμαι αν σε λίγο σε αυτόν τον τόπο που επαίρεται ότι την γέννησε θα διδάσκεται ακόμα η φιλοσοφία… Επίσης αν οι μισθοί και τα κριτήρια επιλογής καθηγητών καθορίζονται ανά πανεπιστήμιο ποιος θα κρίνει τι μισθό θα πάρει ο καθένας; Μήπως οι “δικοί μας άνθρωποι” θα πληρώνονται καλύτερα;

Επιπλέον, το νομοσχέδιο αλλάζει ριζικά τον τρόπο διοίκησης των πανεπιστημίων. Τα συλλογικά όργανα όπως οι σύγκλητοι θα έχουν μόνο συμβουλευτικό χαρακτήρα ακόμα και σε θέματα συγχώνευσης ή κατάργησης τμημάτων. Όλες τις αποφάσεις θα τις παίρνει ένα ολιγομελές συμβούλιο διοίκησης που θα εκλέγεται, κατά ένα μέρος του από τις ανώτερες βαθμίδες, χωρίς τη συμμετοχή των εργαζόμενων και των φοιτητών. Η μείωση της συμμετοχής της πανεπιστημιακής κοινότητας δεν πρόκειται να μειώσει και τα φαινόμενα διαπλοκής αλλά να τα αυξήσει. Από ποιον θα ελέγχεται και με τι κριτήρια το συμβούλιο; Πως θα αποφασίζεται η στρατηγική και οι στόχοι ενός ιδρύματος; Όπου συγκεντρώνεται εξουσία σε λίγους ευδοκιμεί η διαπλοκή και η διαφθορά. Οι πρυτάνεις αντιδρούν σε αυτό το σημείο, και είναι προς τιμή τους γιατί πολλοί από αυτούς θα μπορούσαν να γίνουν μέλη αυτού του συμβουλίου όπως προβλέπουν και οι μεταβατικές διατάξεις. Καταλαβαίνουν όμως ότι καταργείται η ακαδημαϊκότητα που βασίζεται στη δημοκρατική διοίκηση καθώς και το ότι το πανεπιστήμιο χάνει όχι μόνο τον δωρεάν αλλά και το δημόσιο χαρακτήρα του. 

Θα μου πείτε ότι όλα είναι τέλεια σήμερα στο πανεπιστήμιο και πρέπει να τα υπερασπισθούμε; Δεν υπάρχουν φαινόμενα ιδιωτικοποίησης και διαπλοκής; Όλοι οι καθηγητές είναι εντάξει στις υποχρεώσεις τους; Θα συμφωνήσω μαζί σας ότι τέτοια φαινόμενα υπάρχουν και ο καθένας μας μπορεί να φέρει παραδείγματα. Δεν υποστηρίζω τις στρεβλώσεις της υπάρχουσας κατάστασης. Όμως θα σας προτρέψω να σκεφτείτε αν στους δικούς σας χώρους δουλειάς είναι όλοι εντάξει, αν κάποιοι δεν χρησιμοποιούν το σύστημα για δικό τους όφελος. Δεν υπάρχουν άλλοι χώροι που το ίδιο το κράτος επωφελείται από τους θεσμούς και δημιουργεί πελατειακές σχέσεις; Τα φαινόμενα αυτά μας φαίνονται ιδιαίτερα απαράδεκτα για το πανεπιστήμιο γιατί ακριβώς είναι ένας χώρος που πρέπει να διέπεται από ελευθερία και δημοκρατία. Είμαστε πολλοί που και τα καταγγέλλουμε και τα καταδικάζουμε. Αυτό που φταίει δεν είναι το θεσμικό πλαίσιο αλλά ο τρόπος χρήσης του. Οι κυβερνώντες είναι οι τελευταίοι που δικαιούνται να ομιλούν καθώς εκείνοι διέφθειραν τις κομματικές νεολαίες τους για να ελέγχουν τις πρυτανικές και άλλες εκλογές. Αυτά θα πρέπει να αλλάξουν και θα αλλάξουν αν εξακολουθήσει να υπάρχει το δημόσιο και δημοκρατικό πλαίσιο που καθόριζε το πανεπιστήμιο. Το σημερινό σχέδιο νόμου μετατρέπει τα πανεπιστήμια σε αυταρχικά κολέγια.

Θα μπορούσαμε να πούμε και άλλα για το νομοσχέδιο: για την επισφαλή εργασία που επιφυλάσσει σε νέους επιστήμονες που θα ήθελαν να το στελεχώσουν (κατάργηση της βαθμίδας του λέκτορα και αντικατάσταση της με συμβασιούχους) , για τον ραγιαδισμό που το διέπει ( ξένοι καθηγητές μπορούν να έρθουν να διδάξουν και ενώ θα διατηρούν το μισθό και τη θέση τους θα πληρώνονται από το ελληνικό κράτος ενώ εμείς δεν θα μπορούμε να κάνουμε το ίδιο· δηλαδή αν έμενα στην Αγγλία θα ήμουν πιο άξια επιστήμονας απ΄ ότι είμαι τώρα;), για την απαξίωση των προσπαθειών των παιδιών (θα χάνουν την φοιτητική τους ιδιότητα αν καθυστερούν στις σπουδές τους). Δεν θέλω όμως να σας κουράσω άλλο.

Ζούμε μια δύσκολη περίοδο στην Ελλάδα και πολλοί βρίσκονται σε ιδιαίτερα δυσμενή θέση. Σκέφτομαι τα νέα παιδιά που σιγά σιγά θα φεύγουν έξω. Θα μορφώνουμε ανθρώπους που θα γίνονται παραγωγικοί σε άλλες κοινωνίες. Πώς να τους πεις όμως να μην φύγουν; Όπως μπορεί να φύγουν και πολλοί από τους 800 άξιους νέους επιστήμονες που ενώ έχουν εκλεγεί στα πανεπιστήμια με βάση τις προγραμματικές συμβάσεις και προκηρύξεις του Υπουργείου, εδώ και 2 χρόνια περιμένουν να διοριστούν. Και εγώ η ίδια σκέφτηκα να φύγω στο εξωτερικό όταν ανακοινώθηκαν τα μέτρα για το πανεπιστήμιο. Η πρώτη μου σκέψη ήταν γιατί να μείνω σε ένα θεσμό που δεν με βοηθά να παράγω, που με απαξιώνει και με ένα μισθό που συνεχώς μειώνεται; Όμως μορφώθηκα στο δημόσιο και δωρεάν πανεπιστήμιο και του χρωστάω. Είναι μια μάχη που αξίζει να τη δώσει κανείς. Άλλωστε γιατί να με διώξουν από τον τόπο μου; Ας φύγουν εκείνοι.

Είναι πιθανό όταν διαβάζετε αυτές τις γραμμές ο νόμος να ψηφίζεται. Η κυβέρνηση θα τον ψηφίσει με την ίδια αυταρχικότητα που ψήφισε το μεσοπρόθεσμο με ισχνή πλειοψηφία και με τον κόσμο να διαδηλώνει στο σύνταγμα και στις πλατείες. Θα ψηφίσει το νόμο για τα πανεπιστήμια ενάντια στις απόψεις των πρυτάνεων, των συλλόγων μελών ΔΕΠ, των εργαζόμενων στα πανεπιστήμια, των φοιτητών. Δεν μπορούμε να έχουμε εμπιστοσύνη σε μια κυβέρνηση που εκλέχθηκε με άλλο πρόγραμμα από αυτό που εφαρμόζει, που διαπραγματεύεται με μια κοινωνική ομάδα και αφότου βρεθεί κοινός τόπος μετά αλλάζει τους όρους, που μας υπόσχεται διάλογο και καταθέτει το νομοσχέδιο μέσα στο καλοκαίρι. Αν θέλησα να σας γράψω δεν είναι γιατί πιστεύω ότι μπορούμε μέσα στον Αύγουστο να εμποδίσουμε την ψήφισή του. Πιστεύω όμως ότι τα νέα παιδιά θα αντιδράσουν στην συρρίκνωση του μέλλοντός τους. Πολλοί πανεπιστημιακοί θα σταθούμε δίπλα τους και θα θελα να ακούσετε και μια άλλη φωνή από αυτή που προωθούν τα ΜΜΕ και να τους στηρίξετε, εσείς οι γονείς τους. Επίσης φοβάμαι ότι το φθινόπωρο θα γίνουν προσπάθειες αναθεώρησης του άρθρου 16 που θέτει κάποια όρια στην κατάργηση του δημόσιου χαρακτήρα του πανεπιστημίου. Ελπίζω η επιστολή μου να σας έδωσε κάποια επιχειρήματα σχετικά με το γιατί αυτή η αναθεώρηση δεν πρέπει να γίνει. Οι καιροί μας καλούν όλους να υπερασπισθούμε πολλαπλώς το σύνταγμα. Θα θελα να πιστεύω ότι θα το κάνουμε.

Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας και ζητώ συγγνώμη για τη μακροσκελή επιστολή μου

Με τιμή

Ξένια Χρυσοχόου
Καθηγήτρια, Πάντειο Πανεπιστήμιο
chryssochoou@eekpsy.gr

Νέα Συγκέντρωση: Οικονομική Κρίση & Ψυχιατρική 30/3

<!– @page { margin: 2cm } P { margin-bottom: 0.21cm } –>

Οικονομική κρίση και Ψυχιατρική

Η κόλαση των ζωντανών δεν είναι κάτι που αφορά το μέλλον. Αν υπάρχει μια κόλαση είναι αυτή που υπάρχει ήδη εδώ, η κόλαση που κατοικούμε καθημερινά, που διαμορφώνουμε με τη συμβίωσή μας. Δυο τρόποι υπάρχουν για να μην υποφέρουμε. Ο πρώτος είναι για πολλούς εύκολος: να αποδεχθούν την κόλαση και να γίνουν τμήμα της μέχρι να μην βλέπουν πια. Ο δεύτερος είναι επικίνδυνος και απαιτεί συνεχή προσοχή και διάθεση για μάθηση: να προσπαθήσουμε να μάθουμε και να αναγνωρίσουμε ποιος και τι, μέσα στην κόλαση, δεν είναι κόλαση, και να του δώσουμε διάρκεια, να του δώσουμε χώρο” (Ίταλο Καλβίνο, Αόρατες Πόλεις)

Μια συζήτηση για την ψυχιατρική στον καιρό της κρίσης… Με θεματολογία που όσο και να αφορούσε το σήμερα και τις υπάρχουσες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες, μοιραία στράφηκε στο χθες, στην ιστορική εξέλιξη της αποτυχίας αυτού που ονομάστηκε ψυχιατρική μεταρρύθμιση, στις ιστορίες των ανθρώπων που ήταν άμεσα συνδεδεμένες με την αποτυχία αυτή. Άτομα με ψυχιατρική εμπειρία και οι συλλογικότητες τους, λειτουργοί ψυχικής υγείας στον δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα, άνθρωποι που οργίζονται ή ανησυχούν για την προοδευτική απαξίωση των παρεχόμενων υπηρεσιών ψυχικής υγείας και όχι μόνο, συγκεντρώθηκαν στις 28 Φεβρουαρίου στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων. Οι θέσεις, τα βιώματα, οι προτάσεις που ξετυλίχθηκαν ανέδειξαν τον προβληματισμό, την αγωνία και την αγανάκτηση ανθρώπων που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο συνάντησαν τους ψυχιατρικούς θεσμούς ή έμαθαν για αυτούς μέσα από τις αφηγήσεις άλλων. Γιατί από την χρεωκοπημένη, κυριολεκτικά και μεταφορικά, ιστορία του ‘Ψυχαργώς’ έως την ιστορία της βίας και του εγκλεισμού στο ψυχιατρείο η απόσταση δεν είναι μεγάλη. Σε έναν κόσμο που κυριαρχείται όλο και πιο πολύ από τις επιταγές τις κανονικότητας, με ένα κράτος διεφθαρμένο που αβαντάρει τον κάθε τυχοδιώκτη έμπορο της ψυχικής υγείας και έναν ψυχιατρικό θεσμό ποτέ δεν υπήρξε ποτέ φορέας εναλλακτικών θέσεων και προτάσεων (τουλάχιστον στην Ελλάδα) η αποασυλοποίηση κατάντησε κενό γράμμα και η εξαγγελίες περί μεταρρύθμισης μια φάρσα. Η κόλαση της Λέρου είναι ακόμα εδώ. Όχι μόνο για τα παιδιά στο ΚΕΠΕΠ Λεχαινών αλλά και για νοσηλευόμενους σε ψυχιατρεία και σε κλινικές γενικών νοσοκομείων, για ενοίκους δομών ψυχοκοινωνικής «αποκατάστασης», για ανθρώπους που η διάγνωση συνοδεύεται από πολλά φάρμακα

Και φυσικά σε μία κουβέντα δεν είναι δυνατόν καλυφτεί όλο το φάσμα των προβλημάτων και των προβληματισμών. Για το λόγο αυτό και συμφωνήθηκε νέα συνάντηση προκειμένου να συνεχιστεί ο διάλογος που ξεκίνησε και να καταγραφούν πιο συγκεκριμένες προτάσεις. Οι δύο βασικοί άξονες που ανεδείχθησαν στην κουβέντα ήταν:

Ψυχιατρική καταστολή και καταπάτηση δικαιωμάτων

Πολιτικές στο χώρο της ψυχικής υγείας

Σε κάθε περίπτωση, όπως αναφέρεται και στο αρχικό κάλεσμα, στόχος είναι μέσα από ποικίλες συναντήσεις, συζητήσεις, ανταλλαγές, να διαμορφωθεί ένα κίνημα για την ψυχική υγεία. Η ανάγκη μας παραμένει να συναντηθούμε να δώσουμε στις ιδέες μας και στη δράση μας χώρο και να αποκτήσουμε διάρκεια.

Για να μιλήσουμε για την κόλαση, για να δούμε τις εναλλακτικές μας απαντήσεις, για να αναζητήσουμε κοινούς δρόμους αντιμετώπισης…

 

Τετάρτη, 30 Μαρτίου 2011, ώρα 18.00

στο

Παγκόσμιο Πολιτιστικό Ιδρυμα Ελληνισμού της Διασποράς

Δεκελείας 122 & Ατταλείας

Νέα Φιλαδέλφεια

 

Πανελλαδική Συσπείρωση για την Ψυχιατρική Μεταρρύθμιση, Ομάδα Αυτοβοήθειας Αθήνας, Ομάδα Αυτοεκπροσώπησης μελών ΚΨΥ Αγίων Αναργύρων, Δίκτυο ανθρώπων που ακούνε φωνές (Hearing Voices Network), Επιτροπή ‘χρηστών’, πρώην ‘χρηστών’ και επιζώντων της Ψυχιατρικής, ΚΟΙΣΠΕ Χανίων, Ομάδα Προαγωγής Αυτοβοήθειας ΚΨΥ Χανίων

 

 

 

 

‘ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ’ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΗ ΜΟΝΟ ΠΑΝΩ ΣΤΑ ΣΥΝΤΡΙΜΜΙΑ ΤΟΥ ΜΝΗΜΟΝΙΟΥ ΕΕ/ΔΝΤ

 

ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΗ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΗ

ΓΙΑ ΤΗΝ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ  

‘ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ’ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΗ ΜΟΝΟ ΠΑΝΩ ΣΤΑ ΣΥΝΤΡΙΜΜΙΑ ΤΟΥ ΜΝΗΜΟΝΙΟΥ ΕΕ/ΔΝΤ 

Πριν  μερικές μέρες, στο τέλος μιας ανοιχτής εφημερίας, το ΨΝΑ (Δαφνί) είχε, στα (συνολικής δυναμικότητας 225 κλινών) τμήματα εισαγωγών, 304 νοσηλευόμενους, δηλαδή, περίπου 80 ράντζα. Στις ανοιχτές εφημερίες, πριν και μετά, ο αριθμός είναι λίγο μικρότερος, αλλά πάντα πάνω από την υπέρβαση του 30% των κλινών, βάσει της οποίας υπάρχει κανονισμός να «κλείνει» η εφημερία. Αλλά, αν «κλείσει» και το Δαφνί, η έσχατη των ψυχιατρικών «αποθηκών» της χώρας, τι απομένει;

Καταλαβαίνει  εύκολα κανείς το είδος της διαχειριστικής/διεκπεραιωτικής  βιασ-ύνης να γίνονται εξιτήρια, ώστε να υπάρχει χώρος στην επόμενη εφημερία, όχι για κρεβάτι, αλλά, έστω, για ένα ράντζο.

Ταυτόχρονα, το ενδιαφέρον των διοικούντων, σε εφαρμογή της κεντρικής πολιτικής, επικεντρώνεται αποκλειστικά στις ‘οικονομίες’, στις περικοπές, στις συγχωνεύσεις/καταργήσεις  ξενώνων και οικοτροφείων και  ψυχιατρικών τμημάτων. Καθώς υπολογίζεται ότι θα συνταξιοδοτηθούν φέτος, χωρίς ν΄ αντικατασταθούν, περί τους 120 νοσηλευτές/τριες, έχουν ήδη μπει σε κίνηση διαδικασίες διοικητικών μετακινήσεων, τόσο στις στεγαστικές δομές όσο και στα τμήματα εισαγωγών, σε μια λογική ‘ισομοιράσματος’ του εναπομείναντος νοσηλευτικού προσωπικού – λογική που έχει ως αποτέλεσμα τη διάλυση των θεραπευτικών ομάδων, προκειμένου να υπάρξει ο ελάχιστος αριθμός προσωπικού σε άλλες δομές για τη στοιχειώδη λειτουργία τους…

Αντίστοιχα, στο γειτονικό Δρομοκαίτειο, η  Διοίκηση του ‘κληροδοτήματος’ ξεκίνησε τις περικοπές από τις αμοιβές των ‘ασθενών’ που εργάζονται στα κυλικεία (δείχνοντας, για μιαν ακόμη φορά, το παροιμιώδες ιδρυματικό και απάνθρωπο ‘πρόσωπό’ της) και προχώρησε, αφήνοντας αχαλίνωτο τον εγγενή αυταρχισμό της, στην πειθαρχική και ποινική δίωξη δύο ψυχολόγων που υπερασπίστηκαν τα δικαιώματα των ασθενών. Στο κείμενο που δημοσίευσαν και για το οποίο διώκονται, αποκαλύπτουν, μεταξύ άλλων, ότι υπάρχουν αποφάσεις του ΔΣ του Δρομοκαιτείου που προβλέπουν το ξαναγέμισμα των τμημάτων χρόνιας παραμονής, αρχίζοντας από δύο πανάθλια και ετοιμόρροπα κτίρια – δίνοντας, έτσι, το σύνθημα και εγκαινιάζοντας επίσημα και ανενδοίαστα την επιστροφή  στην κατάσταση της προ της κακέκτυπης ‘ψυχιατρικής μεταρρύθμισης’ περιόδου – από την οποία, άλλωστε, ποτέ η Διοίκηση του ‘κληροδοτήματος’ δεν άφησε το Δρομοκαίτειο να μετακινηθεί.

Κάτι  παρόμοιο ακούστηκε και από τα Χανιά, ως ‘υπαινιγμός’, όταν με αφορμή την πρόσφατη πυρκαγιά στην ψυχιατρική κλινική του νοσοκομείου Χανίων, ο Διοικητής έσπευσε να δηλώσει ‘πόσο λάθος και βιαστική’ ήταν η μεταφορά της ψυχιατρικής κλινικής από το Ψυχιατρείο στο εν λόγω κτίριο.

Το καινούργιο, στην περίοδο που διανύουμε, δεν  είναι πια το τέλμα, στο οποίο είχε βυθιστεί τα τελευταία χρόνια το στρεβλό κατασκεύασμα μιας κατ΄ ευφημισμόν  ‘ψυχιατρικής μεταρρύθμισης’. Το καινούργιο είναι η έναρξη της κατεδάφισης του όλου συστήματος – όχι πια η συντήρηση του εξωραϊσμένου νεο-ιδρυματισμού της προηγούμενης περιόδου αλλά, κυριολεκτικά, ηκατεδάφιση.

Εξ ΄ου  και η τραγική φάρσα που παίζεται, εδώ και ένα χρόνο, από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου, τη μια να γεμίζουν, επί χάρτου, τη χώρα με Κέντρα Ψυχικής Υγείας και την άλλη νασαμποτάρουν ακόμα και την λειτουργία των ήδη (ελάχιστων) υπαρχόντων, την ίδια στιγμή που δεν είναι σε θέση ν΄ απορροφήσουν πόρους ούτε καν από τα προσωρινής χρήσης και εμβέλειας πακέτα του ΕΣΠΑ.

Προφανώς  δεν μπορεί να υπάρξει η όποια  ‘πολιτική ψυχικής υγείας’ από  μια εξουσία 

της οποίας η πολιτική, πλέον, συγκροτείται ως κατεδάφιση του συστήματος των υπηρεσιών. Ηδη, εντεταλμένοι ‘κατεδαφιστές’ σε διάφορα κλιμάκια της ιεραρχίας του Υπουργείου και στις ΥΠΕ (ιδιαίτερα στη 2η) έχουν αναλάβει έργο, προωθώντας την ‘ολομέτωπη αντιμεταρρύθμιση’, που είχε σχεδιάσει, αλλά δεν είχε προλάβει να εφαρμόσει, η προηγούμενη κυβέρνηση, σε πολύ μεγαλύτερη, όμως, κλίμακα.

Αλλωστε, τι άλλο μπορεί να σημαίνει, για την  Υγεία γενικά και για την Ψυχική Υγεία ειδικότερα, η προετοιμαζόμενη  διάλυση του ΕΣΥ στο ΙΚΑ και του ΙΚΑ στο ΕΣΥ, εκτός, μεταξύ άλλων, από την οριστική απεμπόληση της όποιας προοπτικής για δημιουργία μιας ολοκληρωμένης κοινοτικής φροντίδας, μέσω της αναγωγής της φροντίδας αυτής στην διεκπεραιωτική συνταγογράφηση ενός υπερφορτωμένου ψυχιάτρου, κάπου σε μια γωνία ενός κατ΄ όνομα ‘Κέντρου Υγείας’;

Πριν  αρχίσουμε να σκεφτόμαστε ‘τι να κάνουμε’ πρέπει πρώτα να αποκτήσουμε πραγματική επίγνωση του πού βρισκόμαστε : ‘μνημόνιο’ και τρόϊκα, ΕΕ και ΔΝΤ, είναι πράγματα ασυμβίβασταμε την ψυχική υγεία. Όχι μόνο γιατί οι πολιτικές τους την καταρρακώνουν, γιατί παράγουν οδύνη και αρρώστια, αλλά και γιατί ένα σύστημα υπηρεσιών ψυχικής υγείας που να είναι πραγματικά θεραπευτικό, να σέβεται το λόγο, τα δικαιώματα και την αξιοπρέπεια του ψυχικά πάσχοντος υποκειμένου, είναι δυνατό μόνο πάνω στα συντρίμμια του ‘μνημονίου’.

Γνωρίζουμε ότι η κατεστημένη, ιδρυματική, νοσοκομειοκεντρική ψυχιατρική, στο βαθμό που δεν αμφισβητεί την κοινωνική εντολή που υπηρετεί για διατήρηση της ‘δημόσιας τάξης’, λειτουργεί (πέρα από τις όποιες προθέσεις) διατηρώντας και αναπαράγοντας τους ψυχικά πάσχοντες ως μια ομάδα πραγμοποιημένη, ταυτισμένη με την όποια ψυχοπαθολογία, ακυρωμένη και ελεγχόμενη μέσω της εναλλαγής εγκλεισμού και εγκατάλειψης/αποκλεισμού.

Καθώς, λοιπόν, η δημιουργία ολοκληρωμένων  κοινοτικών υπηρεσιών εναλλακτικών στον εγκλεισμό φαίνεται να τίθεται, από την υπάρχουσα συγκυρία, ακόμα και εκτός συζήτησης, ως ένας ιδεασμός γραφικών ονειροπόλων που δεν έχει καμιά σχέση με τον ‘κόσμο τούτο’, η καταφυγή στις νεο-ιδρυματικές διευθετήσεις της ‘φιλοξενίας’ σε στεγαστική δομή (ξενώνα, οικοτροφείο), που είχε αρχίσει ν΄ αποτελεί, για την κατεστημένη ψυχιατρική πρακτική, την μετεξέλιξη της τοποθέτησης στις πτέρυγες των χρονίων, φαίνεται ότι, μετά από ένα βραχύ βίο, φτάνει και αυτή στο τέλος της. Πολύ ακριβή για ένα κράτος που κατεδαφίζει την όποια πτυχή είχε καταφέρει να υπάρξει σ΄ αυτή τη χώρα, κράτους πρόνοιας και κοινωνικής προστασίας.

Σε μια  εποχή που  βραβεύεται με το Νόμπελ οικονομίας αυτή ακριβώς η θεωρία και η πρακτική της ακραίας  νεοφιλελεύθερης αποδόμησης  των  όρων της πιο στοιχειώδους κοινωνικής προστασίας, φαντάζει πραγματική πολυτέλεια για τα επιτελεία των κκ. Παπακωνσταντίνου και Λοβέρδου, ένα άτομο με σοβαρά προβλήματα ψυχικής υγείας και χωρίς κανένα κοινωνικό υποστηρικτικό σύστημα, να μπορεί να βρει μια στέγη σ΄ ένα ξενώνα. Το μόνο που διαθέτει η κυβέρνηση του ‘μνημονίου’ γι΄ αυτά και για όλο και περισσότερα κοινωνικά στρώματα είναι οδρόμος.

Καθώς το περίφημο ‘Ψυχαργώς’ ψυχορραγεί , η εκδήλωση της άδοξης κατάρρευσης  αυτής της εκ των προτέρων αποτυχημένης επιχείρησης εκφράζεται με ζοφερό τρόπο και στον δημόσιο καιστον ιδιωτικό, «μη κερδοσκοπικό», τομέα. Δραματική μείωση προσωπικού και πόρων (στις ‘ΜΚΟ’, και απολύσεις), επιδείνωση των εγγενών ιδρυματικών χαρακτηριστικών των δομών αυτών (που για πολλούς δεν ήταν ποτέ τίποτα περισσότερο από μικρά νοσοκομεία/άσυλα), υποβάθμιση των θεραπευτικών δραστηριοτήτων, ενδυνάμωση των κατασταλτικών πρακτικών (με τη συναίνεση μάλιστα της Επιτροπής για την Προστασία των δικαιωμάτων των ψυχικά πασχότων), περαιτέρω μείωση των προοπτικών κοινωνικής ενσωμάτωσης. 

Οι διαδικασίες  ιδιωτικοποίησης και κερδοφορίας  ‘από τον πόνο του άλλου’ αλώνουν  τώρα και τον δημόσιο τομέα (με τα επί πληρωμή απογευματινά ιατρεία, με τα 3 ευρώ

 που  οι περισσότεροι προσερχόμενοι  στις υπηρεσίες ψυχικής υγείας  αδυνατούν εκ προοιμίου να  καταβάλλουν, με το ‘αθόρυβο’  πέρασμα μέρους της πρωτοβάθμιας  φροντίδας σε ιδιώτες, αντί  για τη δημιουργία δημόσιων  ΚΨΥ, κοκ).

Οσο για  τις ‘μη κερδοσκοπικές’, χωρίς  στο παραμικρό ν΄ αλλάζει ο αποσυνδεδεμένος, κατακερματισμένος και αυτοαναφορικός χαρακτήρας των υπηρεσιών που παρέχουν σε όλα τα επίπεδα (‘αρετές’ που μοιράζονται, άλλωστε, με τις αντίστοιχες υπηρεσίες του δημόσιου τομέα), έχουν ήδη αρχίσει να επεκτείνουν το φάσμα των δραστηριοτήτων τους σε τομείς από τους οποίους αποσύρεται (ή αποφεύγει πεισματικά και οριστικά, πλέον, να καλύψει) το δημόσιο, τομείς που υπόσχονται έσοδα (και όχι, πλέον, απλώς τη φιλοξενία φτωχών ενοίκων στο οικοτροφείο), στην αρχή με το άλλοθι της πληρωμής από το ασφαλιστικό ταμείο, αλλά, στη συνέχεια, καθώς το κύκλωμα συγκροτείται και το πεδίο ανοίγεται, με τη δυνατότητα αμοιβής απευθείας από τον εξυπηρετούμενο – με σαφή, δηλαδή, κερδοσκοπικό προσανατολισμό, μέσω της σύναψης ενός (άτυπου ακόμα) συμβολαίου αμοιβαίου οφέλους μεταξύ κράτους και ιδιωτών.

Οσο περισσότερο, λοιπόν, οι συνέπειες των μέτρων του ‘μνημονίου’ γίνονται αισθητές και πρόκειται περαιτέρω να πολλαπλασιαστούν, με αποτέλεσμα οι ψυχικά πάσχοντες  να χάνουν όλα τα προσωπικά και  οικογενειακά στηρίγματα που είχαν την προηγούμενη περίοδο.

Οσο περισσότερο  ο ‘χώρος’ που διατίθεται, μέσα στον κοινωνικό ιστό, για το ‘διαφορετικό’, για τον άνθρωπο και τις  ομάδες με τις πιο πολύπλοκες ανάγκες, γίνεται ασφυκτικά πιο στενός και μη ανεκτικός.

Οσο, ταυτόχρονα, δεν υπάρχουν, από τη μια, ολοκληρωμένες  κοινοτικές υπηρεσίες ψυχικής υγείας, αλλά και κοινωνικές υπηρεσίες, για  να τους στηρίξουν στον τόπο κατοικίας  και γενικά μέσα στο κοινωνικό  τους πλαίσιο ενώ, από την άλλη, οι κλίνες στέγασης/φιλοξενίας, ήδη σχεδόν υπερπλήρεις, αρχίζουν να συρρικνώνονται.

Οσο, δηλαδή, δεν είναι δυνατόν οι ανάγκες  ν΄ απαντηθούν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, ακριβώς τη στιγμή που πολλαπλασιάζονται και κλιμακώνονται, τότε δεν απομένει, από μια ψυχιατρική που ποτέ δεν απέβαλλε την ιδρυματική και ασυλική της θεωρία, πρακτική, δομή και λειτουργία, παρά η κατασταλτική τους αντιμετώπιση, μέρος και στιγμή της οποίας είναι και η εγκατάλειψήτους στο δρόμο.

Αλλωστε, στην συντριπτική τους πλειονότητα, οι πρακτικές στα ψυχιατρεία και στις ψυχιατρικές κλινικές των γενικών νοσοκομείων, ανεξάρτητα από το θεωρητικό πλαίσιο και τις σχολές ‘αναφοράς’ των ψυχιάτρων, ανάγονται στην καταστολή, αφενός και στην ‘συντήρηση’, αφετέρου, ως το ‘κύριο πιάτο’, ως η κοινή ταυτότητα, ο κοινός τρόπος (ακύρωσης του) ‘διαλόγου’ με τον ‘άλλο’ – κρατώντας ως απλό ‘επιδόρπιο’ (ή και εκτοπίζοντας τελείως) τις προσεγγίσεις και τις συνεισφορές των άλλων ειδικοτήτων.

Ενώ καθηλώνει, κλειδώνει και απομονώνει, ακυρώνει το λόγο και δοκιμάζει πλήθος ψυχοφαρμάκων πάνω στο ‘αντικείμενο-αρρώστια’ της δουλειάς του, ο ψυχίατρος μπορεί να διακοσμεί αυτή την ιδρυματική  βαρβαρότητα, στην οποία μετέχει και την οποία ‘ασκεί χωρίς να επερωτά’, μέσω της αφήγησης της θεωρητικής κατασκευής, την οποία ασπάζεται και η οποία λειτουργεί ως εξορθολογισμός της ασκούμενης καταστολής και ελέγχου.

Αυτή  η πρακτική έχει συνέπειες, που αφορούν, κατ΄ αρχήν, την ίδια τη ζωή των ασθενών. Είναι πολλοί αυτοί που έχουν πεθάνει μηχανικά καθηλωμένοι, ή στην απομόνωση και το αίτιο του θανάτου τους συγκαλύφθηκε από την ιεραρχία της θεσμικής οργάνωσης. Μόνο σπάνια, κάτω από ειδικές συγκυρίες, μπορεί να έλθουν αυτά τα εγκλήματα του ψυχιατρικού θεσμού στο φως της δημοσιότητας.

Αν γινόταν  μια έρευνα για κάθε θάνατο στις  ψυχιατρικές μονάδες από ανεξάρτητα όργανα (πραγματικά ανεξάρτητα όργανα και όχι από κατ΄ όνομα Επιτροπές Δικαιωμάτων), τότε μια άλλη, η αληθινή πραγματικότητα θα ερχόταν στη επιφάνεια.

Δεν πρόκειται, όμως, μόνο για τα έκδηλα κατασταλτικά μέτρα.

Αυτό  για το οποίο απαιτείται εγρήγορση  και αντιμετώπιση αφορά το όλο πλέγμα των δικαιωμάτων και της διαπραγματευτικής εξουσίας που στην πράξη (και όχι στα λόγια) αναγνωρίζεται στον ψυχικά πάσχοντα, μέσα και έξω από την επαφή με τις υπηρεσίες.

Αφορά το πεδίο του διαλόγου, για τους όρους, υλικούς, θεσμικούς, σχεσιακούς, που δίνουν υπόσταση στην διαπραγματευτική εξουσία του ‘ασθενή’, στο εύρος των επιλογών, θεσμικά κατοχυρωμένων, που διασφαλίζουν την ελευθερία και την απόφαση, σε συνάρτηση με την προστασία – μια προστασία που δεν μπαίνει διαζευκτικά και δεν ακυρώνει την ελευθερία, αλλά είναι ικανή να την συνοδεύει στις διαδρομές της, όσο πολύπλοκες και τεθλασμένες κι΄ αν γίνονται μερικές φορές.

Αφορά, επίσης, την ανάγκη απόρριψης της καθ΄ οιονδήποτε τρόπο αναγωγής της ψυχικής οδύνης σε αναπηρία (μέσω της διάλυσης των συλλογικοτήτων χρηστών και οικογενειών σε σχετικά οργανωτικά μορφώματα) και την ενθάρρυνση και ενδυνάμωση των προσεγγίσεων της ‘ανάρρωσης΄ (recovery), της ενθάρρυνσης και στήριξης, δηλαδή, για ανάληψη από τα ίδια τα πάσχοντα υποκείμενα της ευθύνης για να βάλουν ξανά σε κίνηση τη ζωή τους – μια ζωή που δεν ακυρώνεται τόσο από την ‘αρρώστια’ όσο, πρωτίστως, από την στενά κλινική (βιολογική ή άλλη), αφενός και από την κατεστημένη κοινωνική, αφετέρου, αντιμετώπισή της. 

Αφορά, περαιτέρω, την διεύρυνση των ‘κοινωνικών  χώρων’ μέσα στους οποίους μπορεί να υπάρξει και πραγματικά ν΄ αναπνεύσει ο καθένας, όσο πολύπλοκες και αν είναι οι ανάγκες του. Το ‘στίγμα’ δεν καταπολεμάται με στρατηγικές που στοχεύουν στην αλλαγή των ‘λανθασμένων ιδεών’, που έχουμε στο κεφάλι μας, με τις ‘σωστές’. Η καταπολέμηση του ‘στίγματος’, ως κοινωνικής στάσης και αλληλεπίδρασης, που ριζώνει πάνω σε συγκεκριμένες κοινωνικές σχέσεις, είναι συνυφασμένη με την αλλαγή αυτών των κοινωνικών  σχέσεων, καθώς η αλλαγή του ‘σκέπτεσθαι’ (της κουλτούρας) είναι συνυφασμένη με την αλλαγή του κοινωνικού είναι.

Αυτές οι διαδικασίες δεν  έχουν ανάγκη από  χορηγούς, δεν τους επιτρέπεται ν΄ αποτελέσουν το άλλοθι, το ανθρωπιστικό προσωπείο των πολυεθνικών του φαρμάκου και των κάθε λογής τραπεζιτών.

Η αμφισβήτηση  της κατασταλτικής ψυχιατρικής  προϋποθέτει την ενθάρρυνση της  χειραφέτησης και την κινητοποίηση των ατόμων με ‘ψυχιατρική εμπειρία’, ενεστώσα ή παρελθούσα, σε σύνδεση με λειτουργούς ψυχικής υγείας στον δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα, που αντιμετωπίζουν, αυτή την περίοδο, της διπλή πρόκληση, αφενός να πλήττεται με πρωτοφανή τρόπο το βιοτικό τους επίπεδο, με τις δραστικές περικοπές στους μισθούς και με τις απολύσεις και, αφετέρου, να τους ζητείται να αποτελέσουν το μακρύ χέρι της ψυχιατρικής καταστολής, ως εντολοδόχοι της κατεστημένης κοινωνικής τάξης, πιο ασφυκτικής, κτηνώδους και βάρβαρης απ΄ οποτεδήποτε στο παρελθόν.

Τέτοιες πρακτικές χειραφέτησης σε όλες τις  μορφές τους μπορούν να αναπτυχθούν  σε συμμαχία με τις οικογένειες και τα ποικίλα κοινωνικά κινήματα που αυτο-οργανώνονται και στοχεύουν στην ανατροπή μιας κοινωνικής τάξης ικανής να υπάρχει μόνο μέσω ‘μνημονίων’ και της καταστροφής των πιο καταπιεσμένων στρωμάτων.

Αναπόσπαστο μέρος των αγωνιστικών προταγμάτων και των διεκδικήσεων των κινημάτων αυτών (πρέπει να) είναι το πρόβλημα της ψυχικής υγείας/ψυχικής οδύνης, ως μιας αντίφασης στην οποία όλοι συμμετέχουμε και που μας αφορά όλους, σε συνάρτηση με το πρόβλημα των θεσμών που την διαχειρίζονται και την ελέγχουν, καθώς και των δικαιωμάτων και της ελευθερίας των ανθρώπων, που οι ανάγκες τους για φροντίδα, θεραπεία και προστασία εξακολουθούν ν΄ αντιμετωπίζονται ως αδιαπραγμάτευτη δικαιοδοσία μιας ψυχιατρικής που λειτουργεί ως μέρος των κατασταλτικών μηχανισμών του κράτους.  

25 Οκτώβρη 2010

 

Ημερίδα για την Ψυχιατρική Μεταρρύθμιση

Συνήγορος του Πολίτη

Ημερίδα
Δευτέρα 30 Μαρτίου 2009, Αίθουσα Εκδηλώσεων του Συνηγόρου του Πολίτη

Η ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
Ανάγκες – Προτάσεις – Λύσεις

9.00 Έναρξη
Γιώργος Καμίνης, Συνήγορος του Πολίτη

Χαιρετισμοί Επισήμων

9.30 Κεντρική Ομιλία
Οι περιπέτειες μιας ημιτελούς μεταρρύθμισης: Από την περίπτωση της Λέρου στο Ψυχαργώς
Μιχάλης Μαδιανός, Καθηγητής Ψυχιατρικής Παν/μιου Αθηνών, Πρόεδρος W.A.P.R.

10.15 Στρογγυλή Τράπεζα

“Ανεκπλήρωτες Ανάγκες”
Συντονιστής: Γιώργος Μόσχος, Βοηθός Συνήγορος του Πολίτη για τα Δικαιώματα του Παιδιού

Ψυχική Υγεία Παιδιών και Εφήβων: Μια παραμελημένη προτεραιότητα

Γεράσιμος Κολαΐτης, Επ. Καθηγητής Παιδοψυχιατρικής Παν/μιου Αθηνών

Από το “ανίατο” της Λέρου στο “δυσίατο” του Ψυχαργώς

Θεόδωρος Μεγαλοοικονόμου, Δ/ντης 9ου Ψυχιατρικού Τμήματος του Ψ.Ν.Α.

Η στιγματίζουσα “Ψυχιατρική Μεταρρύθμιση”

Στέλιος Στυλιανίδης, Αν. Καθηγητής Κοινωνικής Ψυχιατρικής Παντείου Παν/μιου

Δικαιώματα και “Δικαιώματα”

Γεώργιος Γιαννουλόπουλος, μέλος Σωματείου Αυτοεκπροσώπηση

Σχόλια

John Henderson, Senior Policy Advisor Mental Health Europe

12.15 Διάλειμμα

12.45 Στρογγυλή Τράπεζα
“Υπάρχουν λύσεις;”
Συντονιστής: Ανδρέας Τάκης, Βοηθός Συνήγορος του Πολίτη για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου

Mental Health Reform in Europe: The slow train

John Henderson, Senior Policy Advisor Mental Health Europe

Δικτύωση – Τομεοποίηση των Ψυχιατρικών Υπηρεσιών

Δημήτρης Πλουμπίδης, Αν. Καθηγητής Ψυχιατρικής Παν/μιου Αθηνών

Ψυχική Υγεία Παιδιών και Εφήβων: Ανάγκη ανάπτυξης και όχι οπισθοδρόμησης (παλινδρόμησης)

Γιάννης Τσιάντης, Αν. Καθηγητής Παιδοψυχιατρικής Παν/μιου Αθηνών

Εκπρόσωπος Ευρωπαϊκής Επιτροπής (αναμένεται επιβεβαίωση)


Οικογένεια: Βασικό υποστηρικτικό πλαίσιο ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης

Ελένη Νομίδου, Πρόεδρος Π.Ο.Σ.Ο.Ψ.Υ.

Ομάδες Αυτοβοήθειας και δικαιώματα στο χώρο της Ψυχικής Υγείας

Άκης Ασπρογέρακας, μέλος της Ομάδας Αυτοβοήθειας Αθήνας

Εκπρόσωπος Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (αναμένεται επιβεβαίωση)

14.15 Συμπεράσματα
Γιάννης Σακέλλης, Βοηθός Συνήγορος του Πολίτη για την Κοινωνική Προστασία

Είναι κίνδυνος οι Ψυχικά Ασθενείς για τις «οικογένειες και το κοινωνικό σύνολο», ή οι «Μη-Κερδοσκοπικές» για την Ψυχική Υγεία;

Ανακοίνωση της Πανελλαδικής Συσπείρωσης για την Ψυχιατρική Μεταρρύθμιση

Από το ιντυμήντια.

Σημ: Αυτή η ανακοίνωση, όπως και η προηγούμενη, της Ομοσπονδίας (πρώην) Χρηστών και Επιζώντων της Ψυχιατρικής, νομίζω ότι θέτουν το θέμα της αποχρηματοδότησης και των κινητοποιήσεων σε μια σωστή βάση, πέρα από έναν αφελή συναισθηματικό ανθρωπισμό οικτιρμών για την τύχη των ψυχικά πασχόντων αν κλείσουν οι ΜΚΟ που ανέλαβαν εργολαβικά την ψυχιατρική μεταρρύθμιση.

Για μιαν ακόμη φορά το Δίκτυο ‘Αργώς’, δηλαδή οι ιδιωτικοί ‘μη κερδοσκοπικοί’ φορείς που ανέλαβαν κατ΄ αποκοπήν, με κρατική και κοινοτική χρηματοδότηση, να υλοποιήσουν ένα μέρος της μεταστέγασης των πρώην εγκλείστων των δημόσιων ψυχιατρείων σε οικοτροφεία, βρέθηκαν έξω από το Υπουργείο Υγείας εκλιπαρώντας για την καταβολή των χρεωστούμενων. Μια κινητοποίηση όχι των ανεξάρτητων σωματείων των εργαζομένων, αλλά των εργοδοτών.

Ο ‘εντολέας’, αμέσως μόλις τέλειωσαν τα συγχρηματοδοτούμενα προγράμματα, έπαψε να τηρεί τα υπεσχημένα. Και ο ‘ανάδοχος’, αφού, όπως εξακολουθεί να διατυμπανίζει, συνετέλεσε στην κατά το δυνατόν ‘ταχεία απορρόφηση’ των διατιθέμενων κοινοτικών κονδυλίων, μένει τώρα να ‘μαζεύει’ (να διαχειρίζεται) τα συντρίμια.

Ποια ήταν η ‘ανάθεση’; Να μεταφέρουν ένα μέρος των ασθενών χρόνιας παραμονής των δημόσιων ψυχιατρείων σε οικοτροφεία που ιδρύονται από ιδιωτικές ‘μη κερδοσκοπικές’ εταιρείες, με χρηματοδότηση που προέρχεται αποκλειστικά μέσω του κράτους. Περιφερικά, υπήρξαν και κάποιες επιδερμικές ‘κοινοτικές’ δράσεις.

Ελάχιστες από αυτές τις εταιρείες είχαν ‘παρελθόν’ (δηλαδή, μια ιστορία).Ολες, όμως, έλπιζαν σε ένα ‘μέλλον’, μέσω χρηματοδοτήσεων, αρχικά από τα ευρωπαϊκά προγράμματα, εν συνεχεία από τα ασφαλιστικά ταμεία και εν τέλει – γιατί αυτό είναι το ζητούμενο – από την αυτοχρηματοδότηση μέσω μιας εκμετάλλευσης ιδιωτικού δικαίου κερδοσκοπικού χαρακτήρα.

Οσο κι΄ αν είναι ‘εκ γενετής’ διάτρητος ο όρος ΜΚΟ, στην περίπτωση των εν λόγω φορέων η χρήση του ξεπερνά κάθε όριο εννοιολογικής διαστρέβλωσης, καθώς χρησιμοποιείται για τον προσδιορισμό του ακριβώς αντιθέτου του (αλλά και συμπληρωματικού του), δηλαδή, μιας ‘κυβερνητικής λειτουργίας’ από φορείς – βραχίονες υλοποίησης της κρατικής πολιτικής

Γιατί το κράτος επέλεξε αυτή τη μαζική προσφυγή σε μορφώματα, τα οποία, από ένα σημείο και πέρα, όσο το Γ΄ ΚΠΣ πλησίαζε στη λήξη του, ξεπηδούσαν τα ένα πίσω από άλλο, σαν από το πουθενά, με όλο και πιο απόμακρη, έως καθόλου, σχέση με την ψυχική υγεία;

Γιατί αποτελούσαν, για ίδιο όφελος, το όχημα της ιδιωτικοποίησης των εργασιακών σχέσεων. Χωρίς αυτά, τα (εσκεμμένα) θνησιγενή κατασκευάσματα, θα ήταν αδύνατο για το κράτος να δημιουργήσει στο χώρο της ψυχικής υγείας επισφαλείς, προσωρινές και κακοπληρωμένες θέσεις εργασίας. Χωρίς αυτή τη συνθήκη, της πρόσληψης μέσω ενός ενδιάμεσου ‘επιχειρηματία’, θα ήταν αδύνατο για το κράτος να προχωράει τώρα σε τόσο δραστικές περικοπές, αδιαφορώντας αν εκατοντάδες εργαζόμενοι δεν πληρώνονται για μήνες ολόκληρους. Χωρίς αυτές τις σχέσεις εργασίας θα ήταν αδύνατες οι απολύσεις, ο εξαναγκασμός σε παραίτηση, η προϊούσα (και επιδιωκόμενη) μείωση του προσωπικού.

Αλλά αυτή είναι και η συνθήκη που συντελεί στη μετατροπή των εργαζομένων στα ιδιωτικά οικοτροφεία σε όμηρους των ‘αναδόχων’, δηλαδή, των αφεντικών των εταιρειών, τα οποία προσπαθούν να αξιοποιήσουν την απελπισία τους και την ανάγκη ν΄ αγωνιστούν για τα δικαιώματά τους, για δικό τους όφελος. Όλοι οι εργαζόμενοι στο χώρο των ιδιωτικών ‘μη κερδοσκοπικών’ εταιρειών είχαν, στο ένα ή στον άλλο βαθμό, την εμπειρία από τη συμπεριφορά εργοδοτών ως προς το πώς διέθεταν τα όποια κονδύλια κατάφερναν εν τέλει να αποσπάσουν από το κράτος: η τελευταία προτεραιότητα ήταν πάντα η ποιότητα ζωής των ενοίκων των δομών και οι μισθοί των εργαζομένων. Ολοι είχαν εμπειρία από εκβιασμούς και αρκετοί από απολύσεις.

Μήπως οι «μη κερδοσκοπικές’ ήταν καθ΄ οιονδήποτε τρόπο φορείς ενός εναλλακτικού παραδείγματος άσκησης της ψυχιατρικής φροντίδας, το οποίο δεν μπορούσαν (ας δεχτούμε) να υλοποιήσουν στο δημόσιο και κατέφυγαν στον ιδιωτικό τομέα για να έχουν την άνεση της ανέλιξης του νέου ‘επιστημονικού παραδείγματος’, ή έστω ‘μοντέλου’, το οποίο υποτίθεται ότι κάποιοι εξ αυτών ευαγγελίζονταν;

Αν υπήρχε ένας στοιχειωδώς εναλλακτικός λόγος, δεν θα επέσειαν ως απειλητική συνέπεια της μη χρηματοδότησης τους «κινδύνους για τις οικογένειες και το κοινωνικό σύνολο». Δεν θα χρησιμοποιούσαν φράσεις όπως, «επανεισαγωγή στα ψυχιατρεία των ενοίκων τους με ακούσιες νοσηλείες». Αραγε συμφωνούν όλοι οι ‘ανάδοχοι’ των κρατικών αυτών προγραμμάτων με αυτό το ‘πνεύμα’; Κι αν κάποιοι διαφωνούν, πώς συνυπογράφουν, πώς εμφανίζονται από κοινού μ΄ αυτό το μεσαιωνικό τρόπο σκέψης, μ΄ αυτή την κουλτούρα του ψυχοπάζαρου της δήθεν αποασυλοποίησης;

Τι Δίκτυο ‘Μεταρρύθμισης’ είναι αυτό, όπου στα διάφοραοικοτροφείων του (όπως έχει διαπιστώσει και καταγράψει η Επιτροπή για την Προστασία των Δικαιωμάτων των Ψυχικά Πασχόντων) υπάρχουν ενίοτε δωμάτια απομόνωσης με σιδερένιες πόρτες, συνήθως οι εξώπορτες είναι κλειδωμένες, σε πολλά οι ένοικοι καθηλώνονται κατά κόρον και παρακολουθούνται με κάμερες όχι μόνο όταν είναι δεμένοι, αλλά και όταν κάθονται στο σαλόνι και όπου η ποιότητα και η κουλτούρα που διέπει τη λειτουργία τους αναπαράγει το άσυλο στις χειρότερες εκδοχές του; Πώς, αν κάποιοι διαφωνούν, με αυτά (τα αναμφισβήτητα, που, φυσικά, συμβαίνουν και σε μεγάλο μέρος του δημόσιου τομέα), μπορούν να κάνουν κοινό μέτωπο και ν΄ αγωνίζονται για τη χρηματοδότηση των εμπόρων της ‘μεταρρύθμισης’;

Το ερώτημα είναι γιατί, αν κάποιοι (ιδιαίτερα οι μεταγενέστερες ‘αναθέσεις’, αλλά και πολλών εκ των προγενέστερων μη εξαιρουμένων) είναι κυρίως ‘έμποροι της μεταρρύθμισης’, εξακολουθούν να συνεχίζουν με όλη αυτή τη δυσκολία – την υποχρηματοδότηση κλπ. Αν, δηλαδή, δεν ‘βγαίνει’ το προσδοκόμενο κέρδος (όπως στη φάση της συγχρηματοδότησης);

Κι΄ από την άλλη, το Υπουργείο, που διαρκώς και δημαγωγικά κατηγορεί τους ‘ενδιάμεσους εργοδότες’ για σκάνδαλα, για διαφθορά κλπ, με στοιχεία που, όπως λέει, έχει από τους ελέγχους που έχει κάνει, γιατί δεν τους αποκαλύπτει; Γιατί δέχεται να συνεργάζεται με φορείς που, όπως λέει, είναι αναξιόπιστοι και ‘διαθέτουν αλλού’, σε ‘άλλες προτεραιότητες’, τα λεφτά, αντί να πληρώνουν έγκαιρα τους εργαζόμενους και να εξασφαλίζουν την ποιότητα ζωής στους ενοίκους τους; Γιατί, δηλαδή, τους καταγγέλλει ωςαναξιόπιστους και ταυτόχρονα τους διατηρεί, συνεχίζοντας να τους απαξιώνει και να μην τους ‘πληρώνει’, κάνοντάς τους ακόμα πιο αναξιόπιστους;

Γιατί το κράτος υπονομεύει το ίδιο το δικό του εγχείρημα των ‘μη κερδοσκοπικών’; Δεν είναι μόνο η δραστική περιστολή των κοινωνικών δαπανών, που τώρα, με τις συνέπειες της χρηματοπιστωτικής και γενικότερης οικονομικής κρίσης, θα γίνει ακόμα εντονότερη. Είναι ότι ακριβώς εξαιτίας αυτής της κρίσης, προωθείται με ακόμα μεγαλύτερη ένταση η διαδικασία της ιδιωτικοποίησης, πέρα από το στάδιο των ‘μη κερδοσκοπικών’ (που εξυπηρέτησαν με το αζημίωτο οι εν λόγω ‘ανάδοχοι’), στο στάδιο των ακραιφνώς κερδοσκοπικών, που, ούτως ή άλλως, προβλέπονται για τις δομές της ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης από το νόμο 2716/99.

Εκεί οδηγεί η πολιτική του Υπουργείου, εκεί αποβλέπουν πολλοί εκ των συμμετεχόντων στο ‘παιχνίδι’ ιδιοκτήτες εταιρειών. Το πέρασμα στην πληρωμή από τα ασφαλιστικά ταμεία φαίνεται ότι θα είναι ένα ενδιάμεσο στάδιο και μέρος της μελλοντικής επιχειρηματικής τους δραστηριότητας, καθώς λήγει η προθεσμία της δεκαετούς υποχρέωσης του κράτους να ‘συντηρήσει’ τις δομές αυτές και η επιβίωσή τους θα εξαρτηθεί από το βαθμό στον οποίο θα μπορούν να εξασφαλίσουν τα μέσα της αυτοσυντήρησης και αναπαραγωγής τους.

Αντίθετα με ό,τι κραυγάζουν δημαγωγώντας οι ιδιοκτήτες των εταιρειών, το μέλλον που προετοιμάζεται στους ασθενείς δεν είναι τόσο η ‘επιστροφή τους στα ψυχιατρεία’ (τουλάχιστον στο προβλεπτό μέλλον), όσο η πλήρης εμπορευματοποίηση της φροντίδας τους, όπως έχει συμβεί και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες που ‘προηγήθηκαν’, με όλες τις συνέπειες για τις ταξικές διακρίσεις και το μοντέλο της φροντίδας που επιφυλάσσεται για τα άτομα τα πιο φτωχά και με τις πιο πολύπλοκες ανάγκες – αυτά των οποίων η ανθρώπινη και θεραπευτική μεταχείριση και η διασφάλιση των δικαιωμάτων τους απαιτεί τη διάθεση επαρκών ποσοτικών και ποιοτικών πόρων.

Μια ιδέα αυτής της φροντίδας πήραμε με την πρακτική που ήδη ασκείται σε μεγάλο μέρος του ιδιωτικού (αλλά και του δημόσιου) τομέα στο χώρο της «αποκατάστασης» – και εδώ, δυστυχώς, περιορίζεται η όλη ‘καινοτομία’ για την οποία επαίρεται και με την οποία προικοδοτεί το μέλλον ο ιδιωτικός ‘μη κερδοσκοπικός’ τομέας ως όλον : περιφερική, επιπολής και κατ΄ εφαπτομένην σχέση με την πραγματικότητα των αναγκών, επιλογή, απόρριψη, θεραπευτική και κοινωνική εγκατάλειψη, περιοριστικά μέτρα, κάμερες, δέσιμο και απομόνωση – μεπαροχή εξωραϊσμένων χώρων για όσους έχουν να πληρώσουν.

Το εγχείρημα των ιδιωτικών ‘μη κερδοσκοπικών’ εταιρειών δεν ήταν κατ΄ ουδένα τρόπο ‘η ψυχιατρική μεταρρύθμιση’ που, τώρα, ‘απαξιώνεται από το κράτος’, αλλά η ενσάρκωση της αποτυχίας της μεταρρύθμισης, το πιο υψηλό σημείο ενός συνολικά αποτυχημένου εγχειρήματος. Δεν παρήγαγε παρά ανασφάλεια και κακή ποιότητα για τους ενοίκους των περισσότερων δομών και επισφαλείς και κακοπληρωμένες σχέσεις εργασίας για τους λειτουργούς.

Η κύρια ευθύνη είναι, φυσικά, στο κράτος και τις κυβερνήσεις που διαχειρίστηκαν τη λεγόμενη μεταρρύθμιση επί 25 χρόνια. Δεν είναι, όμως, άμοιρη ευθυνών και η ‘συμμαχία των προθύμων’ αυτής της πολιτικής.

Η λύση δεν είναι στην απεγνωσμένη επιβίωση του αποτυχημένου εγχειρήματος, αλλά στην άμεση δημοσιοποίηση όλων των στεγαστικών δομών του ιδιωτικού ‘μη κερδοσκοπικού’ τομέα, με την αυτονόητη διασφάλιση επαρκούς, καλά αμειβόμενου και σωστά εκπαιδευμένου προσωπικού, που θα λειτουργεί σε λογικές πραγματικής αποιδρυματοποίησης και ελευθερίας – το ίδιο όπως απαιτείται και για τις υπάρχουσες υπηρεσίες του δημόσιου τομέα.

Δημοσιοποίηση, εν προκειμένω, δεν σημαίνει την αναπαραγωγή της οφθαλμοφανούς και από κάθε άποψη χρεοκοπίας του δημόσιου τομέα (συχνά θεραπαινίδας του ιδιωτικού), αλλά τη διασφάλιση στοιχειωδών δικαιωμάτων, όπως είναι η (κατασυκοφαντημένη από το νεοφιλελεύθερο συρφετό) μονιμότητα της θέσης εργασίας και η κανονική καταβολή του μισθού των εργαζομένων – κάτι που και στον ίδιο το δημόσιο τομέα έχει αρχίσει να αμφισβητείται.

Δημοσιοποίηση, δηλαδή, ως μια στιγμή ενός κοινού αγώνα στο δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων, ποιότητα ζωής και θεραπευτικής σχέσης ασθενών και λειτουργών, για τον έλεγχο διαδικασιών, λειτουργιών και χώρων από τους ίδιους τους λειτουργούς και τους ‘λήπτες’ των υπηρεσιών, για την οικοδόμηση ενός κινήματος με όλη την κοινωνία, με λογικές χειραφέτησης και όχι εγκλεισμού/αποκλεισμού, εμπορευματοποίησης και κοινωνικού ελέγχου.

25 Νοεμβρίου 2008

http://www.psispirosi.gr

http://www.psyspirosi.gr

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΥΠΟΥ ΤΗΣ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ (ΠΡΩΗΝ)ΧΡΗΣΤΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΖΩΝΤΩΝ ΤΗΣ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗΣ

Πανελλήνια Επιτροπή (πρώην)Χρηστών και Επιζώντων της Ψυχιατρικής

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΥΠΟΥ ΤΗΣ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ
(ΠΡΩΗΝ)ΧΡΗΣΤΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΖΩΝΤΩΝ ΤΗΣ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗΣ


Αθήνα, 25 Νοεμβρίου 2008

 

Αποτελεί πρόκληση για καθένα από μας η προσπάθεια εκμετάλλευσής μας για ακόμα μια φορά από τις διάφορες κερδοσκοπικές εταιρίες που ανέλαβαν την κατ’ αποκοπή επιτάχυνση της διαδικασίας απορρόφησης κονδυλίων με τη δημιουργία  οικοτροφείων-ιδρυμάτων στην κοινότητα διατηρώντας και αναπαράγοντας την ιδρυματική λογική και όχι για να προάγουν την χειραφέτησή μας και την απεμπλοκή μας από την ψυχιατρική βαρβαρότητα.

Η διένεξή και αντιπαράθεσή τους με το ΥΥΚΑ σχετίζεται περισσότερο με την αναξιοπιστία των συμβαλλόμενων στην κατεύθυνση της ιδιωτικοποίησης της ψυχικής υγείας και όχι με την ψυχιατρική μεταρρύθμιση την οποία αυθαίρετα επιτείνονται ότι  υπηρετούν «εδώ και 25 χρόνια».

Το ότι σε αυτήν τη διένεξή προσπαθούν να εγκλωβίσουν και εμάς αναπαράγοντας το κυρίαρχο ψυχιατρικό σύστημα, τα στερεότυπα και προκαταλήψεις και επαναφέροντας  το κλασικό και ανήθικο επιχείρημα περί επικινδυνότητας  μας «για την οικογένεια και την κοινωνία», όπως ανερυθρίαστα αναφέρουν στην ανακοίνωσή τους, τεκμηριώνει ακόμα περισσότερο το ενδιαφέρον για τις επιχειρήσεις τους και όχι για μας τους ίδιους, παρασύροντας και πολλούς καλόβουλους εργαζόμενους που πίστεψαν και πιστεύουν σε μια άλλη ανθρώπινη συνάντηση και συνεργασία μαζί μας ενάντια στην ιδρυματική λογική των μικρών και μεγάλων ψυχιατρείων.

 

Εμείς τα μέλη της Πανελλήνιας Επιτροπής (πρώην)Χρηστών και Επιζώντων της Ψυχιατρικής θεωρούμε ότι τόσο η κυβέρνηση και το ΥΥΚΑ όσο και οι ιδιώτες συμβαλλόμενοι μαζί του ποτέ δεν είδαν τη μεταρρύθμιση σαν διαδικασία αποκατάστασης των δικαιωμάτων μας αλλά σαν μια διαδικασία απορρόφησης κονδυλίων μέσα από μια δημοσιονομική λογική που τη συνταγματική υποχρέωση για καθολική, δημόσια και δωρεάν φροντίδα υγείας την αντικαθιστά η στυγνή εμπορευματοποίηση. Ας πάψουν λοιπόν να μας χρησιμοποιούν για ιδία οφέλη και δηλώνουμε ότι θα συνεχίσουμε τους αγώνες μας για μια κοινωνία χωρίς ψυχιατρεία, για την αποκατάσταση των δικαιωμάτων μας, σε μια κοινωνία αλληλέγγυα και χωρίς προκαταλήψεις.

Γι’ αυτό:

 

– Διεκδικούμε τα δικαιώματά μας σαν άνθρωποι και σαν πολίτες.

– Ζητούμε να εφαρμόζεται η ευρωπαϊκή και η ελληνική νομοθεσία για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων μας.

– Ζητούμε να ποινικοποιηθούν οι παραβιάσεις των δικαιωμάτων μας με σαφείς διατάξεις του νόμου και όχι με γενικότητες. Να ισχύσουν οι διατάξεις του ποινικού κώδικα εναντίον κάθε παραβάτη των δικαιωμάτων μας, όπως ισχύει για κάθε πολίτη.

– Απαιτούμε την απόλυτη ενημέρωσή μας για τις παρενέργειες των χορηγούμενων ψυχοφαρμάκων. Επίσης, να έχουμε τη δυνατότητα της επιλογής εναλλακτικών μορφών θεραπείας ακόμα και χωρίς ψυχοφάρμακα. Δηλώνουμε ότι για οποιαδήποτε δραστηριότητά μας δεν θα δεχθούμε την οποιασδήποτε μορφής χορηγία ψυχοφαρμακευτικών εταιρειών.

– Η εκπροσώπηση και η παρουσία μας σε όσες κατά νόμον και κατά διατάξεων των νόμων θέσεις, να είναι θέσεις ουσίας. Αυτό θα μας δώσει τη δυνατότητα να παρεμβαίνουμε και να ακυρώνουμε τις τυχόν δυσμενείς και μεροληπτικές εναντίον μας θέσεις και αποφάσεις και όχι να έχουμε έναν διακοσμητικό ρόλο όπως έχουμε σήμερα.

– Συνέχιση των εναλλακτικών προς την παραδοσιακή ψυχιατρική προσέγγιση μορφών υποστήριξης από εθνικούς πόρους.

– Απαιτούμε την ουσιαστική και καθολική επαγγελματική μας αποκατάσταση και ζητούμε οι Κοινωνικοί Συνεταιρισμοί Περιορισμένης Ευθύνης (ΚοιΣΠΕ) να μετατραπούν σε πραγματικούς φορείς επαγγελματικής αποκατάστασης με πλειοψηφική τη συμμετοχή μας στο Διοικητικό Συμβούλιο και με αναγνώριση όλων των πολιτικών και δικαιοπρακτικών μας δικαιωμάτων.

 

– Να κοινοποιηθεί άμεσα από τους αρμόδιους:

▫ Ποιο είναι το προσδόκιμο επιβίωσης των καταναλωτών συνταγογραφούμενων ψυχοφαρμάκων.

▫ Ποια η αναλογία θανάτων μεταξύ των ψυχασθενών και ίσου δείγματος του γενικού πληθυσμού.

▫ Πόσες εκατοντάδες ψυχικά πάσχοντες πεθαίνουν κάθε χρόνο από τις παρενέργειες των χορηγούμενων ψυχοφαρμάκων.

▫ Γιατί δεν ενδιαφέρεται το κράτος γι αυτούς τους θανάτους.

– Καταγγέλλουμε την ψυχιατρική βία και καταστολή, τις μηχανικές και χημικές καθηλώσεις, τις προθέσεις για «ήσυχα δωμάτια θεραπευτικής απομόνωσης», την ανεξέλεγκτη χορήγηση ψυχοφαρμάκων. Καταγγέλλουμε επίσης και ζητούμε την ακύρωση των εισαγγελικών παραγγελιών για αναγκαστικό εγκλεισμό.

– Ζητούμε η ενδεχόμενη νοσηλεία μας να γίνεται με τρόπο που να σέβεται την προσωπικότητά μας.

– Αντιδρούμε στο δημόσιο εξευτελισμό μας με τη μεταφορά μας στα ψυχιατρεία σαν κακοποιούς και όχι σαν όλους τους πολίτες που χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες υγείας.

– Καλούμε τους εργαζόμενους στο χώρο της ψυχικής υγείας να αποδεχτούνε και να εναρμονιστούνε στην καθημερινότητά τους με τις παραπάνω προτάσεις και να υπερασπιστούνε μαζί με εμάς τα δικαιώματά μας.

 

 

Επικοινωνία: freemindgr@gmail.com

Blogged with the Flock Browser